κριτική ταινιών 31-5-07
από το Νίκο Αντωνάκο
για την Εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΒΟΗΘΕΙΑ!
ΦΕΡΤΕ ΚΑΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ, ΠΛΑΝΤΑΞΑΜΕ!
Απελπιστικά φτωχή η τρέχουσα κινηματογραφική εβδομάδα! Να φταίνε τάχα τα φιλιά στη μύτη στη Νέα Ζηλανδία, οι σημαιοστολισμοί της Αυστραλίας, το γρήγορο και χωρίς πολλά-πολλά, ταξίδι στο Ανόϊ, να φταίνε οι εκλογές που έρχονται, να φταίει ο άστατος καιρός; Ποιος φταίει; Ποιος φταίει;.. Και, δυστυχώς, δεν έχουν εμφανιστεί ακόμα τα διάφορα καλοκαιρινά αφιερώματα, πολλά από τα οποία, τουλάχιστον τα περασμένα χρόνια, ήταν πολύ καλά έως εξαιρετικά.
Εμάς, όμως, και κυρίως τα γραφεία εισαγωγής, τα οποία «ψωνίζουν» τις ταινίες με τη σέσουλα ή με το πιστόλι στον κρόταφο από τους Αμερικάνους και μας τις παρουσιάζουν σαν διαμάντια, τίποτα δεν μας σταματά! Εμπρός, λοιπόν, για μια ακόμα, αδιάφορη και βαρετή εβδομάδα! Πρώτο κανόνι (χωρίς μπαρούτι) η ταινία του Βρετανού Γκάμπριελ Ρέϊν, «Η Δολοφονία Ενός Προέδρου». Επινοημένη δολοφονία του Τζωρτζ Μπους, σε ρυθμούς ξεχειλωμένου ντοκιμαντέρ. Ακολουθεί η παρ΄ ολίγο τρυφερή, η παρ΄ ολίγο νεανική και, τελικά, η κουραστική ταινία, του Σον Έλις «Cashback». Περνάμε στο βαρύ πυροβολικό, από απόψεως παραγωγής, της εβδομάδας. «Lucky You», του Κέρτις Χάνσον. Μαθήματα πόκερ και ξανά μαθήματα πόκερ! Ενδιαμέσως, για να μην εξοντωθούμε, και λίγο μελό και λίγο έρωτας!
Τέλος, η παλαιομοδίτικη ιταλική φαρσοκωμωδία του Κάρλο Βερντόνε, «Ο Καλύτερος Εχθρός μου»! Ενώ η Ιταλία -και ο κόσμος- καίγεται και ο Κάρλο Βερντόνε χτενίζεται και ας είναι και καραφλός!
Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ
Γκάμπριελ Ρέιν
![]()
Το παρασκήνιο της ταινίας έχει, σίγουρα, μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την ίδια την ταινία! Το «κρυφό» και το «φανερό» παρασκήνιο! Τα γυρίσματα της συγκεκριμένης ταινίας έγιναν μέσα σε απόλυτη «μυστικότητα»! Κανένας, ακόμα και οι «ηθοποιοί», δεν ήξεραν τι γυρίζουν. Η ταινία, τελικά, γεμάτη «μυστήριο», αφού «κανένας» δεν ήξερε για τί ακριβώς επρόκειτο, έφτασε και προβλήθηκε στο φεστιβάλ του Τορόντο, στο οποίο απέσπασε το Βραβείο των κριτικών. Ο κόσμος που παρακολούθησε την προβολή διχάστηκε!..
Αυτός ο «διχασμός» συνεχίστηκε και όταν η ταινία έφτασε στο εμπόριο. Από τη μια δημιούργησε φανατικούς θαμαστές και από την άλλη φανατικούς εχθρούς. Ό,τι πρέπει, δηλαδή, για μια επιτυχή εμπορική καριέρα. Στους εχθρούς συμπεριλήφθηκε το κράτος με τα όργανά του, αλλά και μεμονωμένοι πολιτικοί, τόσο ρεπουμπλικανοί όσοι και δημοκρατικοί. Με τους παραπάνω συντάχτηκε και το επίσημο κύκλωμα των αιθουσών των ΗΠΑ. Το οποίο, συμμετέχοντας στο γενικό μποϋκοτάζ, αρνήθηκε να προβάλει την ταινία στις αίθουσες του! Το ίδιο έκανε και μεγάλο μέρος των Μ.Μ.Ε. (τηλεόραση, ραδιόφωνο, Τύπος), το οποίο αρνήθηκε να διαφημίσει (άμεσα ή έμμεσα) την ταινία. Στους φίλους και στους θαυμαστές της (συναισθηματικά και όχι λογικά, βέβαια) συμπεριλήφθηκαν «ανεξάρτητα προοδευτικά μυαλά», άνθρωποι που μισούνε τον Μπους, ανάμεσά τους βέβαια όλοι αυτοί που γνώρισαν από πρώτο χέρι την πολιτική του. Πολλοί θεατές, σίγουρα, είδαν τη δολοφονία σαν «θεία δίκη»! (Αυτός ήταν και ο λόγος που έκανε τη δολοφονία πειστική. Κάποιοι θεατές ήθελαν να πιστέψουν αυτά που έβλεπαν στην οθόνη και ας ήξεραν πως δεν ήταν αλήθεια).
Όμως, για τί ακριβώς πρόκειται; Πρόκειται για ένα μίγμα ντοκιμαντέρ και επινοημένης ταινίας. Ο Βρετανός σκηνοθέτης Γκάμπριελ Ρέιν, χρησιμοποιώντας «επίκαιρα» σκηνοθετεί τη δολοφονία του προέδρου Τζωρτζ Μπους! Η ίδια η δολοφονία, στην οποία βλέπουμε τον πρόεδρο της Αμερικής να σωριάζεται από τις σφαίρες στο έδαφος, έξω από το «Σέρατον» του Σικάγου, μετά από μια αληθινή ομιλία του για την οικονομία, έχει απόλυτη πειστικότητα! (Ο Μπους, με τη βοήθεια κομπιούτερ, «φορέθηκε» σε έναν ηθοποιό, ο οποίος έπαιξε στις πρόσθετες (ψεύτικες) σκηνές!)
Πέρα από το ξάφνιασμα, και τα ανάμεικτα συναισθήματα που μας προκαλεί η ίδια δολοφονία (όλοι γνωρίζουμε ότι ο Μπους ζει και… βασιλεύει, και ωστόσο εμείς τον βλέπουμε νεκρό), η ταινία βάζει και μια σειρά πολιτικά ζητήματα, τα οποία σηκώνουν μεγάλη συζήτηση! Αυτά τα ζητήματα, άλλωστε, είναι που προκάλεσαν τις αντικρουόμενες συζητήσεις…
Και ας ξεκινήσουμε με το κορυφαίο! Τι νόημα έχει, πια ανάγκη έρχεται να καλύψει μια ταινία με μια φανταστική δολοφονία του προέδρου της Αμερικής; Προσθέτει τίποτα στον πολιτικό διάλογο; Λύνει κανένα πρόβλημα; Όχι, βέβαια! Αλλά και τα άλλα πολιτικά ζητήματα, που ακολουθούν τη δολοφονία, και τα οποία θίγει η ταινία, σε τι συνεισφέρουν στην παγκόσμια αγωνία; Σχεδόν σε τίποτα! Γιατί, τουλάχιστον αυτά τα ζητήματα που βάζει η ταινία, και με τον τρόπο που τα βάζει, είναι, πια, παγκοίνως γνωστά και γι΄ αυτό τετριμμένα! Ποιος, για παράδειγμα, δεν γνωρίζει πως η όποια δολοφονία του όποιου προέδρου της Αμερικής, τελικά, θα αξιοποιηθεί με τον καλύτερο τρόπο για τους σκοπούς της οικονομικής και πολιτικής κλίκας της μεγάλης αυτής χώρας και του παγκόσμιου κεφαλαίου; Ποιος, επίσης, δεν γνωρίζει, πως το μεγάλο πρόσχημα, για την σημερινή επιθετική πολιτική των ΗΠΑ, είναι η «τρομοκρατία» των μουσουλμάνων; Αυτά τα πολύ γνωστά και πολύ συζητημένα έρχεται να επαναλάβει η ταινία!
Η… επανάληψη, αυτή καθ΄ εαυτή, ακόμα και όταν δεν προσθέτει τίποτα καινούριο, δεν είναι σώνει και καλά κακή (πλεονασμός). Εμένα προσωπικά, δεν θα με ενοχλούσε. Δεν είναι, δα, τόσο κακό να ακούμε και να βλέπουμε πώς στήνονται οι δολοφονίες και πώς μεθοδεύονται οι συνομωσίες! Οι προβληματισμοί μου με την ταινία έχουν να κάνουν με την έλλειψη πολιτικής καθαρότητας. Με τους σκοπούς και τους λόγους που τη γέννησαν. Όσο και να έψαξα για δικαιολογίες, δεν κατάφερα να συλλέξω καμία. Κατέληξα, δυστυχώς, στο συμπέρασμα, ότι η ταινία γυρίστηκε για το εισιτήριο! Οι δημιουργοί της δεν μας αποκάλυψαν τις αγωνίες τους, τους πόθους τους, τις ανησυχίες τους. Έστησαν ένα έξυπνο κινηματογραφικό παιχνίδι (τέχνασμα)
και μας περιμένουν στο ταμείο της αίθουσας.
Αλλά, εντάξει με τα πολιτικά! Ας πούμε ότι εκεί η ταινία δεν μας πλούτισε! Μήπως, όμως, μας πλούτισε καλλιτεχνικά; Δυστυχώς και εδώ είναι δύστοκη! Η ταινία θα μπορούσε να ολοκληρωθεί και στο μισό χρόνο. Τράβα από εδώ, τράβα από εκεί, την έφτασαν -με το ζόρι- στα 90΄, χρόνο αναγκαστικά απαραίτητο, για μια μεγάλου μήκους ταινία!
Παίζουν: Μπράϊαν Μπόλαντ, Χιντ Αγιούμπ, Μπέκι Αν Μπέϊκερ.
CAHSBACK
Σον Έλις
![]()
Δεν πρόκειται για αδυναμία, ούτε για κατάρα! Πρόκειται για τελείως λάθος προσανατολισμό! Κάποιοι δημιουργοί(;) θεωρούν τον κινηματογράφο ένα ακόμα επάγγελμα, μια ακόμα ασχολία για την εξασφάλιση του μεροκάματου (πολλές φορές πολύ ακριβού)! Στήνουν, λοιπόν, μια παγίδα για τον θεατή στην οποία, όμως, πέφτουν και οι ίδιοι μέσα! Άλλοι πάλι, όπως ο Σον Έλις, μπαίνουν στο σινεμά από… διπλανές πόρτες, φέροντας μαζί τους και τις λαδωμένες αποσκευές τους (διαφήμιση, ας πούμε)!
Ο Σον Έλις, λοιπόν, ήρθε στο σινεμά από τη διαφήμιση. Η οποία, βέβαια, παρότι ξεγελάει μερικές φορές με την «άψογη» αισθητική της, έχει άλλη ηθική! Αυτή η «άλλη» ηθική ακολούθησε τον Έλις και στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, το «Cashback». Εκεί που λες ότι κάτι συμβαίνει στην οθόνη, εκεί και απογοητεύεσαι! Εκεί που νοιώθεις τρυφερά, αμέσως περνάς στην αδιαφορία.
Η ταινία πάσχει από συνέπεια. Υπάρχουν θαυμάσιες σκηνές, σχεδόν όλες οι «ονειρικές» σκηνές, και υπάρχουν και δεκάδες αδιάφορες και κακόγουστες σκηνές. Με αποτέλεσμα να νοιώθεις μια ζεστός μια κρύος. Τελικά καταλήγεις ότι κάποιος προσπαθεί να σε εξαπατήσει! Σου λέει…τίποτα, με καλλιτεχνικό γαρνίρισμα.
Ένας νέος, που σπουδάζει καλές τέχνες, και τον οποίο παράτησε η κοπέλα του, δεν μπορεί να… κοιμηθεί! Για να γεμίσει τον άδειο χρόνο του πιάνει δουλειά σαν νυχτερινός υπάλληλος σε super market. Εκεί, βέβαια, δεν είναι παράδεισος, χώρος για ερωτευμένους! Αυτός, όμως, καλλιτεχνική φύση, φέϋ, δεν το βάζει κάτω. Με το μυαλό του καταφέρνει και σταματάει (παγώνει) το χρόνο. Στη συνέχεια παρεμβαίνει στον «παγωμένο» χρόνο και τον «διευθετεί» με τον δικό του τρόπο εικαστικά. Τον κάνει ένα όμορφο και γοητευτικό έργο τέχνης!
Καταλάβατε, ελπίζω, τι ήταν εκείνο που με συγκίνησε στην ταινία και την παίρνω στα σοβαρά (ενώ το τελικό αποτέλεσμα δεν διευκολύνει τέτοια αντιμετώπιση)! Είναι η ποιητική της διάσταση! Η οποία σε κάποια σημεία, δυστυχώς ελάχιστα, καταφέρνει να περάσει μια υπέροχη τρυφερότητα. Καταφέρνει να δημιουργήσει ένα όμορφο αισθητικό αποτέλεσμα.
Δυστυχώς, όπως συνηθίζουμε να λέμε, τα ωραία πράγματα κρατάνε τόσο λίγο! Από τον απαισιόδοξο αυτόν κανόνα, δεν κατόρθωσε να διαφύγει και η ταινία του Σον Έλις. Οι καλές της στιγμές κρατάνε τόσο λίγο! Ο υπόλοιπος χρόνος, ο απελπιστικά μεγαλύτερος, κυλάει μέσα στην αδιαφορία και στην κακογουστιά! Τέτοια κακογουστιά, μάλιστα, που αναρωτιέσαι φωναχτά, είναι ποτέ δυνατόν το ίδιο πρόσωπο, που έφτιαξε τόσο όμορφες εικόνες, να έφτιαξε και όλη αυτή την κιτσαρία; Μια εξήγηση, που φαντάζει λογική, είναι ότι η ταινία ξεκίνησε να γίνει μικρού μήκους. Στην πορεία ο δημιουργός, σκέφτηκε, γιατί όχι μεγάλη; Την τέντωσε, λοιπόν, για να φτάσει και στο τέντωμα την ξεχείλωσε!
Παίζουν: Σον Μπιγκερστάφ, Εμίλια Φοξ, Σον Έβανς.
LUCKY YOU
Κέρτις Χάνσον
Μεγάλος αριθμός αξιόλογων ταινιών, αλλά και άλλα καλλιτεχνικά έργα, άλλων μορφών τέχνης, έχουν για φόντο τους τα τυχερά παιχνίδια και, κυρίως, το χαρτί. Επομένως, κανένας ψόγος! Οι χαρτοπαιχτικές λέσχες, ο κόσμος του τζόγου, το καζίνο, οι μεγάλες συγκινήσεις και οι μεγάλες μεταβολές των συναισθημάτων (ενώ η «μπίλια» γυρίζει), είναι εξαιρετικό σκηνικό για να διηγηθείς μια ιστορία! Ο Ντοστογιέφσκι, για παράδειγμα, και δεν ήταν ο μοναδικός, με τέτοιο φόντο, έγραψε αριστουργήματα…
Όμως, δεν φτάνει μόνο το… σκηνικό! Πρέπει και η ιστορία να έχει ποδάρια. Ψαχνό από το οποίο θα αντλήσεις αφορμές, για να καταθέσεις τις ανησυχίες σου. Αν υπάρχουν αυτές!
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, στο «Lucky You», φαίνεται ότι δεν υπάρχουν ανησυχίες. Αξιόλογες ανησυχίες. Έτσι η ταινία περιορίζεται σε μια, ας την πούμε ρομαντική, συνηθισμένη ιστορία. Μια σύγχρονη και μοντέρνα επαρχιωτοπούλα φτάνει στο Λας Βέγκας, για να γίνει τραγουδίστρια! Εκεί συναντά τον παθιασμένο με το πόκερ παίκτη. Ο οποίος παίκτης δεν έχει μάτια για τίποτ΄ άλλο, εκτός από το χαρτί. Μέχρι που οι ματιές τους… συναντιούνται!
Κάπου στο βάθος, για να μεγαλώσει η, έτσι και αλλιώς, λιποβαρής ερωτική ιστορία (επαρχιωτοπούλα που θέλει να γίνει τραγουδίστρια στο Λας Βέγκας, παρακαλώ, και ερωτεύεται χαρτοπαίκτη -τι πρωτοτυπία!), υπάρχει και ο πατέρας του χαρτοπαίχτη, χαρτοπαίχτης και ο ίδιος, ο οποίος είχε παρατήσει το παιδί του (το νεαρό χαρτοπαίκτη) και τη μάνα του στην τύχη τους, κυνηγώντας στο πόκερ τη δική του… τύχη! Πατέρας και γιος, θα λύσουν τις διαφορές χρόνων που τους χώριζαν, πάνω στο τραπέζι του πόκερ, κάτω από το άγρυπνο -και δακρυσμένο- μάτι της τραγουδίστριας.
Μελό σας θυμίζει; Είναι και μελό! Από όλα είναι, σε μικρές-μικρές δόσεις! Αγωνία για την έκβαση του πόκερ, αγωνία για το αν θα στεριώσει ο έρωτας, αγωνία για το αν θα τα βρουν πατέρας και γιος! Μια αγωνία, μόνον μια (ξεχωριστή) από τις παραπάνω, δεν φτάνει για να γίνει ταινία. Όλες μαζί, όμως, και μπλεγμένες, μάλιστα, σε σωστές δόσεις μεταξύ τους (αν και κάποιες φορές διαχέονται και χάνονται) φτάνουν και περισσεύουν! Αρκεί, βέβαια, ο θεατής να μην έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις. Να αρκείται στην απλή περιπέτεια…
Βέβαια, αν κάποιος διαβάσει τις δικαιολογίες (συνεντεύξεις) των δημιουργών θα νομίσει πως βλέπει άλλη ταινία! Στο μπλα-μπλα οι άνθρωποι είναι πολύ καλύτεροι από τα, κυρίως, καθήκοντά τους, που είναι ο κινηματογραφικός λόγος! Εκεί, στην οθόνη, ίσα που καταφέρνουν να πουν μια-δυο σωστές προτάσεις. Οι οποίες, όταν έχουν την τύχη να λέγονται από τον παλαίμαχο ηθοποιό Ρόμπερτ Ντιβάλ, αποκτούν και κάποιο στοχαστικό «βάθος». Ο θεατής σχηματίζει την αίσθηση, πως κάτι πιο σημαντικό, από αυτό που ακούει, του λέει ο καλός ηθοποιός.
Για να συμπληρώσετε τις γνώσεις σας, σας πληροφορούμε πως η ταινία γυρίστηκε προς τιμή της «χρονιάς πόκερ» (2003). Τα ποσά που παίζονται στα διάφορα τουρνουά είναι μυθώδη. Επίσης, στην ταινία δούλεψαν σαν σύμβουλοι, αλλά και σαν ηθοποιοί (παίζοντας τον εαυτό τους), αρκετοί πραγματικοί παίχτες του παγκόσμιου πόκερ. Δεν έχουμε πληροφορίες αν στην ταινία συμμετείχαν τα καζίνο και οι δημοτικές αρχές του Λας Βέγκας! Αυτή την απορία, θα μας τη λύσουν οι υπεύθυνοι του Λουτρακίου! Οι οποίοι, με τον καινούριο νόμο για τον κινηματογράφο (σπόνσορες), διόλου απίθανο να μπούνε στην παραγωγή. Έτσι και αλλιώς η τέχνη, συχνά γίνεται πλυντήριο! Πλυντήριο συνειδήσεων, πλυντήριο μαύρου χρήματος, πλυντήριο κάθε είδους λεκέδων και λακέδων!
Παίζουν: Έρικ Μπάνα, Ντρου Μπάριμορ, Ρόμπερτ Ντιβάλ, Ντέμπρα Μέσινγκ.
Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΜΟΥ
Κάρλο Βερντόνε
![]()
Είναι δυνατόν χώρες, όπως η Ιταλία, με τόσο μακριά -και σε βάθος- κινηματογραφική κουλτούρα, αλλά και με τόσα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα, να γυρίζουν ταινίες όπως «Ο Καλύτερος Εχθρός μου»; Είναι, φαίνεται! Δυστυχώς είναι!
Μια τόσο τετριμμένη ιστορία: ένας διευθυντής αλυσίδας πολυτελών ξενοδοχείων, τα οποία ανήκουν στη γυναίκα του και στον κουνιάδο του, διατηρεί σχέσεις με τη όμορφη γυναίκα του κουνιάδου του. Ο γιος μιας υπαλλήλου του ξενοδοχείου, την οποία απέλυσε ο διευθυντής, ο οποίος συμπωματικά είναι και -κρυφός- φίλος της κόρης του, θέλοντας να τον εκδικηθεί, τραβάει φωτογραφίες με την παράνομη σχέση του, τις οποίες και παρουσιάζει στην οικογένεια του δράστη και μελλοντικού πεθερού του! Η καταστροφή που επέρχεται δίνει την ευκαιρία στον διευθυντή να φτάσει, μετά από περιπέτειες, στην αυτογνωσία!
Μια τόσο τετριμμένη γραφή: Όλα βαρετά τακτοποιημένα! Καμία φαντασία. Οι θέσεις της μηχανής, τα πολυτελή σπίτια, οι καθαροί δρόμοι, τα τοπία (Ρώμη, Κόμο, Γενεύη, Κωνσταντινούπολη), το παίξιμο των ηθοποιών, ο φωτισμός, το μοντάζ, η ανύπαρκτη μουσική επένδυση (ούτε μια νότα δεν έμεινε στο αυτί μου), λες και έχουν γίνει από κακούς δημοσίους υπαλλήλους! «Κλασικός» μικροαστικός κινηματογράφος, για μικροαστούς του σαββατοκύριακου!
Η ταινία δεν επιδέχεται (δεν αντέχει) καμίας σοβαρής καλλιτεχνικής κριτικής! Επιδέχεται, όμως, κοινωνιολογικής κριτικής! Ο σκηνοθέτης προέρχεται από οικογένεια διανοουμένων. Και ο ίδιος είναι καθηγητής φιλολογίας. Είναι φανερό, λοιπόν, ο Κάρλο Βερντόνε, ξέρει! Ξέρεις πως τέτοιες ιστορίες, με τέτοιο χαζό τρόπο δοσμένες, δεν βοηθάνε την Ιταλία. Και, ωστόσο, συνειδητά, γυρίζει την ταινία του (έχει γυρίσει και άλλες παρόμοιες στο παρελθόν) και την «προσφέρει» στον κόσμο.
Το ερώτημα, λοιπόν, που προκύπτει, απαιτεί άμεση απάντηση. Κύριε Βερντόνε, ποιος σας πληρώνει, για να χαζέψετε, ακόμα περισσότερο, τον κόσμο; Ενεργείτε για λογαριασμό σας; Τότε δεν είστε καλλιτέχνης, αλλά ένας φθηνός έμπορος! Ένας μικροκαταστηματάρχης, που πουλάει ληγμένα προϊόντα!
Γίνομαι αυστηρός, γιατί την ίδια μέρα είδα δυο ευρωπαϊκές ταινίες, η μια ο «Εχθρός», η άλλη θα βγει την επόμενη εβδομάδα, οι οποίες -και οι δυο- είναι για χαϊβάνια! Και οι δυο, ανάμεσα στα άλλα, με την κακή τους ποιότητα, ανοίγουν διάπλατα τις πόρτες στον αμερικάνικο κινηματογράφο. Και οι δυο βοηθάνε στην αποβλάκωση της περιοχής. Και οι δυο εντάσσονται στην ενιαία ευρωπαϊκή πολιτιστική πολιτική. Απαλά και εξωτερικά (και εξωπραγματικά) θέματα, για να αποκοιμιέται ο κόσμος! Απαλά, εξωτερικά (και εξωπραγματικά) θέματα, για να κερδίζει ο Σαρκοζί, για να περνιέται για αριστερός ο Πρόντι!
Το ζήτημα είναι σοβαρότερο απ΄ ότι το παρουσιάζω. Η ταινία έχει προταθεί για 5 (πέντε) David di Donatello (τα ιταλικά Όσκαρ)! Αντιλαμβάνεστε πως ο Κάρλο Βερντόνε, δεν είναι μόνος του. Είναι μέρος ενός πλατύτερου σχεδίου! Και μη με πει κανείς καχύποπτο! Θέλω να ακούσω, όποια άλλη εξήγηση!
Παίζουν: Κάρλο Βερντόνε, Σίλβιο Μούτσινο, Άνα Κατερίνα Μοράριου, Αγκνές Νάνο.