Κριτική Κινηματογράφου

28 08 2008

Κριτική Τανιών 28-8-08
Για την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Από το Νίκο Αντωνάκο

ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ
 Δυο μόνον νέες οι ταινίες της εβδομάδας. Και μια επανάληψη! Αρκετό, όμως, το ενδιαφέρον! Πρώτα, βέβαια, η εκ βαθέων ασπρόμαυρη εξομολόγηση του Γούντι Άλεν, «Μανχάταν» (παραγωγής 1979). Μικροαστοί νεοϋορκέζοι καλλιτέχνες και διανοούμενοι, με «τρυφερό» και «γοητευτικό» τρόπο,  τρώγονται, στην ουσία, με τα νύχια τους και τρώνε, επίσης στην ουσία, τις σάρκες τους. Ταινία με σπάνια αισθητική και με εξαιρετική μουσική.
 Ενδιαφέρουσα, κυρίως κατασκευαστικά, είναι και η ταινία του Έλληνα, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και μεγάλωσε  στο Μεξικό, Σπύρου Σταθουλόπουλου, «PVC-1».  Τρομοκράτες και λίτρα. Αλλού, όμως, είναι το ενδιαφέρον. Η ταινία γυρίστηκε «μονοπλάνο» που διήρκεσε όσο και η διάρκεια της ταινίας (85 λεπτά).
 Φυσικά έχουμε και την περιπέτεια (και τίποτα περισσότερο) της εβδομάδας! Πρόκειται για τη μεταβολή ενός συνηθισμένου και απλού νέου ανθρώπου σε υπερήρωα. «Wanted», λοιπόν, του Τιμούρ Μπεκμαμπέτοφ. Αυτά τα ολίγα! Η επόμενη εβδομάδα φέρνει ένδεκα νέες ταινίες! Ετοιμασθείτε…

ΜΑΝΧΑΤΑΝ
Γούντι Άλεν

 Λίγες, πολύ λίγες ταινίες καταφέρνουν να καταγράψουν με τέτοια πιστότητα  και ακρίβεια, με τέτοια καλλιτεχνική αξία και αισθητική (με θαυμάσια ασπρόμαυρη φωτογραφία και εξίσου θαυμάσια «ασπρόμαυρη» μουσική (τζαζ), το θέμα που πραγματεύονται. Ο Γούντι Άλεν κατέγραψε με απόλυτη καθαρότητα και σαφήνεια, σχεδόν αψεγάδιαστα, το μικροαστικό καλλιτεχνικό Μανχάταν. Κατέγραψε το κενό της σκέψης, την επιτήδευση του δήθεν, την ελαφρότητα της συμπεριφοράς, την επιφανειακή εξυπνάδα, αλλά και την τραγωδία αυτών των ανθρώπων. Οι οποίοι, όπως το μετέωρο βήμα του πελαργού, στέκονται αναποφάσιστοι μπροστά στο δρόμο που πρέπει να διαλέξουν. Να πάνε με τη μεριά της εργατικής τάξης, από την οποία προέρχονται και έχουν δεσμούς αίματος ή να προσχωρήσουν οριστικά στην μεγαλοαστική τάξη την οποία ορέγονται;
 Τραγικά πρόσωπα οι μικροαστοί καλλιτέχνες και διανοούμενοι, έστω και αν παριστάνουν τους ευτυχισμένους. Ξέρουν πολύ καλά πως, τελικά, δεν είναι τίποτα περισσότερο από υπηρέτες της αστικής τάξης. Υπηρέτες που προσφέρουν το άφθονο, πολλές φορές, ταλέντο τους για μερικά κόκαλα εξουσίας, για μερικές στιγμές χλιδής, για κάποιες ώρες ξεγνοιασιάς και πολυτέλειας. Ξέρουν πως, τελικά, είναι οι σύγχρονοι γελωτοποιοί του μεγαλοαστού βασιλέως! Γελωτοποιοί που περιφέρονται στις διάφορες αυλές και προσφέρουν διασκέδαση. Πνευματική και σωματική διασκέδαση.  Παράλληλα, και το χειρότερο, είναι οι συντηρητές και αναπαραγωγοί μιας χυδαίας ταξικής (αστικής) ιδεολογίας.  (Χιλιάδες τέτοια παραδείγματα υπάρχουν και στη μικρή χώρα μας).
 Το αντίκρισμα για όλες τις παραπάνω απολαβές αυτών των τραγικών Ριγκολέτων είναι η δυστυχία τους. Πρέπει όλη την ώρα να προσποιούνται και όλη την ώρα να υποχωρούν. Αυτή η συμπεριφορά αναπόφευκτα τους οδηγεί στο να χάσουν τις όποιες αντιστάσεις είχαν στα πρώτα βήματα της ζωής τους, όταν ακόμα ήταν αγνοί, με αποτέλεσμα να μην μπορούν, πια, να συνάψουν αληθινές και υγιείς σχέσεις ούτε καν μεταξύ τους. Οι μικροαστοί καλλιτέχνες και διανοούμενοι είναι, τελικά, ένα κομμάτι της κοινωνίας, απομονωμένο ακόμα και από το πολυπληθές μικροαστικό σύνολό της σημερινής ανεπτυγμένης καπιταλιστικής κοινωνίας. Ένα κομμάτι που πάσχει βαθιά από έλλειψη χαρακτήρα. Ένα κομμάτι που δεν διαθέτει σταθερές!
 Η έλλειψη χαρακτήρα και σταθερών των μικροαστών, ιδιαιτέρα των καλλιτεχνών και διανοούμενων μικροαστών, τους φορτώνει με νευρώσεις και ανασφάλειες. Τα φαρμακεία στα μικροαστικά σπίτια, ιδιαίτερα στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, είναι γεμάτα με ψυχοφάρμακα. Οι ψυχίατροι έγιναν πιο πολλοί από τους παθολόγους! Τα έργα των μικροαστών καλλιτεχνών και διανοουμένων κατατρίβονται με πνευματικές και σωματικές αρρώστιες. Τα θέματα με τα οποία καταπιάνονται είναι οι δικές τους ανασφάλειες και οι δικές τους νευρώσεις. Οι χαρακτήρες των έργων τους είναι ο δικός τους συντετριμμένος εσωτερικός κόσμος. Χαρακτήρες προβληματικοί και ανολοκλήρωτοι. Γι΄ αυτό η τέχνη τους είναι τέχνη απελπισμένη, τέχνη αδιέξοδη!   
 Ο Γούντι Άλεν στο θαυμάσιο «Μανχάταν» προσπάθησε να μην είναι τραγικός και δηκτικός απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους. Απόφυγε το δράμα και την κατευθείαν καταγγελία. Διάλεξε τη μέθοδο της σάτιρας, η οποία ναι μεν πληγώνει βαθειά, αλλά πληγώνει σχεδόν πάντα με λεπτό τρόπο! Σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, προσφέρει και δυνατότητες διεξόδου. Το γέλιο είναι, μπορεί να γίνει, και σοβαρή μέθοδος αυτογνωσίας. Καθώς, σε ξεσκεπάζει «φιλικά», δεν σε απαξιώνει οριστικά, δεν σε βάζει μια και έξω απέναντι στον εαυτό σου. Δεν σου προσθέτει ενοχές. Αντίθετα σου συμπεριφέρεται με καλοσύνη. Σε παροτρύνει με ευγένεια!
 Θεωρώ το «Μανχάταν», και δεν είμαι ο μόνος, σαν την καλύτερη και πιο ολοκληρωμένη ταινία του Γούντι Άλεν, με εξαίρεση, ίσως τη «Βιτρίνα». Εδώ ο δαιμόνιος δημιουργός ήξερε σε βάθος το θέμα του. Είναι φανερό πως ανάμεσα στους ήρωες, κάπου εκεί μέσα βρίσκεται και η δική του σκιά. Κάπου εκεί μέσα κινείται και το δικό του φάντασμα. Οι μικροαστοί καλλιτέχνες και διανοούμενοι της μεγάλης Αμερικής έχουν το «δικό τους μέρος». Το «χώρο» τους. Το Μανχάταν. Στο κομμάτι αυτό της Αμερικάνικης μεγαλούπολης, οι κάτοικοί του, πολύ κοντά κυριολεκτικά και μεταφορικά στην πραγματική και δυνατή αμερικάνικη εξουσία, τα σκληρά χρηματιστήρια και τις ανελέητες τράπεζες, παριστάνουν ότι αναπνέουν ελεύθερα, παρ΄ ό,τι ασφυκτιούν. Εδώ οι άνθρωποι δείχνουν μεγαλύτερη ανοχή στο «διαφορετικό». Είναι πιο ανοιχτοί στο «καινούριο». Εξωτερικά παρουσιάζουν μια ευτυχισμένη εικόνα. Πολύς κόσμος σε ολόκληρη την ανθρωπότητα τους ζηλεύει!
Αυτόν τον κόσμο, τον κόσμο του, ο Γούντι Άλεν, με μεγάλο ψυχικό κόστος υποθέτω, τον παρουσίασε στις πραγματικές του διαστάσεις. Με πολλή αγάπη, είναι αλήθεια, αλλά χωρίς μάσκες! Οι ήρωές του, ανάμεσά τους και ο ίδιος, ο οποίος είναι γνωστό πως είναι κάτοικος και κομμάτι του Μανχάταν, σπαταλιούνται σε πολύ μικρά πράγματα σε σχέση με την αξία τους. Γοητευτικά μεν, αλλά οπωσδήποτε μικρά πράγματα. Οι διαπροσωπικές σχέσεις τους, οικοδομημένες μέσα στην προσποίηση και στο ψέμα, δεν κρατάνε παρά κάποιες ώρες, κάποιες μέρες, κάποιους μήνες στην καλύτερη περίπτωση. Ύστερα διαλύονται αφήνοντας πίσω τους κενά που καθημερινά μεγαλώνουν. Αυτά τα κενά γεμίζουν το κοινωνικό τοπίο του Μανχάταν με «τρύπες» μέσα στις οποίες πέφτουν είτε από απροσεξία, είτε από επιπολαιότητα, οι κάτοικοι της μικρής αυτής μικροαστικής περιοχής της Νέας Υόρκης. Και το γαϊτανάκι δεν έχει τελειωμό!
Η ταινία έχει μια βασική έλλειψη, η οποία την εμποδίζει να είναι… τέλεια. Ο δημιουργός της δεν θέλησε, δεν μπόρεσε, δεν τόλμησε, να κατονομάσει τον κυρίως υπεύθυνο για την κατασπατάληση τέτοιας αξίας ανθρώπων. Περιόρισε την κριτική  του στα συγκεκριμένα πρόσωπα, στους κατοίκους της μικρής αυτής μικροαστικής περιοχής. Φόρτωσε όλα τα κακά της ανθρωπότητας πάνω σε αυτούς τους ανθρώπους (και στον εαυτό του, ίσως;). Χωρίς να έχω καμία διάθεση απενοχοποίησης, αυτός ο κόσμος έχει πράγματι τις δικές του τεράστιες ευθύνες, εκείνος, όμως, που παράγει τελικά τα διάφορα μικροαστικά μοντέλα ζωής, που διατάζει συμπεριφορές είναι η άρχουσα τάξη, ο καπιταλισμός. Αυτός που σφίγγει το λαιμό του Μανχάταν. Αυτός που σήμερα πια σφίγγει το λαιμό ολόκληρης της ανθρωπότητας.
Δεν μπορώ να δεχτώ την άποψη του περιττού, την άποψη ότι εξυπακούεται. Ο θεατής βγαίνοντας από την αίθουσα θα μείνει με τις εικόνες που είδε και όχι με εκείνες που κρύβονται πίσω από αυτές. Και τις οποίες μάλιστα η ταινία δεν τις κατέδειξε ούτε μια στιγμή. Ούτε καν τις υπαινίχτηκε!  Όπως και να΄ χει, όμως, και παρ΄ όλες τις παραπάνω ελλείψεις, το «Μανχάταν», είναι μια πολύ χρήσιμη και αποκαλυπτική ταινία. Μια ταινία χρήσιμη και για τον απλό θεατή, αλλά και για τους ανά τον κόσμο μικροαστούς καλλιτέχνες και διανοουμένους. Ιδιαίτερα για τους μικροαστούς καλλιτέχνες και διανοούμενους.
Αυτά που αναφέραμε πιο πάνω δεν αφορούν, βέβαια, μόνο στους καλλιτέχνες και στους διανοούμενους μικροαστούς. Το κάνουμε αυτό, γιατί με αυτούς ασχολείται η ταινία. Τα παραπάνω αφορούν στο σύνολο σχεδόν της αστικής κοινωνίας. Ακόμα και η εργατική τάξη, η οποία βρίσκεται σε διαρκή σύγκρουση με την αστική ιδεολογία, ζώντας μέσα στην ανασφάλεια, στην αβεβαιότητα και στο άγχος, έχει δηλητηριαστεί έως ένα σημείο και αυτή από την αστική ηθική και τον γενικό αστικό τρόπο ζωής. Ακόμα και αυτή έχει υποκύψει στις αστικές αντιλήψεις και έχει ενδώσει στις καπιταλιστικές ηθικές αξίες, στην ατομική ιδιοκτησία και στον ανταγωνισμό. Και είναι επόμενο να συμβαίνει αυτό, αφού η αστική ιδεολογία είναι η κυρίαρχη ιδεολογία!
Παίζουν: Γούντι Άλεν, Ντάϊαν Κίτον, Μάριελ Χεμινγουέϊ, Μέριλ Στριπ, Μίκαελ Μάρφι, κ.ά.

PCV-1
Σπύρος Σταθουλόπουλος

  Ξαφνικά το μικρό αγρόκτημα, που βρίσκεται σε κάποια έρημη περιοχή της επαρχίας της Κολομβίας, ζώνεται από «τρομοκράτες». Η οικογένεια, πατέρας, μητέρα, η 12χρονη κόρη και ο μικρότερος γιος, από τη μια στιγμή στην άλλη βρίσκονται όμηροι. Οι «τρομοκράτες» απαιτούν 7.000 δολάρια! Η οικογένεια προσπαθεί να τους πείσει πως είναι φτωχοί άνθρωποι και δεν καταλαβαίνουν για ποιο λόγο διάλεξαν αυτούς. Εκείνοι επιμένουν. Για να εκβιάσουν ακόμα περισσότερο τα πράγματα φοράνε στη μητέρα ένα κολάρο το οποίο, στην ουσία, είναι μια ωρολογιακή βόμβα (PCV-1), η οποία μετά από κάποιες ώρες θα εκραγεί!
 Οι «τρομοκράτες» φεύγουν, σίγουροι ότι οι όμηροι θα τους φέρουν τα λεφτά, για να γλυτώσουν τη μητέρα, και η οικογένεια αρχίζει να τρέχει. Φυσικά δεν τρέχει για τα χρήματα, γιατί χρήματα, πράγματι, δεν υπάρχουν. Η οικογένεια είναι όντως μια πολύ φτωχή οικογένεια. Είναι φανερό πως τους έχουν πάρει για άλλους. Τρέχει, λοιπόν, για να αποσυνδέσει την βόμβα πριν αυτή εκραγεί.
 Από το σημείο αυτό και μετά η ταινία μεταβάλλεται σε ένα άγριο αγκομαχητό. Ο φακός του Έλληνα σκηνοθέτη γίνεται μέρος της οικογένειας, ιδρώνει και αυτός, φοβάται και αυτός, τρέχει και αυτός. Σε κάθε απότομη κίνηση η βόμβα μπορεί να εκραγεί. Στόχος είναι να φτάσουν στο ραντεβού που έχουν κλείσει με ειδικό στρατιωτικό πυροτεχνουργό ο οποίος θα αποσυνδέσει τη βόμβα. Η απόσταση είναι αρκετά μεγάλη και δεν υπάρχει μεταφορικό μέσο. Πρέπει να τρέξουν…
 Και τρέχουν! Το ταξίδι της οικογένειας μέσα στα χωράφια και στις ρεματιές το ακολουθεί σε πραγματικό χρόνο ο φακός. Η μηχανή δεν σταματάει να κινηματογραφεί, δεν αλλάζει θέσεις, δεν ακολουθεί τη γνωστή κινηματογραφική γραφή. Δένεται στο άρμα της οικογένειας και τρέχει. Όλοι μαζί, λοιπόν, και αφού η αγωνία έχει φτάσει στο ζενίθ, η παγιδευμένη γυναίκα, η οικογένειά της και ο φακός ανταμώνουν τον πυροτεχνουργό. Ο οποίος, με λεπτές κινήσεις, πνιγμένος στο φόβο και στην  αγωνία και αυτός, αρχίζει την αποσύνδεση. Παράλληλα, τόσο για να δώσει θάρρος στην παγιδευμένη γυναίκα όσο και στον εαυτό του, μας εξομολογείται τη ζωή του. Και αυτό είναι μια ακόμα ανθρώπινη στιγμή.
 Δεν θα σας πω το τέλος, το οποίο έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον! Θα σας πω, όμως, πως η ιστορία είναι αληθινή. Και θα σας πω ακόμα πως το επίτευγμα του σκηνοθέτη, το οποίο είναι και η κινηματογραφική πρότασή του, έγκειται στο γεγονός ότι η ταινία του είναι γυρισμένη σε μονοπλάνο! Ό,τι βλέπει ο θεατής είναι μια και έξω τραβηγμένο. Με το άνοιγμα της ταινίας «άνοιξε» και η μηχανή. Η οποία σταμάτησε να τραβάει μόνον όταν ολοκληρώθηκε η ιστορία που μας διηγήθηκε.
 Ενδιαφέρουσα, λοιπόν, η ταινία. Τόσο για την ιστορία που διηγείται όσο και για τον τρόπο που τη διηγείται. Ο θεατής θα νοιώσει πολλές φορές ότι είναι και αυτός μέρος αυτής της ιστορίας. Θα τρέξει και αυτός για να προλάβει τον πυροτεχνουργό.
Παίζουν: Μερίντα Ουρούϊα, Ντανιέλ Παέζ, Αλμπέρτο Ζορνόζα, Χιούγκο Περιέρα, Πατρίτσια Πουέντα, κ΄.α.

WANTED
Τιμούρ Μπεκμαμπέτοφ

 

 Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον της ταινίας βρίσκεται στο παρασκήνιο, παρά στην ίδια την ταινία. Έχω διαβάσει τόσες «παρουσιάσεις» της, σε τόσο διαφορετικές εφημερίδες και περιοδικά, που μου έχουν κινήσει την περιέργεια. Μετά, λοιπόν, από …σοβαρή μελέτη κατέληξα πως οι ταινίες δεν επιβάλλονται μόνον δια της παρουσίας τους, της αξίας τους δηλαδή, αλλά και δια της πλαγίας οδού. Μέσα από τις δήθεν αθώες παρουσιάσεις και τα δήθεν αθώα ρεπορτάζ. Παρουσιάσεις και ρεπορτάζ που ξεκινάνε από τον πρωταγωνιστή και την πρωταγωνίστρια και καταλήγουν σε «καυτές» λεπτομέρειες από τα γυρίσματα.
 Τι να πει τώρα ο κριτικός; Το κλίμα έχει ήδη καλλιεργηθεί. Ο θεατής έχει ήδη «φτιαχτεί» για να παρακολουθήσει μια «καταιγιστική περιπέτεια», ένα «θαυμάσιο πρωταγωνιστή», και μια «πολύ σέξι πρωταγωνίστρια». Α, να μην ξεχάσουμε και την ιστορία. Ένας καθημερινός και αρκετά δειλός νεαρός, δαγκώνοντας το μήλο που του προσφέρει μια σύγχρονη Εύα, μεταβάλλεται σε θαρραλέο δολοφόνο. Βέβαια περνάει και από κάποια εκπαίδευση. Σημασία, πάντως, έχει, πως ο καθένας μας (αυτό είναι το ηθικό δίδαγμα της ταινίας), έχει αστείρευτες δυνάμεις μέσα του. Μπορεί, αν τις ελευθερώσει, να γίνει τρομερός εκδικητής! Εξαιρετικός και περίτεχνος δολοφόνος!
  Ο νεαρός, λοιπόν, αυτός κύριος, ο πρώην δειλός και νυν θαρραλέος τελικά είναι γιος ενός έκφυλου πατέρα, ο  οποίος ήταν μέλος μιας αδελφότητας, η οποία έρχεται από τα βάθη των αιώνων! Η αδελφότητα αυτή αναλάμβανε υψηλές δολοφονίες. Πεθαίνοντας ο πατέρας αναλαμβάνει ο γιος. Ο οποίος θα εκδικηθεί και για το θάνατο του πατέρα του (τον οποίον δεν γνώριζε).
 Κρίνετε μόνοι σας, αν αξίζουν τόσες παρουσιάσεις, τόσα ρεπορτάζ, από τόσο σοβαρές εφημερίδες και περιοδικά. Πρόκειται για μια απλοϊκή ταινία, η οποία καλύπτει τις αφέλειές της, και τη βία της, πίσω από τον ορισμό σαν ταινία-κόμικ. Ότι, δηλαδή, δεν είναι ακριβώς ταινία, αλλά… κόμικ! Λες και τα κόμικς, η φόρμα, δεν είναι υποχρεωμένα να ασχολούνται με το περιεχόμενο. Τα κόμικς, σύμφωνα με τη λογική τους, είναι ελεύθερα να διηγούνται όποια ιστορία επιθυμούν, χωρίς να αναλαμβάνουν και τις ευθύνες τους.
 Επί του προκειμένου (και ας μου απαντήσουν οι «παρουσιαστές» και οι «ρεπόρτερ»), ποιον μπορεί να νοιάζει ένα βίαιο και μεταφυσικό παραμύθι; Μια απίθανη ιστορία; Αλλά και ποιον μπορεί να διασκεδάζει μια τέτοια ταινία; Επιτέλους, να μην χάσουμε τελείως το γούστο μας. Να μην εθιστούμε οριστικά στην… περιπέτεια!  
 Να πούμε για την ιστορία πως ο σκηνοθέτης της είναι Ρώσος! Ο οποίος πριν περάσει στις μεγάλου μήκους ταινίες εργαζόταν στη διαφήμιση. Από εκεί πήρε και την αισθητική -και την ηθική- τού «Wanted». Πριν από το Wanted γύρισε δυο αιματηρές ταινίες που έσπασαν ταμεία στη Ρωσία. Οι ταινίες αυτές του άνοιξαν τις πόρτες του Χόλιγουντ. Σημεία των καιρών! Να πούμε, ακόμα, πως η ταινία στηρίζεται στο βιβλίο των Μαρκ Μίλαρ και Τζ. Τζ. Τζόουνς, οι οποίοι δημιούργησαν το ομότιτλο κόμικ.
Παίζουν: Αντζελίνα Τζολί, Τζέϊμς Μακ Αβόϊ, Μόργκαν Φρίμαν, Κόμον, Τόμας Κρέτσμαν.

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΛΙΕΝΤΕ

 Βάλτε στον προγραμματισμό σας το αφιέρωμα στον Αλιέντε της επόμενης κινηματογραφικής εβδομάδας (4-10/9/2008). Με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του, στον κινηματογράφο «Ίλιον», θα προβληθούν 7 ταινίες επινόησης (φιξιόν) και 27 ντοκιμαντέρ. Επίσης, θα λειτουργήσει έκθεση φωτογραφίας, αφίσας και ντοκουμέντων.
 Ανάμεσα στις ταινίες που θα παιχτούν και οι οποίες με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και βαθμό αναφέρονται στον Αλιέντε και την ιστορία του, την ιστορία της Χιλής, αλλά και της Λατινικής Αμερικής γενικότερα, είναι εξαιρετικές ταινίες όπως το «Βρέχει πάνω από το Σαντιάγκο», του Χέλβιο Σότο, η τρυφερή ταινία «Ματσούκα», του Αντρές Γουντ, τα ντοκιμαντέρ «Η Μάχη της Χιλής», (1,2 και 3), τα οποία αναφέρονται στην εξέγερση της Χιλιανής μπουρζουαζίας (1), στο πραξικόπημα (2) και τέλος στη Λαϊκή Εξουσία στη Χιλή (3)…
 Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στα δέκα ντοκιμαντέρ των ανατολικογερμανών σκηνοθετών Χαϊνόφσκι και Σόϊμαν, που θα παιχτούν στο αφιέρωμα. Πρόκειται για δέκα ντοκιμαντέρ που, τελικά, αγκαλιάζουν ολόκληρη τη Λατινική Αμερική. Να θυμίσουμε απλώς, πως ο  Χαϊνόφσκι και ο Σόϊμαν είναι οι δημιουργοί που με την κριτική και διαλεκτική κινηματογραφική και φιλοσοφική ματιά τους, άλλαξαν την άποψη για το ντοκιμαντέρ.
 Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ντοκιμαντέρ του Πατρίτσιο Γκούζμαν «Σαλβαδόρ Αλιέντε». Ο Γκούζμαν είναι και ο δημιουργός της τριλογίας «  Η Μάχη της Χιλής». Συνολικά στο αφιέρωμα θα παιχτούν επτά ταινίες του Γκούζμαν.    
 Στα αφιέρωμα θα παιχτούν και ταινίες των Κώστα Γαβρά, Μιχάλη Κακογιάννη, Αλέξη Γρίβα, Λουίς Σουπελβέντα, Πίτερ Ραϊμόντ, Σεμπάστιαν Μορένο Μαρντόνες, κ.ά. Επίσης θα παιχτεί και η ταινία «Η Χιλή με Όπλα και Τραγούδια», η οποία γυρίστηκε από ομάδες κινηματογραφιστών.





Κριτική Κινηματογράφου

24 08 2008

Κριτική Ταινιών 21-8-08
Για την Εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Από το Νίκο Αντωνάκο

ΖΕΣΤΕΣ
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

 Η εβδομάδα προσφέρει δυο πολύ ενδιαφέρουσες επαναλήψεις. Την πολύ καλή  δραματική κοινωνική ταινία του Τζον Χιούστον, «Ανταύγειες σε Χρυσά Μάτια» και τη γνωστή ερωτική κωμωδία του Γούντι Άλεν, «Όλα όσα Θέλετε να Ξέρετε για το Σεξ». Υπάρχει μια ακόμα παλιά ταινία (1967), η οποία όμως, σύμφωνα με το γραφείο διανομής, παίζεται για πρώτη φορά στη χώρα μας και μάλιστα με καινούριες κόπιες. Πρόκειται για το εικαστικό φιλοσοφικό μικρό αριστούργημα του εξαιρετικού Γιαπωνέζου δημιουργού Χιρόσι Τεσιγκαχάρα, «Το Πρόσωπο Ενός Άλλου».
 Από τις καινούριες παραγωγές ξεχωρίζει η σουηδική ποιητική ταινία του Αμίρ Τσάμπιν, «Θεού Θέλοντος»! Έρωτας και μοναξιά και θαυμάσιες εικόνες! Κάπου εδώ τελειώνει, ίσως, και η εβδομάδα. Ποιος νοιάζεται να δει μια ακόμα… Νάρνια; Μια ακόμα παιδική περιπέτεια (με όλη τη σημασία των λέξεων) για μεγάλους («Νάρνια, ο Πρίγκιπας Κάσπιαν», του Άντριου Άνταμσον)! Ο «Γάμος Εξπρές», του Μάϊκλ Ίαν Μπλακ, ισχυρίζεται, τελείως αυθαίρετα και καταχρηστικά, πως είναι κωμωδία! Δεν σκάει χείλι!
 Υπάρχει, βέβαια, και η γνωστή δόση της εβδομάδας! Το απαραίτητο θρίλερ! «Κλείδωσες;», ρωτάει ο Μπράϊαν Μπερτίνο! Αλλά και να κλείδωσες ο εχθρός είναι μέσα στο ίδιο σου το σπίτι! Κολλητά με το θρίλερ έρχονται οι κινέζικες πολεμικές τέχνες. «Το Απαγορευμένο Βασίλειο», του Ροντ Μίντοφ. Κλωτσοπατινάδα και άγιος ο θεός!
 Άφησα τελευταία, για να την προσέξετε, την αντικομμουνιστική ταινία του Σκοτσέζου Ίαν Γκλεν, «Η Επανάσταση της Κυρίας Ράτλιφ». Καλή κατασκευή, με πολύ ύπουλο περιεχόμενο. Εγγλέζοι κομμουνιστές αλλάζουν πίστη στην Ανατολική Γερμανία! Ο πόλεμος (ταξικός) δεν σταμάτησε, ούτε θα σταματήσει, όσο υπάρχουν ταξικές κοινωνίες.

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ
Χιρόσι Τεσιγκαχάρα

 Η ευχάριστη έκπληξη συνεχίζεται. Η γνωριμία του ελληνικού κοινού (η επαναγνωριμία, αν θέλετε, αφού κάποιοι κινηματογραφόφιλοι είχαν ακούσει για εκείνον), με τον Χιρόσι Τεσιγκαχάρα, γίνεται με μια ακόμα θαυμάσια ταινία του. «Το Πρόσωπο Ενός Άλλου», θα σας αναστατώσει.
 Θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε από την αρχή πως δεν έχουμε να κάνουμε με εύκολο δημιουργό. Αυτό εν μέρει οφείλεται στα θέματα με τα οποία καταπιάνεται και στα φιλοσοφικά ζητήματα που βάζει στις ταινίες του και εν μέρει στον ελιτίστικο τρόπο που τις κινηματογραφεί. Ο θεατής πρέπει να έχει όλες τις κεραίες καρφωμένες πάνω στην οθόνη. Κάθε κινηματογραφική στιγμή κρύβει μια έκπληξη, φέρνει μια πληροφορία, βάζει ένα ερωτηματικό.
 Στο «Πρόσωπο Ενός Άλλου», ο θεατής θα διαβάσει, στο πρώτο επίπεδο,  την παρακάτω ιστορία. Μετά από ένα ατύχημα το πρόσωπο ενός πετυχημένου επιχειρηματία καταστρέφεται ολοκληρωτικά. Ο επιχειρηματίας είναι αναγκασμένος να κυκλοφορεί τυλιγμένος με επιδέσμους. Αυτό αναγκάζει αυτούς που συναναστρέφεται, ακόμα και τη γυναίκα του, να τον αποφεύγουν. Εξωτερικά, βέβαια, δείχνουν κατανόηση και ευγένεια. Στην απελπισία του δέχεται την πρόταση ενός γιατρού να του «προσθέσει» καινούριο πρόσωπο. Πράγματι, η απόπειρα πετυχαίνει και ο ήρωάς μας αποκτάει ένα καινούριο πρόσωπο. «Το πρόσωπο Ενός Άλλου», η νέα του εμφάνιση, όμως, θα του επιβάλει και τις ανάλογες συμπεριφορές…
 Καθώς καταλαβαίνετε η ταινία ασχολείται πρακτικά και φιλοσοφικά με την ταυτότητα. Το πρόσωπο (η μορφή) ή το μυαλό, οι ιδέες, ο χαρακτήρας (το περιεχόμενο), είναι η ταυτότητα, το άτομο, ο άνθρωπος, η κοινωνία, ο κόσμος; Και, επίσης, πόσο επιδρά το πρόσωπο (η μορφή) στη συμπεριφορά (περιεχόμενο) του ανθρώπου, της κοινωνίας, του κόσμου; Τελικά ο τρόπος που ο κόσμος (το περιβάλλον) μας κοιτά (αντιμετωπίζει) επιδρά πάνω μας, «φτιάχνει» το πρόσωπό μας, καθορίζει τη συμπεριφορά μας, τη μορφή και το περιεχόμενο (μας) ή το αντίθετο; Πάντως από μια γενικότερη προσέγγιση η ταινία αναδεικνύει την διαλεκτική σχέση μορφής –περιεχομένου. 
 Μέρες μπορεί να κουβεντιάζει κανείς για τα ζητήματα που βάζει η ταινία. Μερικά από αυτά τα ζητήματα απαντιούνται και μερικά, τα περισσότερα, μένουν μετέωρα και ανοιχτά για συζήτηση. Η ταινία, πέρα από τη μεγάλη ευχαρίστηση που προσφέρει στα μάτια μας, ο τρόπος κινηματογράφησης είναι εντυπωσιακός, μοντέρνος και τολμηρός, μας φορτώνει και φιλοσοφική δουλειά για το σπίτι. Μόνοι μας ή με τους φίλους μας θα πρέπει να δώσουμε εμείς τις απαντήσεις που, από αδυναμία ή από σκοπιμότητα, δεν έδωσε η ταινία.
 Ο κινηματογράφος του Χιρόσι Τεσιγκαχάρα είναι σκεπτόμενος κινηματογράφος. Η διασκέδαση, που έπεται, προκύπτει από την πληρότητα που νοιώθει ο θεατής. Και από την μεγάλη αναστάτωση! Στην οθόνη συμβαίνουν σοβαρά αισθητικά γεγονότα (ασπρόμαυρη φωτογραφία Χιρόσι Σεγκάβα). Ακούγονται θαυμάσιοι λειτουργικοί ήχοι και εξίσου θαυμάσιες και λειτουργικές μουσικές (Τόρου Τακεμίτσου). Οι προσεγμένοι διάλογοι (σενάριο Κόμπο Άμπε από το ομότιτλο βιβλίο του), λένε πολύ σημαντικά πράγματα. Πράγματα που προβληματίζουν!
Παίζουν: Τατσούγια Νακαντάϊ, Ματσίκο Κίο, Μικιτζίρο Χίρα, Κιόκο Κισίντα, κ.ά.

ΘΕΟΥ ΘΕΛΟΝΤΟΣ
Αμίρ Τσάμντιν

 Ανάμεσα στις άλλες αρετές του καλού κινηματογραφικού έργου τέχνης είναι και ο «κόσμος» του! Η εικόνα, το περιβάλλον, η ατμόσφαιρα που δημιουργείται στην οθόνη. Είτε όλα αυτά που συμβαίνουν εκεί είναι ρεαλιστικά, είτε είναι ελλειπτικά και υπερβατικά (ποιητικά). Φτάνει ο θεατής να νοιώθει ότι βλέπει κάτι ξεχωριστό. Ακόμα, για να μην πω ιδιαίτερα, όταν αυτό το ξεχωριστό που βλέπει του είναι τόσο οικείο! Είναι ο δικός του καθημερινός κόσμος. Αναπλασμένος, όμως, με καινούρια υλικά. Με καινούριες σκιές, με καινούριες γωνιές λήψεις (καινούριες οπτικές), με καινούριες σιωπές και με καινούρια συναισθήματα!
 Ο Αμίρ Τσάμπιν δανειζόμενος στοιχεία τόσο του ρεαλισμού (πραγματικότητα) όσο και της αφαίρεσης (ποίησης) έφτιαξε, πράγματι, ένα θαυμάσιο δικό του (και τόσο δικό μας) κόσμο. Μια εικόνα να την πιεις στο ποτήρι! Ένας νέος εργάτης, μετανάστης στη Σουηδία, ανάμεσα σε άλλους μετανάστες, κάνοντας δυο και τρεις δουλειές για να επιβιώσει, δεν έχει καιρό για τρυφερότητες. Δεν έχει χρόνο και διάθεση. Έχει, ίσως, λόγω των συνθηκών, θέσει εκτός λειτουργίας αυτές τις σωματικές και συναισθηματικές λειτουργίες του. Τις τόσο αναγκαίες για την υγεία του ανθρώπου. Μόνο τα αστεία με τους φίλους του, με τους συναδέλφους του μάλλον στη δουλειά, είναι τα χάδια του, τόσο προς τον εαυτό του όσο και προς τους τρίτους. Κάποια στιγμή, όλως τυχαίως, παράλληλα, όμως, και τόσο νομοτελειακά, αναμενόμενα, ανταμώνει το… κίνητρο! Μια νέα γυναίκα, το ίδιο πληγωμένη και μόνη, όπως εκείνος. Τους χωρίζει -προς στιγμή- ένα τζάμι. Όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν υπάρχουν εμπόδια. 
Με οδηγό αυτό το ζευγάρι, ο Αμίρ Τσάμπιν, με απαλά και γήϊνα χρώματα, θα ζωγραφίσει πάνω στην οθόνη μικρές, βαθιές ανθρώπινες, στιγμές. Σιγά-σιγά η αίθουσα θα γεμίσει από τρυφερά συναισθήματα. Ο θεατής θα μαλακώσει. Παράλληλα, βέβαια, για όσους έχουν μάτια και θέλουν να δουν, θα αποκαλυφθεί μπροστά τους ολόκληρος ο μηχανισμός που παράγει τις μοναξιές. Που κάνει τους ανθρώπους στέρφους από συναισθήματα. Που τους απονευρώνει. Που τους σκοτώνει. Είναι ο καπιταλισμός, που με τον εξοντωτικό και απάνθρωπο τρόπο του στην παραγωγή και κατανομή των προϊόντων, στην εργασία, συντρίβει τις ανθρώπινες σχέσεις.
Μην περιμένετε να δείτε καμία υπερπαραγωγή. Τίποτα μεγάλες μουσικές και χιλιάδες κομπάρσους. Θα δείτε ένα μικρό τρυφερό ποίημα. Σαν μια σπουδή για πιάνο του Μπετόβεν ή του Σοπέν. Στιγμές-στιγμές, συνηθισμένοι σε άλλους κινηματογραφικούς ρυθμούς ίσως αναρωτηθείτε, «τι βλέπω τώρα»; Όμως, τελειώνοντας η ταινία, θα νοιώσετε μεγάλη ξεκούραση και, συχωρήστε μου την υπερβολή, ίσως αγαλλίαση.         
 Και, για να μην ξεχνιόμαστε και αποπροσανατολιζόμαστε. Η ταινία είπαμε, είναι ρεαλιστική (αληθινή). Το ζευγάρι δεν θα καταλήξει σε πελάγη ευτυχίας. Η σχέση τους, ήταν μόνο μια αναλαμπή. Θα κρατήσει, όσο κρατάει μια ηλιαχτίδα. Μια μικρή ερωτική πυγολαμπίδα! Ύστερα τα κεφάλια πάλι μέσα. Το σύστημα είναι σκληρό. Η ειρωνική φράση που ακούγεται στο τέλος, «καλά είναι εδώ», υπογραμμίζει την τραγικότητα της κατάστασης. Όμως, και εδώ το αισιόδοξο της υπόθεσης είναι ότι, οι ήρωες και εμείς, τώρα ξέρουμε. Μπορούμε! 
Παίζουν: Νίνα Πέρσον, Αμίρ Τσαμπίν, Χασάν Βριτζάνι, Τζαν Κάρλσον, κ.ά.

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ Κας ΡΑΤΛΙΦ
Μπίλι Έλτινγκαμ

 Ο καθένας γνωρίζει πως ο πόλεμος (ταξικός) δεν τελείωσε, ούτε θα τελειώσει μέχρι να έρθει η αταξική κοινωνία. Στα πλαίσια, λοιπόν, του ταξικού πολέμου καλείται και ο κινηματογράφος να συνεισφέρει το κατά δύναμη. Η νεότερη επίθεση, του στρατευμένου με την αντίδραση κινηματογράφου, άρχισε αμέσως μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού. Γυρίστηκαν μια σειρά ταινίες, όπως το «Γκουντμπάϊ Λένιν» ή «Οι Ζωές των Άλλων», ας πούμε, οι οποίες, τάχα μου, έσταζαν πόνο για την ελπίδα που χάθηκε και έκαναν εποικοδομητική κριτική,  αλλά υπογείως, και όπου τις έπαιρνε φανερά, έσταζαν χολή. «Η Επανάσταση της Κας Ράτλιφ», δεν κρατάει ούτε τα προσχήματα! Είναι μια χυδαία και καθαρή αντικομμουνιστική ταινία!
 Βρισκόμαστε στα 1968. Μια αριστερή αγγλική οικογένεια, ο πατέρας μάλιστα βαθιά κομμουνιστής, η μάνα κόρη Άγγλου εθελοντή του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, φεύγουν, από την Αγγλία όπου ζουν, για την Ανατολική Γερμανία. Θέλουν να βρεθούν σε μια χώρα που οικοδομεί τον σοσιαλισμό και να συνεισφέρουν και αυτοί στην οικοδόμηση. Ο κομμουνιστής πατέρας θα διδάξει Αγγλική φιλολογία. Η μητέρα θα παραμείνει νοικοκυρά, όπως και στην Αγγλία. Όμως, από την πρώτη στιγμή που φτάνουν, αυτός, η γυναίκα του και οι δυο κόρες τους, βρίσκονται προ εκπλήξεων. Αυτά που πίστευαν, ανακαλύπτουν πως δεν ισχύουν. Η Ανατολική Γερμανία είναι μια κόλαση. Τόσο μεγάλη μάλιστα που, τελικά, αναγκάζονται, με κίνδυνο της ίδιας της ζωής τους, να δραπετεύσουν ξανά προς την «ελευθερία».
 Η ταινία, δεν είναι δράμα (γι΄ αυτό είναι διπλά ύπουλη). Είναι κωμωδία. Όλα είναι αποδραματοποιημένα, χαριτωμένα και, τάχα μου, σατιρικά! Όλα συμβαίνουν με καλή καρδιά και καλή πρόθεση. Ωστόσο, το δηλητήριο στάζει χωρίς σταματημό. Οι τοίχοι έχουν αυτιά, τα τηλέφωνα είναι παγιδευμένα, η μικρή κόρη μεταβάλλεται σε καρφί της οικογένειας, η μεγάλη κόρη σε πουτάνα. Καταστροφή!
Η Κα Ράτλιφ, η απλή αριστερή και αγνή νοικοκυρά, βλέποντας την οικογένειά της να καταστρέφεται, μεταβάλλεται σε επαναστάτρια. Ξεπερνώντας, μάλιστα, τον εαυτό της, παίρνοντας κάτι από τον διεθνισμό του πατέρα της ίσως, θα νοιαστεί και για τους «ταλαιπωρημένους» ανατολικογερμανούς! Δραπετεύοντας θα πάρει μαζί της και άλλους κυνηγημένους!
 Η ταινία, ανάμεσα στις άλλες ψευτιές της, ισχυρίζεται πως στηρίζεται σε ένα αληθινό περιστατικό. Αλήθεια στο αληθινό περιστατικό φύτρωναν ποντίκια πάνω στα πικ-απ, όπως στην ταινία; Και τα πρόσωπα που συνάντησε η αληθινή οικογένεια ήταν όλα ανθρώπινες καρικατούρες; Δεν σας λέω μακριά από τέτοιου είδους τέχνη. Αυτό το ξέρει ο καθένας. Εκείνο που πρέπει να συζητήσουμε είναι τον τρόπο που θα αποκρούσουμε αυτή την νέα επίθεση.
Παίζουν: Κάθριν Τέϊτ, Ίαν Γκλεντ,
οι επαναληψεις

ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ ΣΕ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ
Τζον Χιούστον

 Η ταινία φέρνει 41 ολόκληρα χρόνια στην πλάτη της. Και, ωστόσο, πέρα από τις τρομερές αλλαγές που έχουν γίνει σε αυτό το διάστημα, αλλαγές που αφορούν στην ηθική και στην ελευθερία, τα θέματα που θίγει εξακολουθούν να βασανίζουν ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου. Οι καταπιεστικοί θεσμοί, όπως ο στρατός για παράδειγμα, ο μιλιταρισμός καλύτερα, με τη συγκεκριμένη πειθαρχία, με την απόλυτη ιεραρχία, με την άκριτη υπακοή, γεννάνε και «επί μέρους», καθαρά «προσωπικές» καταπιέσεις. Καταπιέσεις που σπρώχνουν τα άτομα που τις υφίστανται στη δυστυχία και στην απόγνωση.
 Πέντε πρόσωπα χαρακωμένα, πέντε τραγικοί ήρωες. Δυο ζευγάρια και ένας φαντάρος! Μουλαράς για την ακρίβεια. Εκείνος, ο Μάρλον Μπράντο, αξιωματικός του αμερικάνικου στρατού διδάσκει πατριωτισμό και πολεμικές αρετές στο στρατόπεδο που υπηρετεί, στα Νότια της χώρας, το 1947, μόλις δυο χρόνια μετά το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Η γυναίκα του, η Ελίζαμπεθ Τέϊλορ, με τις αλλαγές στην ηθική και στην οικονομία, που έχει φέρει ο πόλεμος, βιώνει, με έναν απόλυτο και πρωτόγονο τρόπο, την σεξουαλική «απελευθέρωση» της γυναίκας, που προέκυψε τόσο βίαια, ώστε δεν πρόλαβε να αφομοιωθεί. Απιστεί ανοιχτά και χωρίς προσχήματα. Ο εραστής, ο Μπράϊαν Κέϊθ, αξιωματικός του στρατού και αυτός και κατά ένα βαθμό ανώτερος από τον απατημένο σύζυγο και συνάδελφό του, ζει τη δική του τραγωδία. Η γυναίκα του, η Τζούλι Χάρις, μετά από μια εγχείρηση είναι, πια, ψυχικά και σωματικά ανίκανη για φυσιολογική ζωή. Περνάει τις μέρες της πληγωμένη και αυτο-απομονωμένη, ακούγοντας μουσική με τον προσωπικό ιδιότυπο υπηρέτη της. Τέλος, ο φαντάρος, ο Ρόμπερτ Φόρστερ, ο μουλαράς. Ο πρωτόγονος ακόμα άντρας, ο οποίος σπρωγμένος από τις συνθήκες της ζωής του οδηγήθηκε στην  απομόνωση και στην εσωστρέφεια και σιγά-σιγά μετατράπηκε σε ένα ανθρώπινο «κτήνος», ικανό μόνο να προκαλεί βίαιο ερωτισμό και τίποτα περισσότερο.
 Οι τραγωδίες, πέρα από τα γενικά φιλοσοφικά μηνύματα που περνάνε, ξεχωρίζουν, κυρίως, για τους χαρακτήρες των ηρώων τους. Οι «Ανταύγειες», είναι μια κινηματογραφική τραγωδία. Οι ήρωές της είναι εξαιρετικά ψυχογραφημένοι. Ο καθένας είναι φορτωμένος με πολύπλοκο και ενδιαφέροντα ψυχισμό, με μεγάλα και πολύπλοκα συναισθήματα. Ιδιαίτερα ο κεντρικός ήρωας, ο Μάρλον Μπράντο, ο οποίος από τη μια μεριά διδάσκει πολεμική αρετή και από την άλλη, πέρα από την απιστία της γυναίκας του, ανακαλύπτει και τις δικές του κρυφές και ανομολόγητες, για τον κόσμο του, επιθυμίες. Επιθυμίες που του δημιούργησε το καταπιεστικό σύστημα του στρατού, και τις οποίες το ίδιο το σύστημα τον αναγκάζει να τις πνίγει. Επιθυμίες που ήρθε να ξυπνήσει και να ελευθερώσει ο μπρούτος φαντάρος. Τον οποίον και ερωτεύεται!
 Μην ψάχνετε για σκάνδαλα. Χάρις στο πολύ καλό σενάριο, που στηρίζεται στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Κάρσον ΜακΚούλερς, χάρις στον εξαιρετικό, στον κυνηγημένο από τη «Μαύρη Λίστα», σκηνοθέτη της και χάρις, βεβαίως, στις σπάνιες ερμηνείες όλων των ηθοποιών, με πρώτον βέβαια τον Μάρλον Μπράντο, τον οποίον, για μια ακόμα φορά, δεν χορταίνεις να βλέπεις, η ταινία προκαλεί μόνο σεβασμό. Σε καμία στιγμή της, ακόμα και τις πιο δύσκολες, δεν ξεπέφτει στη φθήνια. Οι σκηνές της, τα πλάνα της ματώνουν. Πρόκειται για μια σοβαρή μικρή κοινωνιολογική έρευνα. Μια μελέτη για το κλειστό κύκλωμα του στρατού, αλλά, και πρωτίστως, για τις απέραντες εκτάσεις της ανθρώπινης «ψυχής». Εκτάσεις που βρίσκονται διαρκώς σε κίνηση και σε μεταβολές. Κίνηση και μεταβολές που αναστατώνουν και ενεργοποιούν το άτομο, τις κοινωνίες.
Παίζουν: Μάρλον Μπράντο, Ελίζαμπεθ Τέϊλορ, Μπράϊαν Κέϊθ, Τζούλι Χάρις, Ρόμπετ Φορστερ.

ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΕΞ
Γούντι Άλεν

 Ένας επιστήμονας, ο σεξολόγος Ντέϊβιντ Ρούμπεν ερεύνησε και έγραψε ένα βιβλίο («Όλα όσα θέλετε να μάθετε για το σεξ αλλά φοβόσαστε να ρωτήσετε») σχετικά με τις ερωτικές προτιμήσεις, για να μην πούμε ιδιορρυθμίες, ιδιαιτερότητες ή, και το ακόμα χειρότερο, ερωτικές διαστροφές, και ένας σκηνοθέτης, ο δαιμόνιος Γούντι Άλεν, πήρε τα επτά κεφάλαια του βιβλίου, και τα έκανε ταινία. Για την ακρίβεια τα έκανε σατιρική ταινία.   
 Η σάτιρα, ως γνωστό, δεν είναι υποχρεωμένη να είναι επιστημονικά πιστή, όπως ένα επιστημονικό βιβλίο. Αυτή έχει άλλες υποχρεώσεις. Με τον τρόπο της, με την υπερβολή της προσπαθεί να ξεσκεπάσει, να αφυπνίσει, να ενεργοποιήσει. Άλλοτε το πετυχαίνει και άλλοτε όχι.
 Στην συγκεκριμένη περίπτωση βρήκα ότι ο Γούντι Άλλεν ήταν ελαφρότερος από το θέμα του. Παρασύρθηκε σε ευκολίες, που πολλές φορές έφταναν στο «κιτς» και στην πολύ χοντρή φάρσα. Φάρσα που θύμιζε κακή επαρχιακή επιθεώρηση. Στην ταινία υπάρχουν πολλές κακόγουστες στιγμές. Στιγμές που πληγώνουν την αισθητική. Στιγμές που απέχουν από το λεπτό χιούμορ, που στη συνέχεια της καριέρας του, αλλά και σε άλλες στιγμές της συγκεκριμένης ταινίας, μας απόδειξε πως διαθέτει ο γνωστός και καλός δημιουργός. (Για την ιστορία, ούτε ο συγγραφέας του βιβλίου είναι ευχαριστημένος με το κινηματογραφικό αποτέλεσμα).
 Αν, ωστόσο, είστε θαυμαστές του Γούντι Άλεν ή αν ερευνάτε ιστορικά τον κινηματογράφο και τους δημιουργούς του (η ταινία είναι παραγωγή του 1972) και δείτε την ταινία, παρακαλώ προσέξτε κάποια στιγμή τον χαμογελαστό αξέχαστο σύντροφό μας, τον Τίτο Βανδή, ο οποίος κρατάει ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό ρόλο. Μόλις εμφανίστηκε γέμισε καλοσύνη η οθόνη.
Παίζουν: Γούντι Άλεν, Τζον Καραντάϊν, Λουίζ Λάσερ, Τόνυ Ράνταλ, Τίτος Βανδής, Τζιν Γουάϊλντερ, κ.ά. 

παιζονται ακομα

• «Νάρνια – Ο Πρίγκιπας Κάσπιαν», του Άντριου Άνταμσον.

Μια μεταφυσική περιπέτεια. Ένα «μυθικό» παραμύθι για παιδιά και μεγάλους που αρέσκονται να διασκεδάζουν σαν παιδιά. Κοστούμια, ντεκόρ, μάχες, απλοϊκή βασιλική ίντριγκα. Ούτε κρύο, ούτε ζέστη.

• «Γάμος Εξπρές», του Μάϊκλ Ίαν Μπλακ.

Μια ψευτο-ερωτική, ψευτο-ρομαντική κωμωδία (ο θεός να την κάνει). Αγόρια και κορίτσια, σε ηλικία που πρέπει να σπάνε κόκαλα, συμπεριφέρονται σαν μωρά παιδιά και μάλιστα μωρά παιδιά με ειδικές (νοητικές) ανάγκες.

• «Κλείδωσες;», του Μπράϊαν Μπερτίνο.

Ένα νεαρό ζευγάρι φτάνει στο εξοχικό σπίτι του νεαρού άντρα. Ξαφνικά και αναπάντεχα τρεις μεταμφιεσμένοι φτάνουν και εκείνοι στο σπίτι και αρχίζουν να τρομοκρατούν το ζευγάρι. Το ζευγάρι για να επιβιώσει γίνεται χειρότερο από  αυτούς που το τρομοκρατούν. Θρίλερ του κερατά…

• «Το Απαγορευμένο Βασίλειο», του Ρομπ Μίνκοφ.

Ένας νεαρός αμερικάνος που αγαπάει τα πολεμικά παιχνίδια βρίσκει σε ένα μαγαζί της Τσάϊνατάουν τη θρυλική ράβδο Monkey King. Με αυτή στο χέρι κάνει ένα ιστορικό ταξίδι προς τα πίσω στην παλαιά και στην αρχαία Κίνα. Αστεία, πολεμικά κόλπα, επίδειξη κινέζικης πολεμικής τέχνης. Πρωταγωνιστούν δυο γνωστοί Κινέζοι, εξπέρ της κινέζικης κλωτσοπατινάδας. Ο Τζετ Λι και ο Τζάκι Τσαν.