Κυριακάτικος ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
9-3-08
ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ, ΣΩΣΤΕ ΤΟ!
νικου αντωνακου
Η Θύελλα είναι σκάρτα πέντε χρονών. Είναι κόρη του ανιψιού μου και δική μου βαφτιστήρα! Δεν τα πάμε πολύ καλά, όμως! Είναι ατίθασο παιδί και επιμένει να γίνεται το δικό του. Από την άλλη και εγώ, αγύριστο κεφάλι. Συνέχεια μαλώνουμε! «Θέλω τη μάνα μου και τον πατέρα μου», είπε και δεν σήκωνε δεύτερη κουβέντα. Υποχώρησα, τι να κάνω; Όταν θυμώνει γίνεται πραγματική θύελλα (γι΄ αυτό τη βάφτισα έτσι). Ντύνουμαι στο λεπτό και τηλεφωνώ στα ανίψια μου, τα οποία είχαν πάει στην πινακοθήκη, να τους την παραδώσω. «Όχι εδώ μου λένε, θα τα κάνει λίμπα, στην Ομόνοια σε μισή ώρα» (από παλιά οι Αγρινιώτες αντάμωναν στου Μπακάκου).
Πιάνω, λοιπόν, την πανέμορφη Θύελλα από το χέρι και κατεβαίνω τη σκάλα. Μόλις ανοίγω την εξώπορτα τέσσερις μοτοσικλέτες των ΜΑΤ σχίζουν την Μαυρομιχάλη σαν να γυρίζουν ταινία! «Τι είναι αυτά»; μου λέει η μικρή. «Τίποτα» της λέω, «η αστυνομία»! «Φοβάμαι»! μου λέει. «Να μη φοβάσαι», της απαντάω, «μαζί μου κανένας δεν σε πειράζει»! Κλείνω την πόρτα, αλλάζουμε χέρι και κατεβαίνουμε τη Μαυρομιχάλη (δεν θέλω να πάω το παιδί από τη Χαρ. Τρικούπη, που έχει καυσαέρια). Στην Καλλιδρομίου πέφτουμε πάνω στο πρώτο μπλόκο! Οπλισμένοι σαν αστακοί αστυνομικοί έχουν ζώσει τα γύρω πεζοδρόμια. «Τι είναι ετούτοι», μου λέει. «Τίποτα κούκλα μου, αστυνομικοί είναι»! της απαντάω! «Δεν πάω», μου λέει, «φοβάμαι»!
Πίσω ολοταχώς! Το πρώτο στενό δεξιά, βγαίνουμε Ιπποκράτους! Κοιτάζω, άλλο μπλόκο. Μια κλούβα στη λεωφοριολωρίδα του κεντρικού δρόμου και γύρω της άλλοι αστακοί. «Δεν πάω», μου λέει η μικρή, «έχουνε όπλα»! Πίσω πάλι. Φτάνουμε Χαρ. Τρικούπη, ρουφάμε του κόσμου το καυσαέριο αλλά, επιτέλους, χωρίς κάνες να μας ζώνουν! Σε τρία λεφτά, σχεδόν τρέχοντας φτάνουμε Αραχώβης! «Μην προχωράς», μου φωνάζει η μικρή, «άλλοι». Πράγματι ανάμεσα στη Διδότου και τη Βαλτετσίου, έξω από τα γραφεία του ΠΑΣΟΚ, άλλοι αστακοί. Αυτοί έχουν σκορπίσει σε όλη την περιοχή. Και είναι έτοιμοι για έφοδο!
Βουτάω το παιδί από το χέρι και πιάνουμε τη Ζωοδόχου Πηγής. Άλλες κάνες εκεί στραμμένες απειλητικά κατεπάνω μας! Το ίδιο και στο βάθος της Μπενάκη. Τρέχοντας φτάνουμε στην πλατεία Εξαρχείων! Τι τραγικό λάθος, δεν θα το συγχωρήσω ποτέ στον εαυτό μου! Εδώ, πια, το τοπίο μοιάζει Βαγδάτη! «Είναι άγριοι», μου φωνάζει η μικρή, «θέλω τη μαμά μου»! «Τώρα, κούκλα μου, στη μάνα σου πάμε»! «Όχι, από εδώ», με παρακαλεί, «θα μας σκοτώσουν»! «Δεν μας πειράζουν», την παρηγορώ, «τους κακούς κυνηγάνε»! «Εμένα κυνηγάνε, εγώ είμαι κακιά»! μου φωνάζει. «Εσύ δεν είσαι κακιά, εσύ είσαι Θύελλα, γλυκιά Θύελλα»! την διαβεβαιώνω. Δεν πείθεται, όμως: «Κακιά είμαι, «είσαι κακό κορίτσι», μου είπες το πρωί που ξύπνησα και δεν είδα ούτε τον μπαμπά ούτε τη μαμά». «Έκλαιγες, γι αυτό το είπα»! «Έκλαιγα γιατί ξύπνησα σε «ξένο» σπίτι». «Στο σπίτι μου ξύπνησες»! «Χωρίς τον μπαμπά και τη μαμά, όμως. Έρχονται»!
Πράγματι, χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο, ένα σύνταγμα αστυνομικών, οπλισμένοι όπως οι Αμερικάνοι φαντάροι στο Ιράκ, έρχονται από τη Στουρνάρη βροντώντας τις ασπίδες τους. Εγώ σκιάχτηκα, όχι το παιδί που δεν είναι και μαθημένο! Σκύβω και το σηκώνω στην αγκαλιά μου. «Θα σε σώσω», της λέω, «πάμε»! Περνάω τα πόδια της στο σβέρκο μου και αρχίζω να τρέχω! Κατεβαίνω στη Σολωμού! Μπόταση, άλλοι αστυνομικοί! «Αριστερά», μου λέει η μικρή. Μπροστά εμείς πίσω οι αστυνομικοί μπαίνουμε στον πεζόδρομο της Κωλέτη. Στρίβουμε δεξιά τη Θεμιστοκλέους τρέχοντας. Σχεδόν ελεύθεροι μέχρι την Ακαδημίας. Εκεί δεν περνάει κανένας! Στρίβουμε στην Κλεισόβης, μπαίνουμε στη στοά του «Χόλυγουντ» και με την πρώτη ευκαιρία περνάμε απέναντι. Κατεβαίνουμε τον πεζόδρομο της Βερανζέρου. Δέκα βήματα και να, οι αστυνομικοί που ανεβαίνουν κατά δεκάδες από την Πατησίων!
Ταράζεται η μικρή και με κλωτσάει όπως οι καουμπόηδες τα άλογα! «Τρέξε νονέ», με παρακαλάει, «τρέξε μας πιάσανε»! «Κανένας δεν θα μας πιάσει», της φωνάζω, «θα σε πάω σώα στη μάνα σου και στον πατέρα σου». «Πίσω», φωνάζω και αρχίζω να τρέχω σαν τρελός! Στρίβω στον πεζόδρομο της Κάνιγγος, μετά δεξιά στη Σωτωβριάνδου. Περνάω απέναντι την Πατησίων, που έχει προσωρινά ελευθερωθεί, και αμέσως χώνομαι στη στοά που σολιάζουν παπούτσια. Βγαίνω μπροστά στο «Νέον». Άλλοι οπλισμένοι αστυνομικοί εκεί! Στρίβω γρήγορα στη Δώρου. Βγαίνω Γ΄ Σεπτεμβρίου. Φτάνω στην Κοτοπούλη. Κατεβάζω τη μικρή από τον ώμου μου για να τρέξουμε πιο γρήγορα. Αγίου Κωνσταντίνου και Ομόνοια συναντάω τα ανίψια μου. «Εγώ έκανα ό,τι μπορούσα! Δικό σας είναι το παιδί, σώστε το», τους είπα!