Κριτική Κινηματογράφου

16 10 2008

Κριτική Ταινιών 16-10-08
Για την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Από το Νίκο Αντωνάκο
 
«Η ΔΙΕΘΝΗΣ»
ΜΕΛΩΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ!
ΚΑΙ ΤΑ «ΠΕΡΙ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑΣ»

Δυο ταινίες θα μας απασχολήσουν σοβαρά αυτή την εβδομάδα. Η τούρκικη «Η Διεθνής», των Σιρί Σουργιά Εντέρ & Μουχαρέμ Γκιλμέζ και η ταινία του Φερνάντο Μεϊράλες «Περί Τυφλότητας». Η δεύτερη στηρίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Πορτογάλου νομπελίστα συγγραφέα Ζοζέ Σαραμάγκου.
 «Η Διεθνής» είναι καθαρή (στη φόρμα και στο περιεχόμενο) σαν γάργαρο νερό. Τουρκία 1982. Στρατιωτικός Νόμος και… μουσική αντίσταση. Τρυφερή, αισιόδοξη, αριστερή ταινία. Τα «Περί Τυφλότητας» είναι αρκετά εγκεφαλικά. Μια πρωτότυπη ιδέα για μια βαθιά ενδοσκόπηση στην «ψυχή» των ανθρώπων. Ταινία που απαιτεί κόπο και από το θεατή.  
 Το «Χυμαδιό» του Τζόναθαν Λιβάϊν ασχολείται με σοβαρά πράγματα με πολύ ελαφρό -και επικίνδυνο- τρόπο. Νεαρό βαποράκι μπερδεύεται (με «χαριτωμένο» τρόπο) με τα προσωπικά του! Ο «Max Payne» είναι μυστικός πράκτορας ο οποίος εκδικείται (με άφθονη βία), για το φόνο της οικογένειάς του. 
 Το «Παιχνίδι του Θανάτου», του Τζέφρι Ναχμάνοφ ασχολείται (με άφθονους φόνους και πολλά… ταξίδια ανά την οικουμένη) με τους πράκτορες και τους προδότες του FBI. «Το Κορίτσι του Καλύτερου Φίλου μου», του Χάουρντ Ντόετς παριστάνει (άδικα) ότι είναι ρομαντική ερωτική κομεντί.
 Άφησα τελευταίο (γιατί είναι) το φιλμ (;) του Τζεντ Γουάϊντρομπ «Scar 3D – Τώρα ο Τρόμος Είναι Τριών Διαστάσεων».  Φρικιαστικό θρίλερ τριών διαστάσεων. Αίμα και κινηματογραφικός φασισμός.

Η ΔΙΕΘΝΗΣ
Σιρί Σουργιά Εντέρ & Μουχαρέμ Γκιλμέζ
Κινηματογράφος Φιλίπ (αποκλειστικά)


 
«Η Διεθνής», έχει τη δική της πανέμορφη αγωνιστική ιστορία. Για να φτάσει στην κωμόπολη Αντιγιαμάν, στους πρόποδες του όρους Νεμρούτ, στην Νοτιανατολική Ανατολία της Τουρκίας το 1982, κάτω από τη στρατιωτική χούντα της γειτονικής χώρας, έκανε ένα μεγάλο, ένα τεράστιο ταξίδι. Ένα ταξίδι που αναστάτωσε τον κόσμο. Ένα ταξίδι που αναστατώνει και θα αναστατώνει τον κόσμο. Ένα ταξίδι που ξεκίνησε από την παρισινή κομμούνα και το ποιητικό χέρι του εργάτη-ποιητή και κομμουνάρου Ευγένιου Ποτιέ (1816-1887) και πέρασε στις καρδιές των προλεταρίων ολόκληρης της ανθρωπότητας. Μεταφορέας του ύμνου των προλεταρίων (τον οποίο μελοποίησε ο Ντεζετέ (1848-1932) και ακούστηκε για πρώτη φορά από τη χορωδία των εργατών της γαλλικής πόλης Λίλλη, στο καφενείο της οδού Βινιέτ στον αριθμό 21, στις 23 Ιουνίου του 1888 -ένα χρόνο μετά το θάνατο του Ποτιέ), στην απομονωμένη αυτή περιοχή της Τουρκίας είναι, σύμφωνα με τους Τούρκους δημιουργούς  Σιρί Σουργιά Εντέρ & Μουχαρέμ Γκιλμέζ, ένας νεαρός Τούρκος κομμουνιστής φοιτητής. Στη διάδοση του ύμνου βοήθησαν οι τοπικοί λαϊκοί οργανοπαίκτες και η νεαρή αγαπημένη τού φοιτητή, η πανέμορφη Γκουλεντάμ. Ο φοιτητής, τελικά, πλήρωσε με τη ζωή του αυτό το πολιτικό εγχείρημα. Ένας ακόμα νεκρός τραγουδιστής της «Διεθνούς».
 Ποιος στ΄ αλήθεια μπορεί να μετρήσει τους θανάτους των «κολασμένων»; Εκατομμύρια! Από την παρισινή κομμούνα μέχρι τις μέρες μας και τις μέρες του μέλλοντος μέχρι να επικρατήσει ο κομμουνισμός και η ελευθερία, μέχρι να νοιώσουν οι εχθροί «…τη γροθιά μας και της ψυχής μας τη φωτιά» ο αριθμός θα μεγαλώνει, θα μεγαλώνει… Ωστόσο, αυτό το όμορφο ταξίδι της «Διεθνούς» κάθε μέρα θα βρίσκει νέους αγωνιστές για να την τραγουδήσουν με το αίμα τους και νέους αφοσιωμένους στην εργατική τάξη καλλιτέχνες για να την διαδίδουν και αυτοί με το αίμα τους! Να τη διαδίδουν σε άγονες περιοχές, όπως αυτή της τουρκικής Ανατολίας. Σε άγονα μυαλά όπως αυτά των αναλφάβητων και των πολιτικά αναλφάβητων ολόκληρης της γης!
 Βρισκόμαστε στο 1982. Η χούντα του Εβρέν έχει επιβάλλει τη θέλησή της από το 1980. Οι πρώτοι που πλήρωσαν ήταν οι κομμουνιστές και οι άλλοι αριστεροί αγωνιστές. Στις μεγάλες πόλεις, βέβαια, η αντίσταση δεν σταμάτησε ποτέ. Ο φόβος είχε διεξόδους. Στην επαρχία, όμως, και ιδιαίτερα στις απομονωμένες περιοχές, όπως αυτή της Ανατολίας, ο στρατός είχε σκορπίσει τον πανικό και είχε καταφέρει να γίνει κυρίαρχος. Όμως, και κάτω από αυτή την απόλυτη φασιστική κυριαρχία ο λαός, με τον τρόπο του, είχε καταφέρει να μην υποκύψει, να μην ηττηθεί πραγματικά και ψυχολογικά.
 «Η Διεθνής» με έξυπνο και δημιουργικό τρόπο εξετάζει ακριβώς αυτόν τον αγώνα του τούρκικου λαού. Τον αγώνα των απλών ανθρώπων να μην υποκύψουν. Η χούντα, ανάμεσα στα άλλα, έχει απαγόρευση και τα λαϊκά τραγούδια και τις λαϊκές μουσικές. Στο φόρτε τους τα στρατιωτικά εμβατήρια. Οι τοπικοί μουσικοί, όμως, και οργανοπαίχτες, ο λαός τελικά, δεν είναι, φυσικά, διατεθειμένοι να σιωπήσουν. Σκαρφίζονται χιλιάδες τρόπους για να μην βουλώσουν το στόμα τους, για να μην σκουριάσουν τα μουσικά όργανά τους. Ο στρατός από την άλλη μεριά θέλοντας να τους ελέγχει προσπαθεί να τους ενσωματώσει. Τους συγκεντρώνει και προσπαθεί να τους κάνει «ορχήστρα». Ορχήστρα η οποία θα παίζει τους δικού του ρυθμούς. Και αυτό θα μπορούσε, ίσως, να συμβεί! Όμως, για καλή τους τύχη, στην μικρή τους πόλη, έφτασε η «Διεθνής». Η «Λύρα των Εργαζόμενων», όπως ονομάστηκε στο καφενείο της Λίλλης στη γιορτή των εφημεριδοπωλών που πρωτοτραγουδίστηκε, έφτασε στο χωριό κρυφά από τον κομμουνιστή φοιτητή, ο οποίος ήταν ενσωματωμένος μαζί της. Ο ύμνος των προλεταρίων άρεσε στους μουσικούς. Στην αγωνία τους να βρουν καινούριους ήχους να εκφράσουν τα αισθήματά τους έπεσαν πάνω στη «Διεθνή» που τους αναστάτωσε. Αμέσως την ενέταξαν στο ρεπερτόριό τους, την έκαναν το τραγούδι τους. Ήταν τέτοια η εκτίμηση που είχαν στη μελωδία που αποφάσισαν και με την παρότρυνση του κομμουνιστή φοιτητή και της νεαρής αγαπημένης του να την παίξουν στην κεντρική γιορτή του στρατού. Και την έπαιξαν! Και γράφηκε μια ακόμα ηρωική σελίδα, προστέθηκε ένας ακόμα ματωμένος στοίχος στους ματωμένους, αλλά αισιόδοξους, στοίχους της «Διεθνούς».
 Η ταινία δεν είναι το… «Μπεν Χουρ». Είναι μια απλή ταινία καθαρή στους στόχους της και στην αισθητική της. Το περιεχόμενό της είναι απόλυτα προοδευτικό, χωρίς υπεκφυγές ή αναστολές. Αγαπάει το λαό, αγαπάει τη «Διεθνή». Θεωρεί πως ετούτα τα δυο, λαός και «Διεθνής», και ό,τι αυτή συνεπάγεται, πάνε μαζί. Πως όταν αυτά τα δυο «στοιχεία»  ανταμώσουν, η χημεία που θα προκληθεί από αυτή την ένωση θα γεννήσει ηρωϊκές και μεγάλες πράξεις. «Τι είναι αυτή η μουσική»; ρωτάει ο γέρος μουσικός την κόρη του Γκουλεντάμ. «Μουσική, πατέρα, κλασική». «Σε τι αναφέρεται, παιδί μου»; «Στον ερχομό της άνοιξης, πατέρα»! Και εκείνος, γερό μουσικό αυτί, έτσι είχε καταλάβει τον ήχο της. Μια αναγγελία ενός μεγάλου ερχομού.   
 Το ίδιο ποιητική με τους διαλόγους της είναι και η εικόνα της ταινίας. Η οποία δεν έχει πολυτέλειες. Έχει, ίσως, ατέλειες. Όμως, το τελικό αποτέλεσμα, για το οποίο βοήθησαν οι χώροι και τα κοστούμια, αλλά και άλλες «μικρές λεπτομέρειες», είναι μια μικρή λαϊκή όπερα. Μια μικρή λαϊκή όπερα με χρώματα, με μουσικές και με τραγούδια. Με γέλιο και πόνο. Με χιούμορ και με σοβαρότητα. Πολύ κοντά στα πρώτα θεατρικά έργα του Ιάκωβου Καμπανέλλη, για να σας δώσω μια βοήθεια. Μιλάμε για καθαρά λαϊκό κινηματογράφο. Κινηματογράφο φιλικά προσκείμενο στον Μπρεχτ. 
Παίζουν: Τσεσμί Μπασκίν, Αμούτ Κουρτ, Ουζκού Ναμάλ, Ναζμί Κιρίκ,   Μπαχρί Μπεγιάτ, κ.ά.
ΠΕΡΙ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑΣ
Φερνάντο Μεϊρέλες


                                                                                                                                                                   Εξαιρετική η σύλληψη από το νομπελίστα Πορτογάλο συγγραφέα Ζοζέ Σαραμάγκου της κεντρικής ιδέας και της υπόθεσης του ομότιτλου βιβλίου, πάνω στο οποίο βασίζεται η ταινία (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη). Ο Ζοζέ Σαραμάγκου πρωτοτυπεί! Μια επιδημία εμφανίζεται και σπέρνεται γρήγορα σε μια πόλη (σε ένα κράτος, σε μια ήπειρο, στην ανθρωπότητα τελικά). Οι άνθρωποι ξαφνικά και ανεπάντεχα χάνουν το φως τους. Δεν «βλέπουν» τι κάνουν. Ενεργούν σαν «τυφλοί». Τυφλωμένοι σωστότερα.
 Ναι, σωστά καταλάβατε. Μιλάμε για αλληγορία. Τόσο ο συγγραφέας, όσο και ο σεναριογράφος Ντον Μακέλαρ και ο σκηνοθέτης Φερνάντο Μεϊρέλες, θεωρούν την ανθρωπότητα «τυφλή». Και ούσα τυφλή και τυφλωμένη είναι αδύνατο να συμβιώσει ειρηνικά. Με το παραμικρό καταφεύγει σε αστόχαστες και βίαιες πράξεις. Κανένας δεν θεωρεί κανέναν συνάνθρωπο. Αντίθετα ο καθένας βλέπει τον καθένα σαν μια πηγή για εκμετάλλευση! Με την πρώτη ευκαιρία προσπαθεί να κυριαρχήσει πάνω του, να τον εξουσιάσει, να τον βάλει στην δούλεψή του, να τον χρησιμοποιήσει σαν σκεύος ηδονής. Του παίρνει το φαγητό, τον εκμεταλλεύεται γενικά. Και ζει μέσα στη βρώμα και στη δυσοσμία! Σε μια κοινωνία «τυφλών». Σε μια κοινωνία ζώων…  
 Μια γυναίκα, η γυναίκα ενός γιατρού ο οποίος τυφλώθηκε, ο μοναδικός άνθρωπος που δεν έχασε το φως του, που βλέπει τα πράγματα καθαρά, πρώτα εθελοντικά ακολουθεί τον τυφλό άντρα της και στη συνέχεια και τους άλλους τυφλούς στην τυφλή κοινωνία τους. Θέλει να τους βοηθήσει να επιβιώσουν! Σιγά-σιγά, όμως, ανακαλύπτει πως οι τυφλοί με την τυφλή συμπεριφορά τους σίγουρα θα οδηγηθούν σε οριστικά αδιέξοδα. Θα φάει ο ένας τον άλλον στο τέλος. Αναλαμβάνει, λοιπόν, πέρα από την επιβίωσή τους και την ευθύνη να τους βοηθήσει να εξανθρωπιστούν. Αναλαμβάνει την ευθύνη να οδηγήσει την τυφλή κοινότητα (ανθρωπότητα) στο πραγματικό φως. Εκεί, δηλαδή, που ο άνθρωπος θα βλέπει, όπως πρέπει να βλέπει ο άνθρωπος που έχει την όρασή του (τη λογική του, την ανθρωπιά του). Ο αγώνας της, βέβαια, είναι εξαντλητικός. Οι τυφλοί γύρω της με τις αστόχαστες και βίαιες πράξεις τους, πράξεις τυφλών ανθρώπων, την πληγώνουν. Εκείνη όμως, σαν υπεύθυνο άτομο, σαν άτομο που βλέπει, που  βλέπει καθαρά, θα επιμείνει.
 Σουρεαλισμός από την αρχή μέχρι το τέλος. Ο οποίος είναι πέρα για πέρα διδακτικός και προβληματίζει. Ωστόσο, η γενίκευση των δημιουργών, είναι σίγουρα λανθασμένη. Το σύνολο τον ανθρώπων σε καμία περίπτωση δεν είναι, δεν μπορεί να είναι ανθρωποφαγικό. Δεν υπάρχει μόνον ένας άνθρωπος που βλέπει καθαρά. Οι άνθρωποι βιολογικά όλοι έχουν καθαρή όραση. Και, βέβαια, δεν «τυφλώνονται» ξαφνικά και χωρίς λόγο. Η επιδημία έχει όνομα! Είναι το κοινωνικό σύστημα, ο καπιταλισμός, που παράγει τυφλούς ανθρώπους. Ανθρώπους ανταγωνιστές. Άδικους!
 Πρώτα ο συγγραφέας και μετά οι δημιουργοί της ταινίας απόφυγαν να πούνε ονόματα. Η στάση τους ελέγχεται, γιατί αδίκησε και τους ανθρώπους και το έργο τους. Φυσικά, για να είμαστε δίκαιοι, η ταινία τελειώνει αισιόδοξα. Αφού η γυναίκα που δεν την κόλλησε η «τύφλωση» τελικά θα δικαιωθεί. Μαζί της, με άλλα λόγια, δικαιώνεται και ο άνθρωπος. Η έλλειψη, ωστόσο, παραμένει! Και αυτό είναι μια φιλοσοφική προχειρότητα.
 «Προχειρότητα» υπήρξε και στην κινηματογράφηση. Ο Φερνάντο Μεϊρέλες θέλοντας να δώσει μια γαλακτερή θολούρα, όπως υποτίθεται «έβλεπαν» οι τυφλοί, γενίκευσε και εδώ! Αρκετά πλάνα που δεν ανήκαν στους τυφλούς, αλλά στην γυναίκα που έβλεπε ή και αυτά που έβλεπε μόνη της η κάμερα, είχαν και αυτά την γαλακτερή θολούρα των τυφλών. Και αυτό έφερνε σύγχυση στο θεατή ο οποίος «διαβάζει» τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά πλάνα.
 Πάντως, παρ΄ όλες τις φιλοσοφικές και τεχνικές ατέλειες, η ταινία μαστιγώνει. Ο σοβαρός θεατής σίγουρα θα κάνει την αυτοκριτική του, θα κοιτάξει την όρασή του. Ο καπιταλισμός έχει τις ευθύνες του και εμείς, ο καθένας ξεχωριστά και στη συνέχεια όλοι μαζί, τις δικές μας ευθύνες.
Παίζουν: Τζούλιαν Μουρ, Μαρκ Ράφαλο, Ντάνι Κλόβερ, Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, Γιοσίνο Κιμούρα, Μίτσελ Νίε, Αλίς Μπράγκα.
  
ΧΥΜΑΔΙΟ
Τζόναθαν Λιβάϊν

 Κάποιοι θα πούνε πως έχουμε να κάνουμε με μαύρη κωμωδία. Κάποιοι άλλοι πως έχουμε να κάνουμε με υπόγεια κοινωνική κριτική. Όλα αυτά είναι… τρίχες! Στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με μια επιπόλαια και, γιατί όχι, μια επικίνδυνη ταινία. Νεαρός χρήστης και βαποράκι, που οι γονείς του έχουνε τα «δικά» τους και δεν ασχολούνται μαζί του, έχει μόλις τελειώσει το σχολείο και βρίσκεται σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Από τη μια δεν ξέρει τι να κάνει για το μέλλον του, από την άλλη είναι ακόμα… παρθένος και, επιπροσθέτως, ο ψυχίατρός του είναι χειρότερος από τον ίδιον, αφού ο γιατρός είναι πιο σοβαρός χρήστης ναρκωτικών από εκείνον! Ο ψυχίατρος του δίνει συμβουλές και το βαποράκι δίνει σε εκείνον τις δόσεις του!
 Όλα αυτά θα μπορούσαν να ήταν, είναι γερά υλικά για να κτήσεις πάνω τους μια καυστική σάτιρα, για παράδειγμα. Ή μια ταινία σοβαρής κοινωνικής κριτικής, ακόμα καλύτερα. Δυστυχώς, όμως, ο κύριος Τζόναθαν Λιβάϊν, ο δημιουργός της ταινίας, είχε αλλού το μυαλό του. Είδε το όλο πράγμα στην πλάκα! Τα έκανε όλα και όλους τόσο χαριτωμένα. (Σε κάποια φάση της ταινίας βαποράκι και ψυχίατρος βγαίνουν μαζί για να πουλήσουν ναρκωτικά!) Στο τέλος ο θεατής, ιδιαίτερα ο νεαρός θεατής, ταυτίζεται με τους ήρωες και θέλει να τους μοιάσει, αφού είναι τόσο καλοκάγαθα άτομα, τόσο καλοπροαίρετοι άνθρωποι! Και εκεί έγκειται το επικίνδυνο που σημείωσα. Στο μιμητισμό!
 Οι σοβαροί θεατές, και ιδιαίτερα οι σοβαροί νέοι θεατές, δεν τσιμπάνε με τίποτα. Δεν μπαίνουν καν στην αίθουσα. Αλλά και αν  παρά τύχη μπούνε θα βγούνε πριν ακόμα τελειώσει η ταινία. Ό,τι συμβαίνει στην οθόνη, δεν τους αφορά.
Παίζουν: Τζος Πεκ, Σερ Μπεν Κίνγκσλεϊ, Μέθοντ Μαν, Μέρι Κάϊτ Όλσεν, Ολίβια Θιρλμπι.

παίζονται ακόμα

• «Παιχνίδι Θανάτου», του Τζέφρι Ναχμάνοφ.

 Πράκτορας του FBI προσπαθεί να βρει άκρη για μια σειρά «τρομοκρατικών ενεργειών», που συμβαίνουν σε πολλά μέρη του κόσμου (τα οποία φωτογραφίζει ο φακός, για να αποχτήσει και τουριστικό ενδιαφέρον η ταινία). Ο πράκτορας του FBI ξετυλίγοντας το νήμα, φτάνει, τελικά, σε πρώην συνάδελφο του. Και ενώ ετοιμάζεται να τον κατασπαράξει, ανακαλύπτει πως όλα ήταν σκηνοθετημένα!
 Τα έχετε ξαναδεί όλα τα παραπάνω; Τουλάχιστον χίλιες φορές! Τότε τι καινούριο φέρνει η ταινία; Τίποτα! Απλώς αναμασάει γνωστές συνταγές προσθέτοντας και αυτή το δικό της αίμα, τις δικές της πιστολιές, τη δική της βία. Ο κινηματογράφος, ακόμα και σε αυτόν τον… τομέα, έχει προχωρήσει. Το «Παιχνίδι του Θανάτου», μένει στάσιμο.
Παίζουν: Γκάϊ Πιρς, Ντον Τσιλντ, Νιλ Μακντόναφ, κ.ά.

• «MAX PAYNE», του Τζον Μουρ.

Η ταινία, για να καταλάβετε για τι πράγμα μιλάμε, πριν γίνει… κινηματογράφος ήταν videogame! Και μάλιστα
Videogame… σίριαλ! Στο θέμα μας τώρα. Κάποιοι σκότωσαν μια γυναίκα και ένα παιδί. Ο σύζυγος και πατέρας, αστυνομικός το επάγγελμα, αρματώνεται και μόνος του βγαίνει παγανιά. Μέχρι να φτάσει ο αστυνομικός στους δολοφόνους της οικογενείας του ο φακός θα μας «γνωρίσει» όλον τον υπόκοσμο της Αμερικής. Τον οποίο υπόκοσμο, καλά το καταλάβατε, ο αστυνομικός συντρίβει!   
 Αν τρώτε τέτοια παραμύθια, αν σας αρέσουν τα αιματηρά ψέματα, αν τη «βρίσκεται» με χοντρές και χοντροκομμένες περιπέτειες, τότε σπεύσετε. Αν είστε… φυσιολογικοί πηγαίνετε παρακάτω. Υπάρχουν και αίθουσες που παίζουν καλές ταινίες.
Παίζουν: Μαρκ Ουόλμεργκ, Μίλα Κούνις, Άντι Νάϊμαν, Ρούπερτ Γκρέϊβς, Πίτερ Ντινκλέϊτζ, Μάθιου ΜακΦέϊντεντ.

• «Το Κορίτσι του Καλύτερου Φίλου μου», του Χάουαρντ Ντόετς.

Ένας κύριος είναι ερωτευμένος με μια έξυπνη και πεισματάρα γυναίκα», λέει η «περίληψη» της
ταινίας. Ωστόσο, επειδή κάτι δεν πάει καλά στη σχέση τους, «αγγαρεύει» τον καλύτερο φίλο του, ο οποίος είναι καρδιοκατακτητής, και τον «στέλνει» να την γοητεύσει. Παράλληλα, με την σκόπιμα άθλια συμπεριφορά του, να την κάνει να αναπολήσει εκείνον και να τον θεωρήσει σαν τον καλύτερο άντρα του κόσμου.
 Τα πράγματα έτσι ξεκινάνε, αλλά, επειδή η ταινία είναι «ρομαντική κομεντί», αλλιώς εξελίσσονται! Ο φίλος τα φτιάχνει με την μνηστή και, όπως γίνεται σε χιλιάδες παρόμοιες περιπτώσεις, την παντρεύεται στο τέλος. Αν η ταινία ήταν της εποχής του Γκρέγκορι Πεκ και της Όντρεϋ Χέπμπορν και αν παίζονταν από το συγκεκριμένο εκείνο ζευγάρι, ίσως κάποιος να την έβλεπε. Σήμερα, όμως, και ιδιαίτερα παιγμένη από τους σημερινούς ηθοποιούς και με τη σημερινή συμπεριφορά τους, δεν έχει καμία τύχη. Είναι μια κακογουστιά του κερατά! Ιδιαίτερα όταν ο καρδιοκατακτητής προσπαθεί να γίνει αντιπαθητικός.
Παίζουν: Κέϊτ Χάντσον, Ντάνι Κουκ, Τζέϊσον Μπιγκς

• «SCAR -3D, Τώρα ο Τρόμος έχει τρεις Διαστάσεις», Τζεντ Γουίντροφ.

Ούτε στο πολύ βάθος του μυαλού μου δεν περνάει η ιδέα της απαγόρευσης. Είμαι 100%
αντίθετος σε τέτοια μέτρα. Ωστόσο υπάρχει ανάγκη κάτι να γίνει! Το πράγμα έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Οι άνθρωποι είναι φασίστες! Αυτές δεν είναι ταινίες, είναι κινούμενος φασισμός! Στη συγκεκριμένη περίπτωση φασισμός τριών διαστάσεων! (Η ταινία είναι γυρισμένη και προβάλλεται με την τεχνική των τριών διαστάσεων.)
 Σε μια μικρή αμερικάνικη κωμόπολη κάποιος αρπάζει νέα κορίτσια και αφού τα δέσει σε κρεβάτια αρχίζει και τα τεμαχίζει αργά-αργά! Κάθε τόσο ζητάει από το ένα κορίτσι να του «δώσει» εντολή να σκοτώσει το άλλο κορίτσι, για να γλυτώσει η ίδια τον ακρωτηριασμό και τη ζωή της. Ζητάει συνένοχο στο έγκλημά του.
 Με αφορμή τα παραπάνω ο φακός σαδιστικά δείχνει τους ακρωτηριασμούς των γυναικών, τα βγαλμένα μάτια και τα ξεκοιλιασμένα σπάχνα των κοριτσιών. Αίματα και αηδία. Αίματα και αηδία που γίνονται ακόμα χειρότερα με την νέα τεχνική. Η οποία σου φέρνει τη σφαγή μπροστά στα μάτια σου, σου πετάει τα αίματα στο πρόσωπο! Ντροπή!
Παίζουν:   Άντζελα Μπέτις, Κίρμπι Μπλις Μπλάντον, Κρίστοφερ Τίτους, Ντέβον Κρέϊ.





η αλλη διασταση

16 10 2008

Κυριακάτικος ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
12-10-08

ΣΤ΄ ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΜΕ, ΚΥΡΙΕ ΝΙΚΟ;
νίκου αντωνάκου

Δεν θα πω το χώρο που εργάζεται, για να μη χάσει τη δουλειά της! Είναι ωρομίσθια. Οδηγεί το ασανσέρ σε ένα πολυσύχναστο μέγαρο. Δεκατρία άτομα και αυτή δεκατέσσερα. Πάνω-κάτω. Οι υπάλληλοι, οι επισκέπτες οι άνθρωποι, τέλος πάντων, που μπαίνουν στο ασανσέρ, εκατοντάδες ημερησίως για να μην πω χιλιάδες, ιδιαίτερα αυτόν τον καιρό, είναι γεμάτοι… ιούς, όπως τα κομπιούτερ!
«Γιατί δεν βάζεις μια μάσκα», της λέω, «ξέρεις από αυτές που φοράνε οι νοσοκόμες στα νοσοκομεία». «Αστειεύεστε», μου λέει, «μόλις τη βάλω την ίδια ώρα θα μου δείξουν  το δρόμο». «Ρώτα, βρε, παιδί μου! Μπορεί να μην έχουν αντίρρηση». «Διάλειμμα πέντε λεφτών κάθε δυο ώρες ζήτησα και μου είπαν, «τέσσερις ώρες δουλεύεις, είναι πολλές; Θέλεις να τις κάνουμε τρεις, δυο ίσως;». Δεν είναι να παίζεις με τη δουλειά! Ιδιαίτερα ετούτες τις μέρες».
«Τι το ξεχωριστό έχουν ετούτες οι μέρες»; «Καλά», μου λέει, «δεν ακούσατε για την κρίση»; «Ποια κρίση»; ρωτάω. «Τα χρηματιστήρια, κύριε! Οι τράπεζες που πάνε να κλείσουν. Όλα αυτό το κακό που φωνάζουν οι τηλεοράσεις». «Αυτά κορίτσι μου, δεν είναι για σένα. Αυτά αφορούν στο κεφάλαιο…». «Αφορούν πρώτα εμένα»! με διακόπτει. «Όλη αυτή την κρίση, κύριε, εμείς θα την πληρώσουμε! Πάνε, πια, τα αιτήματα! Άντε βγες στο δρόμο και ζήτα. Αφού όλα είναι έτοιμα να πέσουν, τρέμουνε…».
Τον παραπάνω διάλογο, με κάποιες παραλλαγές, τον είχα κάνει, δυο-τρεις ώρες νωρίτερα, με την υπάλληλο του φούρνου της γειτονιάς μου. Εκείνη να δείτε αγωνία. «Κύριε Νίκο», μου λέει, «πέστε μου, στ΄ αλήθεια κινδυνεύουμε»; «Από ποιον, κορίτσι μου»; ρωτάω. «Από την κρίση», μου λέει. «Την πλάτη σου κοίτα», της λέω, «που την καίει ο φούρνος πίσω σου. Ένας αέρας και την άρπαξες, έτσι που είσαι όλη την ώρα ιδρωμένη». «Αρρωσταίνω, συνέρχομαι. Αυτά τα ελέγχω»! μου απαντάει. «Φοβάμαι τις απολύσεις! Όχι τόσο για μένα, το άντρα μου σκέφτομαι που δουλεύει σε πολυεθνική (οδηγός). Θα πεινάσουμε»!
Με το που έσκασε η είδηση της πτώχευσης στην Αμερική είδα αμέσως να δημιουργείται γύρω μου μια διάχυτη ανησυχία. Μια ανησυχία η οποία σιγά-σιγά απλώθηκε σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού. Κανένας δεν έμεινε… αμέτοχος σε αυτόν τον οικονομικό πανικό. Δυο μονάδες κάτω, τρεις μονάδες κάτω, πέντε, επτά μονάδες, βούλιαξαν τα χρηματιστήρια! Όλος ο κόσμος παρακολουθούσε με ανοιχτό το στόμα. Σιγά-σιγά αυτός ο πανικός βγήκε στους δρόμους, μπήκε στα λεωφορεία, στα εργοστάσια, στα σπίτια. Δυο τεράστια αόρατα χέρια άρχισαν να σφίγγουν το λαιμό μας. Άνθρωποι που δεν νογάνε από μετοχές (εγώ δεν είμαι καλύτερος), έμαθαν νέες γλώσσες. «Η αγορά είναι ταραγμένη», ο ένας. «Η αγορά έπαθε νευρική κρίσηη», ο άλλος. «Φοβάμαι τους ντόπιους Λέχαμ  Μπράδερς», ο τρίτος! «Η αγορά αντέδρασε ψύχραιμα», ο τέταρτος.
Η αγορά «αντέδρασε ψύχραιμα», εγώ, όμως, για άλλη μια φορά έγινα… Τούρκος! Οι π… , φώναξα, δεν έχουν το «θεό» τους! Ακόμα και την απελπισία τους την κάνουν κέρδος! Ακόμα και την αποτυχία τους την στρέφουν εναντίον μας! Μια ακόμα κρίση, από αυτές τις νομοτελειακές κρίσεις που περνάει περιοδικά ο καπιταλισμός, την έκαναν απειλή για την εργατική τάξη. «Βουλώστε το και δουλέψτε! Το γενικό οικονομικό κραχ παραμονεύει. Και πίσω από αυτό παραμονεύει ο πόλεμος. Ξανά γκρεμίσματα, ξανά καταστροφές. Ξανά χτισίματα και ξανά κέρδη»!
 Μια οικονομική κρίση, μια σοβαρή οικονομική κρίση του συστήματος, του συστήματος της ελεύθερης αγοράς, του συστήματος που τακτικά και περιοδικά αρρωσταίνει, του καπιταλισμού που είναι αναπόφευκτα αναγκασμένος να γεννάει τέτοιες κρίσεις, την ίδια στιγμή που βρίσκεται σε εξέλιξη και μαζεύει τα λείψανα της, την ίδια στιγμή το κεφάλαιο επωφελείται από την αρρώστια του. Σπέρνει γύρω του τον πανικό και δημιουργεί προϋποθέσεις για ηττοπάθεια και συμβιβασμό.
 Ακούσατε, και θα ακούσετε ακόμα περισσότερες, φωνές αγωνίας. «Στ΄ αλήθεια κινδυνεύουμε, κύριε Νίκο»; Ναι, κορίτσι μου, κινδυνεύουμε! Αν το κορίτσι του ασανσέρ δεν φορέσει μάσκα, αν εσύ δεν ζητήσεις χώρισμα πίσω σου να μην σε καίει ο φούρνος. Κινδυνεύουμε αν κάνουμε την κρίση τη δική τους δική μας κρίση! Κινδυνεύουμε αν συμπονέσουμε τις μετοχές. Αν λυπηθούμε το κεφάλαιο.





Κριτική Κινηματογράφου

9 10 2008

Κριτική Τανιών 9-10-08
Για την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Από το Νίκο Αντωνάκο

να μη λειψει κανεις
ΕΙΜΑΙ Η ΚΟΥΒΑ

 Σοσιαλιστικός ρεαλισμός με τα όλα του. «Είμαι η Κούβα» (1964), του Μιχαήλ Καλατόζοφ. Κινηματογραφικά  μαθήματα για την ιστορία της Κούβας, για την επανάσταση του Φιντέλ. Μοναδική διαλεκτική σκέψη από ένα μεγάλο δημιουργό (Όταν Περνούν οι Γερανοί, Το Γράμμα που δεν Εστάλη ποτέ, Κοντά στον Κόκκινο Ήλιο, κ.ά). Όποιος δεν δει την ταινία θα αδικήσει πρώτα τον εαυτό του, μετά τον καλό Σοβιετικό κινηματογράφο και, βεβαίως, την ίδια την Κούβα. Η ταινία απ΄ όπου και να την κοιτάξεις, με όποια μάτια και αν την δεις, σε αποζημιώνει!
 Οι υπόλοιπες ταινίες της εβδομάδας… ατύχησαν. Έπεσαν πάνω σε ογκόλιθο (Είμαι η Κούβα). Ακόμα και ο πολύς Γούντι Άλεν με την τελευταία του -και πολύ αδύνατη- ταινία του, σηκώνει τα χέρια. Οι συγκρίσεις είναι καταλυτικές και γι΄ αυτόν. «Vicky, Cristina Barcelona». Καλά τώρα!.. Πάντως, αν επιμένετε σε ανάλαφρο Γούντι Άλεν, καλύτερα ρίξτε μια ματιά στο αφιέρωμά του στον κινηματογράφο «Αφαία». Το «Μανχάταν», για παράδειγμα, ανήκει στα έργα τέχνης. Παίζονται, επίσης, «Οι Μπανάνες», που κακότροπα προσπαθούν να σατιρίσουν τον Φιντέλ Κάστρο,  το «σεξουαλικό» «Τα Πάντα Γύρω από το Σεξ», και ο γνωστός και εμπορικά πετυχημένος «Νευρικός Εραστής». 
 Ενδιαφέρουσα, αλλά τίποτα περισσότερο, είναι η ταινία του νορβηγού Μπεντ Χάμερ, «Η Καινούρια Ζωή του κ. Χόρτεν.  Μια τρυφερή ιστορία για την τρίτη ηλικία. Καλός (φορμαλιστικός) κινηματογράφος. Μετά τις νορβηγικές… τρυφερότητες περνάμε στη αμερικάνικη σκληρή «δόση» της εβδομάδας! «Η Μούμια, Η Αυτοκρατορία του Δράκου».  Ανεκδιήγητη ταινία-σαλάτα. Κινέζοι αυτοκράτορες ζωντανεύουν για να ξαναπεθάνουν (σκοτωθούν) από δυτικούς πράκτορες!
 Αφήσαμε τελευταίο το καρτούν «Star Wars, Ο Πόλεμος των Κλώνων», του Ματι Λάντερ. Για παιδιά δεν κάνει, γιατί έχει βία και φασαρία. Για μεγάλους δεν κάνει, γιατί έχει φασαρία και ξεκουφαίνει (πόλεμος, ξιφομαχίες, ηλεκτρονικοί ήχοι). Σε ποιον απευθύνεται, άραγε;
    
ΕΙΜΑΙ Η ΚΟΥΒΑ
Μιχαήλ Καλατόζοφ

 Ειλικρινά δεν ξέρω από πού να αρχίσω! Να αρχίσω από τις αναμνήσεις; Τότε που η ταινία παίχτηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα και οι αστυνομικοί σημείωναν τους θεατές που έμπαιναν στον κινηματογράφο (αρχές τις δεκαετίας του ΄60); Να αρχίσω από τον σοβιετικό κινηματογράφο, ο οποίος άλλαξε τα μέχρι τότε παγκόσμια «δεδομένα» φέρνοντας στο προσκήνιο τον άνθρωπο (θετικό ήρωα); Να αρχίσω από τον διδακτικό ρόλο της τέχνης; Από την καταπληκτική ασπρόμαυρη φωτογραφία; Από τα γεμάτα ουσία πλάνα, -πίνακες ζωγραφικής; Να αρχίσω από τον συκοφαντημένο σοσιαλιστικό ρεαλισμό; Από το θαυμάσιο διαλεκτικό και ποιητικό σενάριο του Ενρίκε Πινέδα Μπάρνετ και του ποιητή Γεβγένι Γεβτουσένκο;
Ειλικρινά δεν ξέρω από πού να αρχίσω! Έχω καιρό, χρόνια σωστότερα, να νοιώσω τέτοια έξαψη από κινηματογραφική ταινία. Και δεν έχει να κάνει μόνο με το περιεχόμενο. Με την Κούβα. Με τα συναισθήματά μου για το νησί της επανάστασης. Με έχει κυριέψει η διαλεκτική σκέψη της ταινίας.  Η ανάλυσή της ότι, τελικά,  η επανάσταση είναι νομοτέλεια! Η λογική της, ότι τίποτα δεν κερδίζεται χωρίς να χυθούν ποτάμια ανθρώπινου αίματος. Ότι, τελικά, και οι διστακτικοί θα αναγκαστούν από τα πράγματα να βγούνε στο βουνό!
Ας ηρεμήσουμε, όμως, για να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά! Είχαν περάσει μόλις τρία χρόνια από το 1959 που η ανθρωπότητα έτριβε τα μάτια της όταν είδε πως μια χούφτα άνθρωποι ανέτρεψαν τις προκαταλήψεις και την ηττοπάθεια και οργάνωσαν και έφεραν σε πέρας μια σοσιαλιστική επανάσταση, λίγα μόλις ναυτικά μίλια από το διαρκώς ανοιγμένο και αγριεμένο στόμα του λύκου, τις ΗΠΑ. Το επίτευγμα των Κουβανών επαναστατών έφερε ελπίδες και αναστάτωση σε ολόκληρη την  αγωνιζόμενη ανθρωπότητα. Ενέπνευσε αγώνες και κινήματα. Ενέπνευσε και την τέχνη και τους καλλιτέχνες!
Ένας από τους πρώτους καλλιτέχνες που η κουβανέζικη επανάσταση τον αναστάτωσε ήταν, το δίχως άλλο, ο φρέσκο βραβευμένος με το Χρυσό Φοίνικα του φεστιβάλ των Κανών για την εξαιρετική ταινία του «Όταν Περνούν οι Γερανοί» (1958), σοβιετικός σκηνοθέτης Μιχαήλ Καλατόζοφ. Κοντά του έτρεξε και ο επίσης θαυμάσιος (στην πρώτη περίοδό του) σοβιετικός ποιητής Γεβγένι Γεβτουσένκο. Οι δυό τους, ακουμπώντας στην αλληλεγγύη του σοβιετικού κράτους για την κουβανέζικη επανάσταση, αποφάσισαν να καταγράψουν το μοναδικό αυτό λαϊκό ξεσήκωμα σε κινηματογραφικό έργο. Στη διάρκεια που βρίσκονταν στα σκαριά για την δημιουργία της ταινίας δήλωσαν συμμετοχή (σαν παραγωγοί) δυο μεγάλοι -νεαροί τότε- αμερικάνοι κινηματογραφιστές, ο Φράνσις Φορντ Κόπολα και ο Μάρτιν Σκορτσέζε. Ο Φράνσις Φορντ Κόπολα «δανείστηκε» μέρος της αισθητικής της ταινίας για τη δική του εξαιρετική, επίσης, ταινία «Αποκάλυψη Τώρα».
Έχουν σημασία όλα τα παραπάνω, γιατί αποδεικνύουν την απήχηση που είχε η κουβανέζικη επανάσταση στις ανθρώπινες συνειδήσεις. Μια απήχηση που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας. Ο Μιχαήλ Καλατόζοφ στάθηκε (στον τομέα του) ισάξιος των ιστορικών περιστάσεων. Άφησε παρακαταθήκη στην ανθρωπότητα ένα μεγάλο κινηματογραφικό έργο. Ένα καλλιτεχνικό έργο μεγάλης πνοής!
  Το φιλμ «Είμαι η Κούβα» περιγράφει, μέσα από τέσσερις «προσωπικές» ιστορίες,  με μοναδικές καλαίσθητες και άκρως κατανοητές εικόνες, τα χρόνια πριν την επανάσταση και τα χρόνια της επανάστασης. Ο θεατής μέσα από αυτές τις τέσσερις ιστορίες θα μάθει για το νησί, για την ιστορία του, για την σημερινή (τότε) πολιτικοοικονομική κατάσταση, για την καταπίεση, για το ξεσήκωμα και, τέλος, για την νίκη του κουβανέζικου λαού απέναντι στους ντόπιους και ξένους καταπιεστές (καπιταλιστές).
Ο κινηματογράφος και άλλες φορές έχει ταχτεί στο πλευρό του λαού. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, φτάνει στην απόλυτη, σχεδόν, αρμονία. Όσο έκθαμβος μένει ο θεατής από το περιεχόμενο, ένας καταπιεσμένος λαός ξεσηκώνεται και νικάει, άλλο τόσο έκθαμβος μένει και από τη φόρμα της ταινίας. Η ομορφιά της σού φέρνει κόμπο στο λαιμό, σε ενεργοποιεί, σε ψηλώνει! Δεν είναι τυχαίο πως η ταινία, μαζί με άλλες σοβιετικές ταινίες εκείνης της εποχής, επηρέασαν σκηνοθέτες από όλα τα μέρη της γης. Και εγώ προσωπικά με το Νίκο Τζήμα συν-συνέγραψα το σενάριο «Ο Τάφος των Εραστών» (σκηνοθεσία-παραγωγή Νίκος Τζήμας) έχοντας στο μυαλό μας εικόνες και πλάνα του σοβιετικού κινηματογράφου.
Θα συστήσω στο θεατή, θα τον παρακαλέσω σωστότερα, να πάει στην ταινία, που πρέπει οπωσδήποτε να πάει, φορώντας τα καλά του! Πρέπει να είναι καθαρός από την μόλυνση που έχει εισχωρήσει στο νου του και στις φλέβες του. Πρέπει να είναι «αγνός» για να μπορέσει να ακουμπήσει την ομορφιά των εικόνων. Κάθε πλάνο της ταινίας δείχνει το σεβασμό του δημιουργού απέναντι στο θεατή του. Τίποτα δεν έγινε τυχαία. Η θέση της μηχανής, η κλήση αριστερά η δεξιά του κάδρου, το ύψος της μηχανής σε σχέση με τους ανθρώπους και τα αντικείμενα, το περιεχόμενο του κάδρου, τα σύννεφα του ουρανού, τα τοπία και οι χώροι, οι ήχοι και οι μουσικές και πάνω απ΄ όλα τα πρόσωπα, αυτές οι μοναδικές κουβανέζικες «αγιογραφίες», όμοιες με αυτές του Ρουμπλιόφ, συνθέτουν μια μοναδική καλλιτεχνική εμπειρία. Ένα πράγμα θα σας πω, για να καταλήξω. Θα αδικήσετε τον εαυτό σας αν δεν δείτε την  ταινία. Όποιος δεν δει την ταινία «Είμαι η Κούβα», τελικά, αυτοτιμωρείται!
Παίζουν: Λουθ Μαρία Κογιάθο, Χοσέ Γκαγιάρντο, Σέρτζιο Κοριέρι, Σαλβαντόρ Γουντ, Ραούλ Γκαρσία, κ.ά.

VICKY, CRISTINA, BARCELONA
Γούντι Άλεν

 

 Δεν είναι σώνει και καλά κακό αν κάποιος καλλιτέχνης έχει εμμονή σε κάποιο θέμα, σε κάποιον συγκεκριμένο κοινωνικό ή πολιτικό χώρο ή σε ο,τιδήποτε άλλο σχετικό. Οι εμμονές δεν είναι πάντα κακές. Φτάνει, βέβαια, να μην μένει κανείς στάσιμος ή, και το χειρότερο, να μη γυρίζει προς τα πίσω. Λυπάμαι που θα πω, γιατί έχω γελάσει στις ταινίες του, γιατί έχω προβληματιστεί με κάποιες από αυτές, πως ο Γούντι Άλεν, καιρό τώρα, μοιάζει να έχει στερέψει. Έρχεται και επανέρχεται στα θέματά του χωρίς να τα εξελίσσει, χωρίς να τα αναπτύσσει. Κάνει ατέρμονους κύκλους γύρω από τον εαυτό του.     
 Αλήθεια, τι προσφέρει η τελευταία του ταινία «Vicky, Cristina, Barcelona»; Τίποτα! Ούτε καν απλό και αστόχαστο γέλιο. Αφού η ιστορία του είναι τόσο τετριμμένη και, κρίμα για το μέγεθός του, χιλιοειπωμένη. Δυο «αθώες» και ανοργασμικές Αμερικανίδες φτάνουν στην μεσογειακή και «θερμή» Βαρκελώνη έτοιμες για τα πάντα. Εκεί, τι πρωτοτυπία, πέφτουν πάνω σε «θερμό» και τσαχπίνη ζωγράφο, παρτουζιάρη από άποψη, και τα κορίτσια ρίχνονται στην αγκαλιά του, όπου βλέπουν το φως το μεσογειακό, κλπ, κλπ. Α, υπάρχει και η μεσογειακή γυναίκα, το ίδιο εκρηκτική όπως και ο μεσογειακός άντρας. Και αυτή, ζωγράφος και η ίδια, είναι «ελευθέρων ηθών», όπως και ο ζωγράφος που υπήρξε και άντρας της. Και την πέφτει και αυτή στα δυστυχισμένα «αθώα» και «άβγαλτα» κορίτσια! (Τον άστοχο και τελείως αδιάφορο και αψυχολόγητο ρόλο ερμηνεύει το καταπληκτικό ερμηνευτικό εργαλείο, η Πενέλοπε Κρουζ. Κρίμα!). 
Τα τέσσερα αυτά άτομα, συν ο αρραβωνιαστικός της μιας αμερικάνας, καθώς και μιας κάπως ηλικιωμένης κυρίας που δεν νοιώθει ευτυχισμένη με το γάμο της, σπατάλανε 96 ολόκληρα πολύτιμα λεπτά για να καταλήξουν όλοι, μαζί και ο θεατής, από εκεί απ΄ όπου ξεκίνησαν. Τίποτα δεν πέρασε κάτω από την πέτσα. Μόλις πλύνουμε τα χέρια μας, δεν θα υπάρχει ίχνος ταινίας. 
Γιατί όλα αυτά, λοιπόν; Είναι φανερό, για το εισιτήριο, βέβαια! Το οποίο για να κοπεί κάπως αγόγγυστα στολίζεται με μερικές τουριστικές εικόνες της Ισπανίας, λίγο σεξ και πολλά σεξουαλικά υπονοούμενα για ανέραστους. Κάποιοι, βέβαια, θα πούνε πως η ταινία έχει έξυπνους διαλόγους. Είναι φανερό ότι κάνουν σύγχυση ανάμεσα στο έξυπνο και στο εξυπνακίστικο.
Διάλογοι και ταινία πάνε ασορτί. Μοιάζουν με κάποιους θαμώνες του «Φίλιον» και του «Καφέ Ντι Κάπο», όπου διαγωνίζονται σε προκλήσεις και κενές κουβέντες. Μοιάζουν με κάποιους αργόσχολους μικροαστούς που προσπαθούν να εντυπωσιάσουν. Όμως, σήμερα πια, κανένας δεν ασχολείται με αυτόν τον κόσμο. Ακόμα και οι μικροαστοί έχουν  γίνει δραματικά πρόσωπα. Δεν προκαλούν, πια, γέλιο. Όσο για τις παρτούζες και τα σεξουαλικά τρίο πέρασαν πια ανεπιστρεπτί. Ο κόσμος έχει άλλα ενδιαφέροντα.
Παίζουν: Χαβιέρ Μπαρντέμ, Πενέπολη Κρουζ, Σκάρλετ Τζόχανσον,  Ρεμπέκα Χολ. κ.ά.      
          
Η ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΖΩΗ ΤΟΥ κ. ΧΟΡΤΕΝ
Μπεντ Χάμερ

 Όλα τα «λεφτά» της ταινίας είναι η προσεγμένη κατασκευή της. Αυτό, ανάμεσα στα άλλα, δείχνει και το σεβασμό του δημιουργού της απέναντι στο θεατή του. Να σημειώσουμε πως τον ίδιο σεβασμό δείχνει και στους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας, με τους οποίους ασχολείται η ταινία του.
 Ο κύριος Οντ Χόρτεν παίρνει σύνταξη, ύστερα από 40 ολόκληρα χρόνια εργασίας. Η δουλειά του, μηχανοδηγός σε γρήγορα μεγάλων αποστάσεων τρένα, τον είχε ολοκληρωτικά απορροφήσει. Τώρα, πια, δεν ξέρει πώς να διαθέσει τον χρόνο του. Νοιώθει ότι μπροστά του έχει ανοιχτεί με μεγάλη καταπακτή που θα τον καταπιεί. Η ζωή, ωστόσο, έχει τα δικά της… σχέδια. Ο κόσμος γύρω του εξακολουθεί να κινείται. Σιγά-σιγά και ο καλός μας συνταξιούχος θα παρασυρθεί μέσα σε αυτή την κίνηση. Θα ξαναβρεί λόγους για να υπάρχει! Τόσο που, γιατί όχι, να ξαναφτιάξει τη ζωή του. Να ξαναβρεί σύντροφο…
 Η ταινία -με τον τρόπο της- είναι αισιόδοξη. Ένας οδηγός γρήγορων και μεγάλων αποστάσεων τρένων, δεν γίνεται να μην μπορεί να οδηγήσει μέχρι το τέλος τη πολύτιμη ζωή του. Αυτός που τα κατάφερε σε όλα αυτά τα μεγάλα ταξίδια, θα τα παρατήσει στο δικό του μοναδικό ταξίδι; Ποτέ! Τινάζει, λοιπόν, το κεφάλι του και πάμε μέχρι το τέλος! Σταθερά και σίγουρα. Όπως έκανε με τους επιβάτες, που τους πήγαινε με ασφάλεια στον προορισμό τους.
 Γλυκιά, λοιπόν, τρυφερή και ανθρώπινη ταινία. Η οποία, βέβαια, δεν βάζει ζητήματα επιβίωσης (γνωστά στους συνταξιούχους). Αυτή ασχολείται με το χρόνο και με τη μοναξιά. Τα θέματα που εξετάζει τα εξετάζει με σεβασμό.
Παίζουν: Μπαρντ Όουϊ, Έσπεν Σγχόνβεργκ, Χένι Μόαν, Μπγιόρν Φλόμπεργκ, κ.ά.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ
ΣΤΟ ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΕΝ

 Τέσσερις ταινίες (Μπανάνες, Τα Πάντα Γύρω από το Σεξ, Μανχάταν και Νευρικός Εραστής) σε ένα καθημερινό πρόγραμμα (πρώτη προβολή στις 6.30 μ.μ. και τελευταία στις 11.30 μ.μ.). Το αφιέρωμα στο Γούντι Άλεν ξεκινάει στις 9-10 και θα διαρκέσει μέχρι τις 15-10-08.
 Η αλήθεια είναι πως εφέτος το καλοκαίρι χορτάσαμε Γούντι Άλεν. Είδαμε αρκετές επαναλήψεις και μια δυο νέες ταινίες του. Η πιο φρέσκια του «Vicky, Cristina, Barcelona» παίζεται αυτή την εβδομάδα στις αίθουσες. Έχετε, λοιπόν, κουράγιο για Γούντι Άλεν; Αν ναι, κατεβείτε στην Καλλιθέα (κινηματογράφος Αφαία).
 Από τις τέσσερις ταινίες του αφιερώματος η καλύτερη, το δίχως άλλο,  είναι το περίφημο και πολυβραβευμένο «Μανχάταν». Είναι, με λίγο λόγια, μια μικρή κοινωνιολογική μελέτη των μικροαστών καλλιτεχνών και διανοούμενων της Νέας Υόρκης. Είναι ταινία αυτοβιογραφική! Γι΄ αυτό και βγάζει σαρκασμό, αλλά την ίδια στιγμή, μεγάλη κατανόηση και αγάπη. Για πολλούς, και για μένα προσωπικά, το «Μανχάταν» είναι η καλύτερη ταινία του Γούντι Άλεν.
 «Οι Μπανάνες» είναι μια πολύ γελαστική, αλλά άστοχη πολιτικά ταινία. Στην προσπάθειά του να σατιρίσει τους μικροαστούς αριστερούς Αμερικάνους, παρασύρεται και παρασύρει μαζί του και τον Φιντέλ Κάστρο και την κουβανική επανάσταση. Ένας μοναχικός άνθρωπος θέλοντας να εντυπωσιάσει την κοπέλα που επιθυμεί (εκείνη τον απορρίπτει), φεύγει για τη Λατινική Αμερική όπου, από διάφορες, συμπτώσεις γίνεται η καρικατούρα του Φιντέλ Κάστρο. Στο τέλος παίρνει το κορίτσι (και δίνει τα αντικομουνιστικά του διαπιστευτήρια). 
«Τα Πάντα Γύρω από το Σεξ» είναι ταινία σπονδυλωτή. Οι πέντε ιστορίες της (που είναι τα πέντε κεφάλαια του ομότιτλου βιβλίου του Δρ. Ντέϊβιντ Ρούμπν) αναφέρονται σε πέντε σεξουαλικές… παρεκτροπές! Τα κεφάλαια του βιβλίου και της ταινίας είναι: Α) Έχουν αποτέλεσμα τα αφροδισιακά; Β) Τι είναι σοδομισμός; Γ) Γιατί κάποιες γυναίκες δυσκολεύονται να φτάσουν σε οργασμό; Δ) Οι τραβεστί είναι ομοφυλόφιλοι; Ε) Τι συμβαίνει κατά τη διάρκεια της εκσπερμάτωσης;
Η ταινία, βέβαια, δεν είναι επιστημονική πραγματεία (το βιβλίο ήταν τέτοιο). Η ταινία είναι σάτιρα. Σε κάποιες στιγμές της άκομψη σάτιρα. Σε ένα μικρό, αλλά χαρακτηριστικό ρόλο εμφανίζεται και ο δικός μας Τίτος Βανδής.       
 «Ο Νευρικός Εραστής» θα ήταν η πιο καυστική και έξυπνη ταινία  του Γούντι Άλεν, αν δεν υπήρχε το «Μανχάταν»! Νευρικός συγγραφέας και κωμικός ερωτεύεται την Άνι Χολ, ενώ ξυπνάει και κοιμάται με το φόβο του θανάτου. Αυτός ο φόβος, που είναι και το καταφύγιό του, στάθηκε η αφορμή να διαλύσει τη σχέση του. Η Άνι Χολ κουράστηκε μαζί του. Τον άφησε για κάποιον άλλον και μετακόμισε στην Καλιφόρνια. Ο Γούντι Άλεν προσπαθεί να την μεταπείσει να γυρίσει!

Η ΜΟΥΜΙΑ,
Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ
Ρομπ Κοέν

 Στ΄ αλήθεια δεν πιστεύεις στα μάτια σου με αυτά που συμβαίνουν στην οθόνη! Η ταινία ξεκινάει σαν κινέζικη περιπέτεια, με στιλέτα, στρατούς και εξοντωτικές ξιφομαχίες. Στη συνέχεια κάνει μια βόλτα στην Αγγλία (αν κατάλαβα καλά) και ξαναγυρίζει στην Κίνα για να κάνει φινάλε.
 Σε όλη την παραπάνω διαδρομή συνέβησαν τέρατα και σημεία! Και τεράστια άλματα χρόνου! Αυτοκράτορας γίνεται μούμια, αφού πρώτα έφτιαξε το σινικό τοίχος και τον περίφημο πήλινο στρατό. Σημερινοί δυτικοί πράκτορες και διπλωμάτες (τόσο κοντινές οι… αποστάσεις) φτάνουν στην Κίνα για να λύσουν κάποιο μυστήριο που περιβάλλει τον αυτοκράτορα. Εκεί πέφτουν πάνω σε Κινέζους και γίνεται «το έλα να δεις». Ένα «έλα να δεις» που ξεπερνάει τα όρια του αλαλούμ! Χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα! Η ταινία είναι η τρίτη στο είδος της στη σειρά! 
Παίζουν: Μπρένταν Φρέϊζερ, Τζε Λι, Μαρία Μπέλο, Μισέλ Γεό, Τζον Χάνα. Λιούκ Φορντ.

STAR WARS
Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΚΛΩΝΩΝ
Ντέϊβ Φιλόνι


 
 Ό,τι ισχύει για τη «Μούμια» ισχύει και για τους κλώνους! Η διαφορά είναι πως εδώ αντί για αληθινούς ανθρώπους (αληθινούς τρόπος του λέγειν), έχουμε κινούμενα σχέδια (ας τα πούμε κινούμενα σχέδια). Και εδώ υπάρχει σεναριακό αλαλούμ. Και εδώ έχουμε πολέμους και φασαρία. Εδώ μάλιστα η φασαρία είναι στη διαπασών, αφού όλα τα… κινούμενα είναι λαμαρινένια!
 «Ο γαλαξίας πλήττεται από τον πόλεμο των κλώνων, έναν εμφύλιο πόλεμο μεταξύ του στρατού των ανδροειδών, των μοχθηρών Αυτονομιστών, κατά της Γαλαξιακής Δημοκρατίας και των Τζεντάϊ υπερασπιστών της», γράφει εισαγωγικά η περίληψη της ταινίας. Ρωτάω, με όλο το σεβασμό στον ανθρώπινο κόπο των δημιουργών και του γραφείου διανομής στην πατρίδα μας, «τι χαζά παραμύθια είναι αυτά; Ποιον νοιάζουν  αυτές οι ανοησίες»; 
 Ξέρω δεν υπάρχει απάντηση. Ο κινηματογράφος είναι διασκέδαση, το λέει και το νέο νομοσχέδιο για τον κινηματογράφο του ΥΠΠΟ. Καθώς αντιλαμβάνεστε, είναι βαθύ το ρήγμα ανάμεσα στην τέχνη, τους εμπόρους της τέχνης και το ΥΠΠΟ. Αυτοί τη δουλειά τους και εμείς τη δική μας! 
 Αυτοί χαρτονένιους πόλεμους των άστρων και εμείς έφοδο στους ουρανούς! 
Ακούγονται: Ματ Λάντερ, Άσλεϊ Εκστάϊν, Τζέϊμς Άρνολντ Τέϊλορ, κ.ά. Θα υπάρξει και ελληνική μεταγλώττιση





η αλλη διασταση

6 10 2008

Κυριακάτικος ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
5-10-08

Ω, ΤΙ ΑΘΛΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ!
νίκου αντωνάκου

 Έχουν περάσει σχεδόν δέκα μέρες, διάστημα στο οποίο συνέβησαν πολλά και διάφορα, το μυαλό μου όμως εμένα, δεν λέει να ξεκολλήσει από την εμφάνιση του Καραμανλή στην Κεντρική Επιτροπή της Νέας Δημοκρατίας. Χωρίς να το θέλω το μυαλό μου με μεταφέρει σε αίθουσα βασανιστηρίων του Μεσαίωνα. Όχι, βέβαια, σε αίθουσα πολιτικών βασανιστηρίων, που θα υπήρχε μια εξήγηση, αλλά σε αίθουσα οργίων. Γενικώς οργίων!
 Ο καρδινάλιος, ο δόγης και ο κόμης, ο δικτάτορας, ο πάπας ας πούμε, ο Καραμανλής με άλλα λόγια, ντυμένος με πέτσινη στολή και ασορτί μάσκα, κρατώντας στο χέρι του ένα πέτσινο με κόμπους μαστίγιο, με το που μπαίνει στην αίθουσα αρχίζει αμέσως τις βιτσιές στους γυμνούς κώλους των μελών της Κεντρικής Επιτροπής. Θέλει από την αρχή να ξεκαθαρίσει τους ρόλους. Αυτός βαράει και οι άλλοι… ηδονίζονται! Κουβέντα και μαστιγιά. Πρόταση και απανωτές μαστιγιές.   
 Όσο εκείνος βαράει, τόσο τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής εκστασιάζονται! Όπως, ακριβώς, κάνανε οι χριστιανοί στην Ιερά Εξέταση. Μαζί με τις βιτσιές πέφτουνε, βέβαια, και οι αρμόζουσες, για την περίπτωση, κουβέντες και τα υπονοούμενα! «Ποιος… χτυπάει, ρε»; «Εσύ αρχηγέ μου»! «Ποιος είναι από πάνω, ρε»; «Ούτε συζήτηση, εσύ αρχηγέ μου»! «Σου αρέσει, ρε, να σε απαξιώνω»; «Πεθαίνω, το κουμπί μου, αρχηγέ μου»! Διάλογοι σπάνιας πυκνότητας σε φόρμα και περιεχόμενο. Διάλογοι αποκαλυπτικοί για την ποιότητα των μελών της Κεντρικής Επιτροπής! Αλλά και απογοητευτικοί για το παρόν και το μέλλον της χώρας.  
 Λέω να σοβαρευτούμε! Κεντρική Επιτροπή σημαίνει όργανο εκλεγμένο από τη βάση του κόμματος για να διεκπεραιώσει (με τον καλύτερο τρόπο) αποφάσεις συνεδρίων, ψηφισμένα με δημοκρατικές διαδικασίες προγράμματα. Όργανο, επίσης, που συγκεντρώνει την κομματική γνώση και σχεδιάζει το μέλλον (το οποίο βέβαια αφορά στο σύνολο των μελών του κόμματος, αλλά, και κυρίως, ολόκληρου το λαού). Σας ρωτάω, ακόμα και εσάς τους πιο ανεκτικούς, τους πιο σκόρπιους, μπορεί η Κεντρική Επιτροπή της Νέας Δημοκρατίας, αυτή που είδατε στις τηλεοράσεις και διαβάσατε στις εφημερίδες, να παίξει αυτό το ρόλο; Υπάρχει κανείς εκεί μέσα που θα ορθώσει και θα αρθρώσει κουβέντα; Θα πει ανοιχτά μια διαφορετική άποψη, για μικρά έστω ζητήματα; Δεν μιλάω για το μέλλον της ανθρωπότητας, που θέλει άλλης ποιότητας μυαλά! Μιλάω για την καθημερινή διεκπεραίωση. Για απλά πράγματα. Για απλή πρόσθεση και για απλή αφαίρεση.
  Κανένας, κύριοι! Όλοι τους, στην πιο μαλακιά εκδοχή, στην πιο μετριοπαθή ερμηνεία, είναι καρπαζοεισπράκτορες! Κολίγοι που γονατίζουν για να πατήσει πάνω τους ο αρχηγός, για να μην λερώσει τα παπούτσια του. «Όποιος τολμάει να με αμφισβητήσει να βγει εδώ μπροστά και να το δηλώσει»! Φυσιολογικά θα έπρεπε να αδειάσει η αίθουσα. Ο Καραμανλής απευθυνότανε σε ανθρώπους που νομοθετούν, σε ανθρώπους που από αυτούς εξαρτάται το μέλλον της χώρας. Σε ανθρώπους που θα μελετήσουν και θα σχεδιάσουν. Σε ανθρώπους που θα χειριστούν τα εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα του τόπου. Σε καθηγητές πανεπιστήμιου, σε επιστήμονες, σε καλλιτέχνες, σε συνδικαλιστές. Σε πρόσωπα που τιμήθηκαν από το λαό με την ψήφο του.
 Τίποτα! Η ουρά στα σκέλια. Μίζερα και μοιραία ανθρωπάκια. Βρεγμένες κότες. Η κουτοπονηριά και το προσωπικό συμφέρον πάνω από τα σκαμπίλια. Δυο βιτσιές στα κωλομέρια ισοδυναμούν με τη βουλευτική -και την βολευτική- έδρα! Τα σαΐνια του κόμματος μέσα στην αίθουσα, σημειώνουν το χειροκρότημα. Μετράνε ένταση και ρυθμό. Πάθος και χρόνο. «Βάρα αρχηγέ, μ΄ αρέσει ο πόνος. Ηδονίζομαι να με εξευτελίζουν»! Και εκείνος, γνώστης βαθύς του συστήματος, σαδιστής από ιδιοσυγκρασία, χτυπάει ανελέητα. «Όποιος έχει αρ… να μου τα δείξει»!
 Κανένας δεν δείχνει τίποτα! Δεν γίνεται καμία κίνηση. Μένουν όλα μέτρια και άθλια. Μια εικόνα απογοητευτική. Μια εικόνα που δεν ταιριάζει στο λαό μας. Το κόμμα που κυβερνάει, οι συγκυριακοί υπεύθυνοι του τόπου, πολύ κάτω από τις ανάγκες. Δεν έχουν φωνή, δεν έχουν άποψη, δεν έχουν προσωπικότητα. Οι Κεντρικές Επιτροπές, για κόμματα που σέβονται και πιστεύουν στις δημοκρατικές διαδικασίες, δεν είναι αλάνες που μαλώνουν και κοκορεύονται τα πιτσιρίκια. Δεν είναι αίθουσες σοδομισμού. Είναι όργανα σοβαρά που αφορούν στο μέλλον του τόπου. Εκεί μέσα βράζουν οι ιδέες. Εκεί μέσα συγκρούονται οι διαφορετικές εκτιμήσεις. Εκεί μέσα κυριαρχεί ο σεβασμός. Μην εκπλήσσεστε, λοιπόν, για τη σημερινή πολιτική πραγματικότητα. Αυτό το πολιτικό σύστημα τέτοιους ανθρώπους χρειάζεται. Τέτοιους γεννάει και τέτοιους αναπαράγει.





Κριτική Κινηματογράφου

6 10 2008

Κριτική Ταινιών 2-10-08
Για την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Από το Νίκο Αντωνάκο

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΟΘΟΝΕΣ!

 Πρώτη ταινία του επταήμερου που αρχίζει σήμερα είναι, το δίχως άλλο, η εξαιρετική ταινία του 37χρονου έγχρωμου Βρετανού Στηβ ΜακΚουήν (καμία σχέση με τον γνωστό Αμερικάνο ηθοποιό), «Hunger» (Πείνα). Η ταινία δεν αναφέρεται σε μια οποιαδήποτε πείνα. Αναφέρεται, με σπάνιο κινηματογραφικό τρόπο, στη γνωστή απεργία πείνας των δέκα αγωνιστών του IRA (Μάρτης-Οκτώβρης 1981), η οποία αναστάτωσε τον κόσμο. Μια ταινία για πολύ χρήσιμα συμπεράσματα.   
 «Ψεύτης Ήλιος», του Νικίτα Μιχάλκοφ. Αληθινή κινηματογραφική γραφή, ψεύτικο περιεχόμενο. Μια άμυαλη συναισθητική απόπειρα καταγραφής της ιστορίας ή, και το πιο πιθανό, μια σκόπιμη προσπάθεια διαστρέβλωσης της ιστορίας. Κρίμα στο ταλέντο του δημιουργού! Εξαιρετικός (κλασικός) κινηματογράφος από τον Φράνσις Φορντ Κόπολα («Νεότητα Χωρίς Νιάτα») ο οποίος, όμως, πνίγεται μέσα στη μεταφυσική και την σύγχυση. Κρίμα και εδώ για το ταλέντο και τη δύναμη του δημιουργού!   
 Τρυφερή και ανθρώπινη η ταινία «Τυχερή και Ευτυχισμένη», του Μάϊκ Λι (Το Μυστικό της Βέρα Ντρέϊκ). Νεαρή καλοσυνάτη δασκάλα (Αργυρή Άρκτο Καλύτερης Ηθοποιού (Σάλι Χόκινς) στο Φεστιβάλ του Βερολίνου 2008), η οποία παίζει με τη ζωή (για να μην κλάψει), βρίσκει στον έρωτα το νόημα της δικής της μικρής ζωής. «Μικρή» ταινία, αλλά πολύ γλυκιά. Σκληρή -και πρωτότυπη- ταινία η «Madeinusa», της περουβιανής Κλαούντια Γιόσα. Χιλιάδες καταπιέσεις που πρέπει να νικηθούν. Κάποιοι, σε κάποιες περιοχές του κόσμου, πρέπει να ξεκινήσουν από το… μηδέν! Και ξεκινούν!
 «Ο Γιός του Ράμπο», του Γκαρθ Τζέκινς. Ταινία για παιδιά, καμωμένη από «παιδιά». Οι δημιουργοί της ταινίας διαθέτουν την τρυφερότητα, την καλή πρόθεση για θετικό αποτέλεσμα των παιδιών. «Ο Γιός του Ράμπο», δεν έχει καμία σχέση (βία και ιδεολογία) με τον γνωστό Ράμπο. Πάμε παρακάτω: Ανεκδιήγητος πρωταγωνιστής (Νίκολας Κέϊτζ), ανεκδιήγητο σενάριο (Τζέϊσον Ρίτσμαν), ανεκδιήγητη σκηνοθεσία (Αδελφοί Πανγκ), ανεκδιήγητη ταινία («Bangkok, Επικίνδυνη Αποστολή». Κάποιος χαζοχαρούμενος σκοτώνει κατά παραγγελία! Το ίδιο ανεκδιήγητο είναι και το θρίλερ του Γάλλου «Αλεξάντρ Αζά «Μέσα από τον Καθρέφτη». Καθρέφτες που παρακολουθούν, που παραμονεύουν, που δολοφονούν! Ανεκδιήγητο, σας είπα!   
     

HUNGER
Στηβ ΜακΚουήν

 Η ταινία σε αγριεύει! Οι Εγγλέζοι μπορεί να μην έχουν φτιάξει φούρνους, όπως οι χιτλερικοί, όμως και ετούτοι υπήρξαν (και υπάρχουν ακόμα =Ιράκ) φασίστες! Γιατί τι άλλο είναι η, με κάθε τρόπο και με κάθε βασανιστήριο, μέθοδος οριστικής εξαφάνισης της προσωπικότητας του κρατούμενου; Οι άνθρωποι είναι χωρίς αρχές! Δεν κρατάνε ούτε τα στοιχειώδη που έχει αποδεχτεί το παγκόσμιο δίκαιο για τους πολιτικούς αντιπάλους. Μεθόδους που χρησιμοποίησαν οι Εγγλέζοι στην Ιρλανδία χρησιμοποιεί σήμερα η Αμερική στο Γκουαντάναμο! Άλλοι φασίστες ετούτοι!
 Η Ιρλανδία παλεύει για περισσότερο από 700 χρόνια με τους Εγγλέζους! Όλο αυτό το διάστημα οι Εγγλέζοι αποικιοκράτες δεν δέχτηκαν ποτέ πως οι Ιρλανδοί αγωνιστές είναι πολιτικοί αγωνιστές. Δεν δέχτηκαν ποτέ πως ο αγώνας των Ιρλανδών είναι πολιτικός αγώνας. Θεώρησαν και θεωρούν τους Ιρλανδούς αγωνιστές κακοποιούς, κατακάθια της κοινωνίας, στυγνούς εγκληματίες. Και τους φέρνονται αναλόγως! Κανένα δικαίωμα οι κρατούμενοι. Οι κρατούντες αποφασίζουν για τη ζωή ή το θάνατο! Ανάλογα τις περιστάσεις, άλλοτε βασανίζουν και άλλοτε δολοφονούν! (Παρόμοια πολιτική τήρησαν και στην Κύπρο και αλλού.)
 Βρισκόμαστε στο Μάρτη του 1981. Μια μεγάλη ομάδα Ιρλανδών αγωνιστών κρατουμένων, εβδομήντα τον αριθμό, με επικεφαλής τον Μπόμπι Σαντς, ο οποίος κατά τη διάρκεια της απεργίας πείνας εκλέχτηκε βουλευτής του βρετανικού κοινοβουλίου, αποφασίζουν να κατέβουν σε διαρκή απεργία πείνας. Μια άλλη απόπειρα απεργίας πείνας, που έγινε έξι μήνες νωρίτερα, έληξε άδοξα (οι απεργοί πίστεψαν πως είχαν ικανοποιηθεί τα αιτήματά τους). Ετούτη τη φορά οι απεργοί κρατούμενοι ήταν πιο οργανωμένοι και πιο αποφασισμένοι.
 Η απόφασή τους να κατέβουν σε διαρκή απεργία πείνας, το ίστατο μέσο διαμαρτυρίας, πάρθηκε αφού πρώτα είχαν εξαντληθεί όλες οι άλλες αγωνιστικές προσπάθειες για τη δικαίωση πέντε αιτημάτων τους: 1) το δικαίωμα να μη φορούν στολή φυλακισμένου, αλλά τα δικά τους ρούχα, 2) το δικαίωμα να μην κάνουν εργασίες της φυλακής, 3) το δικαίωμα ελεύθερης επικοινωνίας με τους άλλους κρατούμενους, 4) το δικαίωμα επίσκεψης, 5) το δικαίωμα για ένα γράμμα και για ένα δέμα την εβδομάδα. Οι αγώνες πριν την απεργία πείνας, ανάμεσα στα άλλα, περιελάμβαναν τις «διαδηλώσεις της κουβέρτας» (οι κρατούμενοι δεν φόραγαν τις στολές της φυλακής και έμεναν γυμνοί κάτω από την κουβέρτα τους), την άρνησή τους να καθαρίσουν τα περιττώματά τους, με τα οποία άλειφαν τους τοίχους των κελιών τους, το χύσιμο των ούρων τους στους διαδρόμους της φυλακής, κ.ά…).    
 Η αναγνώριση των πέντε δικαιωμάτων θα σήμαινε, φυσικά, και αναγνώριση της πολιτικής φύσης του ιρλανδέζικου αγώνα. Οι κρατούμενοι δεν θα ήταν πια κοινωνικά κατακάθια και στυγνοί δολοφόνοι, αλλά πολιτικοί κρατούμενοι με ό,τι αυτό συνεπάγετο για τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα τους. Πάνω, λοιπόν, στο «τραπέζι» της απεργίας πείνας μπήκε ολόκληρο το ιρλανδέζικο ζήτημα. Αγώνες, βέβαια, 700 χρόνων δεν ήταν διατεθειμένη να διακινδυνέψει ούτε η μια ούτε η άλλη μεριά. Οι απεργοί ήξεραν πως η υποχώρηση θα έφερνε χρόνια πίσω τον αγώνα τους. Και οι Εγγλέζοι, επίσης, γνώριζαν, πως η υποχώρηση θα τους οδηγούσε στην τελική παράδοση της Ιρλανδίας στους Ιρλανδούς!
 Τον Οκτώβρη του 1981, επτά μήνες από την έναρξη, η απεργία των εβδομήντα, όπως έμεινε στην ιστορία, σταμάτησε. Η Αγγλική κυβέρνηση, (και) κάτω από την παγκόσμια κατακραυγή, αναγκάστηκε να δεχτεί όλα τα αιτήματα των κρατουμένων, χωρίς βέβαια να αναγνωρίσει τον αγώνα τους σαν πολιτικό αγώνα. Στο μεταξύ 10 Ιρλανδοί αγωνιστές, με πρώτο τον Μπόμπι Σαντς, έχασαν την ζωή τους από έλλειψη τροφής.     
 Η ταινία του Στηβ ΜακΚουήν, έχοντας κατά νου όλα τα παραπάνω, παρακολουθεί τη ζωή και το θάνατο του Μπόμπι Σαντς από την μέρα που ξεκίνησε την απεργία πείνας μέχρι το θάνατό του. Είναι ιεροσυλία να μιλήσουμε για την τεχνική και την αισθητική της ταινίας, είναι τόσο μεγάλο το πολιτικό ζήτημα που βάζει η ίδια. Όμως, μπροστά μας, έχουμε ένα έργο τέχνης και αυτό εξετάζουμε. Όσο, λοιπόν, σεβασμό και εκτίμηση πρέπει να δείξουμε για το περιεχόμενο της ταινίας, άλλο τόσο πρέπει να δείξουμε και για την τεχνική και την αισθητική της. Η «Απεργία Πείνας», είναι σχεδόν αψεγάδιαστη και ας είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη της. Δεν είναι μόνο ότι καταφέρνει να σου μεταδώσει όλα αυτά τα πλούσια και αντιφατικά συναισθήματα των κρατουμένων και των βασανιστών τους, αλλά ότι καταφέρνει να σου τα μεταδώσει και με εξαιρετικές καλλιτεχνικές και κατανοητές εικόνες, εικόνες υψηλής αισθητικής και καλού γούστου.
Παίζουν: Μίκαελ Φάσμπεντερ, Στούαρτ Γκράχαμ, Έλενα Μπέριν, Λάρι Κόουαν, Λίαμ Κάνινγκχαμ, κ.ά.

ΨΕΥΤΗΣ ΗΛΙΟΣ
Νικίτα Μιχάλκοφ

 Από σεβασμό για τον καλλιτέχνη και το έργο του θα ξεκινήσουμε με τη φόρμα της ταινίας. Οι εικόνες του «Ψεύτη Ήλιου», είναι συναρπαστικές και υψηλής αισθητικής. Υπάρχουν στιγμές στην ταινία που νοιώθεις να πλημμυρίζεις από ευτυχία καθώς οι αισθήσεις σου δέχονται μεγάλες εκκενώσεις χαράς, λύπης, πόνου, αγάπης… Ο πλούτος των συναισθημάτων της είναι μεγάλος. Υπάρχουν σκηνές στην ταινία, όπως αυτή στη βάρκα με τον πατέρα και τη μικρή κόρη του, αλλά και όπως αυτή της συνάντησης-θύμησης της Νάντια με τον Μίτια στο ποτάμι (και άλλες, βέβαια, σκηνές), που είναι, πράγματι, σπάνιος κινηματογράφος. Ο θεατής, ακόμα και ο πιο δύσκολος και εσωστρεφής θεατής, σε πολλές στιγμές της ταινίας, θα νοιώσει αβίαστη αισθητική πληρότητα…
 Όμως, το έργο τέχνης έχει δυο αλληλοσυνδεμένες… συνιστώσες! Τη φόρμα και το περιεχόμενο! Η πρώτη, λοιπόν, συνιστώσα στον «Ψεύτη Ήλιο», η φόρμα, παίρνει άριστα. Η δεύτερη συνιστώσα, το περιεχόμενο, μπάζει. Και μπάζει, άλλοτε από άκριτο συναισθηματισμό και άλλοτε, το πιο σοβαρό, από πολιτική σκοπιμότητα. Ο Νικίτα Μιχάλκοφ, φαίνεται, δεν ξέχασε ποτέ την προέλευση της καταγωγής του (η οικογένειά του έχει ρίζες στην τσαρική αριστοκρατία της Ρωσίας). Τώρα που δεν υπάρχει σοσιαλισμός, που επέστρεψε ο καπιταλισμός και η… φεουδαρχία, οι θιασώτες του τσαρισμού, ένας από αυτούς είναι και ο Νικίτα Μιχάλκοφ, θέλουν, φαίνεται, να ξαναγράψουν την ιστορία. Και να την γράψουν με ψέματα και συκοφαντίες. (Ο καλός σκηνοθέτης, σύμφωνα με επίσημη δήλωσή του, επιθυμεί την  επιστροφή τού τσαρισμού στη Ρωσία!)
 Η ταινία φαινομενικά ασχολείται με μια οικογένεια και με τις καθημερινές μικρές στιγμές της. Μια ξαφνική επίσκεψη (Μίτια) φέρνει την αναστάτωση και «ξεσκεπάζει» την «αλήθεια». Ο «κακός» Στάλιν, ο οποίος από νωρίς είχε βάλει το «αόρατο» και «κακό» χέρι του και είχε σημαδέψει το παρόν και το μέλλον της οικογένειας, θα φέρει την οικογενειακή καταστροφή, όπως «έφερε» και την καταστροφή της χώρας. Οι αγρότες θα χάσουν τις σοδιές τους και όποιοι πολίτες και στρατιωτικοί διαφωνούν με τη γενική πολιτική τού Στάλιν (ή και κάποιοι από «τύχη»), θα καταλήξουν στις φυλακές και τα αποσπάσματα!
 Αυτή είναι η ουσία της ταινίας, έστω και αν η παραπάνω ουσία λέγεται με καλαίσθητες εικόνες και μισόλογα. Ο «Ψεύτης Ήλιος», η «ψεύτικη επανάσταση» δηλαδή, είναι αυτό που καταγγέλλει ο Μιχάλκοφ. Και για να πείσει παραχαράσσει την ιστορία. Θεωρεί την επιβεβλημένη αγροτική μεταρρύθμιση του ΄30, σαν αρπαγή της παραγωγής των αγροτών! Αποσιωπά πως μέχρι τότε ο τρόπος της αγροτικής παραγωγής ήταν μεσαιωνικός και έπρεπε να αναπροσαρμοστεί για να γίνει αποτελεσματικός. Επίσης, δεν εξηγεί τους λόγους που οδήγησαν στις «εκκαθαρίσεις» στο σοβιετικό στρατό, λίγο πριν ξεσπάσει ο β΄ παγκόσμιος πόλεμος. Δεν λέει κουβέντα για τα αντεπαναστατικά φαινόμενα που παρουσιάστηκαν στο σοβιετικό στρατό, ο οποίος θα έπρεπε να αντιμετωπίσει το ναζισμό του Χίτλερ και, γιατί όχι, και τον υπόλοιπο καπιταλιστικό κόσμο. Μιλάει για τις «εκκαθαρίσεις» χωρίς να εξηγεί τους λόγους της «εκκαθάρισης». Χρησιμοποιεί, πράγμα που κανένας δεν αποκλείει, κάποιες υπερβολές ή και αδικίες που έγιναν, χωρίς να εξηγεί τις συνθήκες που επικρατούσαν. Συνθήκες που δεν επέτρεπαν πολλές έρευνες και πολλές συζητήσεις. Η επανάσταση και η αντεπανάσταση βρίσκονταν σε εξέλιξη… Και, τέλος, το γεγονός της «αποκατάστασης των θυμάτων» έχει δυο αναγνώσεις. Η μία είναι πως ο σοσιαλισμός μπορεί να αναγνωρίζει τα λάθη του και η άλλη, που ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, πολλές από τις «αποκαταστάσεις» έγιναν από το 20ο συνέδριο (Χρουστσόφ). Σήμερα όλοι ξέρουμε για εκείνη την εποχή…
   Τι κρίμα, λοιπόν, άκρως ταλαντούχα άτομα, όπως ο Νικίτα Μιχάλκοφ, να ελαχιστοποιούν το μεγάλο τους έργο και να μειώνουν το ατομικό και καλλιτεχνικό τους κύρος, γιατί δεν μπορούν να απαλλαγούν από τους υποκειμενισμούς τους και γιατί πειθήνια και συμφεροντολογικά υπηρετούν παρωχημένες πολιτικές σκοπιμότητες (τσαρισμός). Δεν αντιλαμβάνονται, παρ΄ ό,τι λατρεύουν την υστεροφημία τους, πως η στάση τους θα αναγκάσει την ιστορία να τους τοποθετήσει χαμηλά ή και να τους διαγράψει.
 Οι «δύσπιστοι» θεατές βγαίνοντας από τον «Ψεύτη Ήλιο» καλούνται να μπούνε γρήγορα στην «Απεργία Πείνας» (Hunger), για να δούνε καθαρά τους δυο κόσμους. Για ποιες αξίες πάλευε και παλεύει ο σοσιαλισμός και για ποιες η αποικιοκρατία και ο καπιταλισμός. Ο Μιχάλκοφ, πάντως, γνωρίζει! 
Παίζουν: Νικίτα Μιχάλκοφ, Όλεγκ Μενσίκοφ, Ινγκεμπόργκα Νταπκουνάετε, Ναντέζντα Μιχαΐλοβα.

ΝΕΟΤΗΤΑ ΧΩΡΙΣ ΝΙΑΤΑ
Φράνσις Φορντ Κόπολα

 Και στον Κόπολα η φόρμα και το περιεχόμενο τραβάνε ξεχωριστούς δρόμους! Από τη μια έχουμε μια φόρμα πλήρους καθαρότητας και διαύγειας και από την άλλη ένα μπερδεμένο και ακαθόριστο περιεχόμενο. Από την μια έχουμε έναν «κλασικό» κινηματογράφο, με καθαρούς και στέρεους κανόνες στην αφήγηση, σκηνές και πλάνα σε απόλυτη αρμονία με το χώρο και το χρόνο, και από την άλλη ένα περιεχόμενο που χάνεται ανάμεσα στη μεταφυσική και στις ιστορικές δήθεν αναζητήσεις της γλώσσας, της θρησκείας, της σκέψης.
 Το δίλημμα της ταινίας είναι η επιλογή ενός επιστήμονα ανάμεσα στο έργο του και στον έρωτά του. Δίλημμα που δεν υφίσταται για την επιστήμη, ούτε, βέβαια, για τον έρωτα ανάμεσα σε σοβαρούς ανθρώπους. Τέτοια διλήμματα δεν είναι υπαρκτά. Είναι φτιαχτά ερωτήματα που μπαίνουν είτε για να γίνεται κουβέντα, είτε για να τραβήξουν αλλού το ενδιαφέρον. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο Κόπολα φτάνοντας, φαίνεται, σε μια ηλικία που τον απασχολεί σοβαρά ο θάνατος, ψάχνει στηρίγματα στη μεταφυσική και στο «θείο». Νοιώθοντας ότι η καθολική εκκλησία, την οποία γνωρίζει πολύ καλά, δεν μπορεί να καλύψει τα κενά του, στρέφεται σε μακρύτερες και πιο αρχαίες -και πιο αισιόδοξες- θρησκείες. Η υπόθεση, και η πιθανότητα, της μετενσάρκωσης τον «βολεύει». Δεν διστάζει, λοιπόν, να μας οδηγήσει στην Ινδία και στο Βουδισμό!.. Το όχημα, να βρεθεί η «ρίζα» της γλώσσας, που δήθεν ψάχνει η ταινία, είναι ικανό να μας πάει στον πρωτάνθρωπο. Στην περίοδο που η άγνοια, από άγνοια, έδινε σχήμα στις σκιές. Τότε που άρχισαν να οικοδομούνε τον κόσμο τους και τη μεταφυσική τους οι θρησκείες. 
 Αλλά ο κόσμος, ο σημερινός κόσμος… καίγεται! Ο Κόπολα, δεν μπορώ να πω ότι χτενίζεται (που στη συγκεκριμένη ταινία χτενίζεται). Απλώς χορτασμένος ο ίδιος και μακριά από τις εστίες του πόνου (πόλεμος, πείνα, αναλφαβητισμός) διαχειρίζεται το χρόνο του πολυτελώς. Έχει το χρόνο και το χρήμα να επιστρέψει σε νεαρές ηλικίες. Τότε που όλοι βάζαμε επιφανειακά φιλοσοφικά ερωτήματα. Ποιος δημιούργησε τον κόσμο και γιατί, κλπ., κλπ. κλπ. Αυτό κάνει ο καλός Αμερικάνος σκηνοθέτης και παραγωγός στη «Νεότητα Χωρίς Νιάτα». Ξαναγίνεται νέος. Πολύ νέος!
  Ο Κόπολα, ωστόσο, μάστορας καλός του κινηματογράφου, κρατάει τα προσχήματα. Χωρίζει την ταινία του στα δυο. Από τη μια διηγείται μια ενδιαφέρουσα ιστορία για τους πληβείους, ένας 70χρονος επιστήμονας δέχεται έναν κεραυνό και ξανανιώνει, και από την άλλη… φιλοσοφεί για τους ολιγάσχολους, για να μην πω τους αργόσχολους. Ο 70χρονος επιστήμονας μετά τον κεραυνό προσπαθεί να ολοκληρώσει ό,τι δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει στο πρώτο στάδιο της ζωής του. Φτάνει στη ρίζα της γλώσσας, στη ρίζα της δημιουργίας. Η οποία ρίζα, τελικά, αποκαλύπτει ότι υπάρχει μετενσάρκωση! Καλή διασκέδαση!
Παίζουν: Τιμ Ροθ, Αλεξάντρα Μαρία Λάρα, Μπρούνο Γκανζ.

αξιζουν προσοχης

• «Τυχερή και Ευτυχισμένη, του Μάϊκλ Λι».  

Και μόνον για να απολαύσεις τους δυο θαυμάσιους πρωταγωνιστές, αλλά και τους υπόλοιπους ηθοποιούς της,
αξίζει κανείς να δει την ταινία. Η Σάλι Χόκινς είναι ένας καταπληκτικός μικρός Τσάρλι Τσάπλιν. Την ίδια στιγμή που βγάζει γέλιο βγάζει και πόνο. Και το αντίθετο. Από κοντά της, ο εξαιρετικά καλός συμπρωταγωνιστής της, ο Έντι Μάρσαν. Και αυτός μεταφέρει ταυτόχρονα πολλά συναισθήματα.
 Η ταινία δεν πρόκειται να αλλάξει τον κόσμο! Όμως, είναι τρυφερή και ανθρώπινη. Στο μέτρο του δυνατού, λοιπόν, βοηθάει τον θεατή να γίνει καλύτερος άνθρωπος. Και με αυτή την έννοια βοηθάει να αλλάξει και ο κόσμος. Ο πληγωτικός κόσμος της μικρής δασκάλας, η οποία, για να μην  παλαβώσει, επιλέγει να παίρνει τα πράγματα στα αστεία. Κάποια μέρα, σαν επιστέγασμα της υπομονής της και της καλής της διάθεσης, θα έρθει και ο έρωτας.

• «Madeinusa», της Κλαούντια Γιόσα.

Μια σκληρή λατινοαμερικάνικη ταινία (Περού), η οποία τα βάζει με τις προκαταλήψεις, την πολιτική εξουσία, την
εκκλησία και την υποκρισία της. Από τη Μεγάλη Παρασκευή μέχρι την ώρα της Ανάστασης, στο διάστημα δηλαδή που ο «θεός» είναι πεθαμένος και δεν βλέπει, οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν ό,τι επιθυμούν που δεν μπορούν να κάνουν τον  υπόλοιπο χρόνο, χωρίς να αμαρτάνουν (το υπόλοιπο διάστημα τους βλέπει ο «θεός»). Ο καθένας, λοιπόν, εκπληρώνει τις επιθυμίες του το μικρό αυτό διάστημα της ελευθερίας του. Κάποιες επιθυμίες είναι συμβατές με τον άνθρωπο και κάποιες όχι! Η «Madeinusa», πρόκειται για γυναικείο όνομα και προέρχεται από το Made in USA, γίνεται πουλί και πετάει για τη Λίμα (την ελευθερία). Για να κόψει τις αλυσίδες της αναγκάζεται να φτάσει και στο φόνο. Να ξεριζώσει κομμάτια από την καρδιά της.
Παίζουν: Μάγκαλι Σόλιερ, Ιλιάνα Τσονγκ, Κάρλος Ντε Λα Τόρε, Χουάν Ουμπάλντο Χουάμαν.

• «Ο Γιός του Ράμπο», του Γκαρθ Τζένινγκς.

Ταινία που άνετα μπορούν να δουν τα παιδιά, χωρίς να τα «χαλάσει» και που μπορούν, επίσης, να δουν και οι
μεγάλοι χωρίς να πλήξουν! Νεαρός μπόμπιρας, που μεγαλώνει χωρίς γονείς με το μεγαλύτερο αδερφό του, βλέπει μια ταινία με το Ράμπο. Θέλει, λοιπόν να του μοιάσει για να σωθεί. Κάτι παρόμοιο θέλουν να γίνουν και τα άλλα παιδιά του κύκλου του. Η πραγματικότητα γύρω του και οι μεγάλοι είναι τόσο σκληροί! Μόνο ο Ράμπο, ή ο γιός του τέλος πάντων, μπορεί να επιβιώσει.
Παίζουν: Νπιλ Μίλνερ, Γουίλ Πούλτερ, Τσέσικα Στίβενσον, κ.ά.
  
μην ασχοληθειτε μαζι τους
 
• «Bangkok, Επικίνδυνη Αποστολή», των Αδελφών Πανγκ.

Ο Νίκολα Κέϊτζ, που συνεχώς δείχνει να νυστάζει, είναι ένας πληρωμένος δολοφόνος. Δολοφόνος
κακών, όμως, ανθρώπων! Τιμωρός, κατά κάποιον τρόπο. Επειδή έχει κουραστεί και θέλει να αποσυρθεί, σας είπα συνεχώς νυστάζει, εκπαιδεύει έναν νεαρό Ταϊλανδό για να τον αφήσει στο πόδι του. Α, υπάρχει και μια τυφλή Ταϊλανδέζα, η οποία ερωτεύεται τον Κέϊτζ (λογικό, αφού δεν βλέπει η κοπέλα).
 Η ταινία, κρατηθείτε, είχε ξαναγυριστεί από τον Οξάϊν και Ντάνι Πανγκ. Αμερικάνοι παραγωγοί εκτιμώντας την πρωτοτυπία της ίσως, παρακάλεσαν τα δυο αδέρφια από το Χονγκ Κονγκ, να την ξαναγυρίσουν. Πράγμα που έγινε. Και να το αποτέλεσμα! Μην ασχοληθείτε περισσότερο. Αφήστε τους στην ησυχία τους. Ο Νίκολας Γκέϊτζ, θέλει να κοιμηθεί…
Παίζουν: Νίκολας Γκέϊτζ, Τσάρλι Γιάνγκ, Σακρίτ Γιανμάρμ, Νίρα Τισάϊ Καλτζάρουκ. κ.ά.      

• Μέσα από τον Καθρέφτη, του Αλεξάντρ Αζά.

Ένας πρώην αστυνομικός, που βρίσκεται σε διαθεσιμότητα, εργάζεται σαν νυχτοφύλακας σε ένα ερειπωμένο
μετά από πυρκαγιά κτίριο. Εκεί μέσα αρχίζει να βλέπει… φαντάσματα. Οι καθρέφτες του κτιρίου, που δεν κάηκαν, «κράτησαν» όλους τους κακούς που πέρασαν από μπροστά τους. Ακόμα και αυτούς που έβαλαν τη φωτιά στο κτίριο! Το κακό, όμως, είναι, πως οι κακοί που αποτυπώθηκαν στους καθρέφτες, κάθε βράδυ «την κάνουν»… και όποιον πάρει ο χάρος!  Ο κακομοίρης αστυνομικός φωνάζει, αλλά ποιος να τον ακούσει. Κανένας δεν πιστεύει σε φαντάσματα. Αναλαμβάνει, λοιπόν, μόνος του να καθαρίσει. Και σαν καλός αστυνομικός τα καταφέρνει. Και αναγκάζει έτσι την  υπηρεσία του να τον επαναπροσλάβει! Καλά, χαιρετίσματα!
Παίζουν: Κίφερ Σάδερλαντ (γιός του Ντόναλντ), Πόλα Πάτον (καμία σχέση με το στρατηγό Πάτον) και η Έϊμι Σμαερτ.   





η αλλη διασταση

30 09 2008

Κυριακάτικος ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
         28-9-08

ΤΑ «ΨΙΛΑ» ΕΧΟΥΝ ΨΩΜΙ!
νίκου αντωνάκου

 Πολύς κόσμος δεν δείχνει τον απαιτούμενο σεβασμό στα «ψιλά» των εφημερίδων. Κακώς, γιατί αυτά μιλάνε… δυσανάλογα με τον χώρο που πιάνουν. Βέβαια, χρειάζεται μια τεχνική στο διάβασμα. Ο αναγνώστης πρέπει να είναι εξασκημένος στα «λίγα λόγια».  Ν΄ αρπάζει δηλαδή την είδηση και στη συνέχεια να κάνει τις δικές του επεξεργασίες, τους δικούς του συνειρμούς. Σίγουρα από τα «ψιλά» των εφημερίδων μπορούν να βγουν πολύ χρήσιμα συμπεράσματα.
 Διάβασα, για παράδειγμα, στα ψιλά μιας εφημερίδας, ότι «στα βαφτίσια της κόρης του Νίκου Παπανδρέου, που έγιναν σε πολύ στενό κύκλο οικογενειακό και τα ευλόγησε ο αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος, παραβρέθηκε και ο Αμερικάνος πρεσβευτής στην Αθήνα». Ασφαλώς πολλοί λίγοι θα έδωσαν σημασία στην «ψιλή» είδηση. Ωστόσο αυτή, που μπορεί να και είναι τελείως… αθώα, οδηγεί, μπορεί να οδηγήσει, σε μεγάλες πολιτικές συζητήσεις. Εγώ θα βάλω απλώς ένα ερώτημα: Ο πρεσβευτής ανήκει στο «στενό οικογενειακό κύκλο» του προέδρου του ΠΑΣΟΚ; Είναι συγγενής πρώτου βαθμού; Εκτός αν συνόδευε τον αρχιεπίσκοπο, οπότε… απαλλάσσεται ο κ. Παπανδρέου και το πρόβλημα μεταφέρεται στον κ. Ιερώνυμο!
  Μια άλλη είδηση των «ψιλών» έλεγε ότι «ο καταδικασθείς μαζί με τον κ. Κεφαλογιάννη για «υπόθαλψη εγκληματία» (ναρκωτικά) κ. Σπανουδάκης, εξακολουθεί να παραμένει στη θέση του (Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης Κρήτης»)! Και αυτή η είδηση έχει… βάθος! Αν, δε, προσθέσουμε δίπλα της και την είδηση-σύμπτωση, που και αυτή πέρασε στα «ψιλά», ότι τις ίδιες περίπου ώρες που ο πατέρας Κεφαλογιάννης καταδικάζονταν «για υπόθαλψη εγκληματία (ναρκωτικά), η βουλευτής κόρη του, συνοδεύοντας τον υφυπουργό παιδείας παρακαλώ, επισκέπτονταν τα περίφημα  Ζωνιανά, τότε το ζήτημα απαιτεί σίγουρα… ψυχίατρο! Του καθένα το μυαλό πάει και πού δεν πάει!
  Στα «ψιλά», επίσης, πέρασε και η αθλητική είδηση η οποία έλεγε, πως  στο τελευταίο ματς του Άρη, από τους 14 ποδοσφαιριστές που χρησιμοποίησε η ομάδα της Θεσσαλονίκης, κανένας δεν ήταν Έλληνας (δυο Έλληνες ζέσταιναν τον πάγκο, οι υπόλοιποι είχαν πεταχτεί στα αζήτητα). Πόσα χρήσιμα συμπεράσματα μπορείς να βγάλεις και από αυτή την «ψιλή» είδηση: ανεργία για τους Έλληνες επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, εθνική Ελλάδας χωρίς νέους παίχτες, συναισθηματική μεταλλαγή των φιλάθλων. Σήμερα, πια, δεν αγαπάνε ομάδα, αγαπάνε Ανώνυμες Εταιρίες! Α, για να μην παρεξηγηθούμε. Περίπου την ίδια εικόνα παρουσιάζουν και οι άλλες ομάδες!
 «Το προσδόκιμο επιβίωσης των κατοίκων της Ευρωπαϊκής Ένωσης», γράφουν τα «ψιλά» των εφημερίδων, «αναμένεται να μειωθεί κατά 5.5 μήνες το 2020 λόγω της ατμοσφαιρικής ρύπανσης». Βέβαια τα «ψιλά», ελλείψει χώρου, δεν ψάχνουν να βρουν τους υπεύθυνους. Δουλειά του αναγνώστη, λοιπόν, να μεγαλώσει την είδηση. Να ερευνήσει, να μάθει, να τιμωρήσει! Η είδηση, αυτή καθ΄ εαυτή, παρ’ ό,τι «ψιλή», κάνει τη δουλειά της.
  Στα «ψιλά», επίσης, πέρασε και ένας «μικρός» απολογισμός του Ισπανικού εμφυλίου πολέμου, σε συνδυασμό με τη θητεία του φρανκικού καθεστώτος. Πάνω από 500.000 τα θύματα. Ο Φασίστες χρεώνονται με περισσότερες από 75.000 εκτελέσεις και με περισσότερες από 30.000 εξαφανίσεις. Η «ψιλή» είδηση, η οποία βέβαια δεν είναι καινούρια, με αναστάτωσε, γιατί στην ίδια εφημερίδα διάβασα τον ολοσέλιδο τίτλο-παρότρυνση γνωστού και καλού έλληνα σκηνοθέτη, ο οποίος μας καλούσε να «συμφιλιωθούμε πια με τον εμφύλιο». Θα στείλω την παρότρυνσή του και στην Ισπανία!
  «Το Λέτσενγκ», γράφουν  τα «ψιλά», «είναι από τα παραγωγικότερα και επικερδέστερα αδαμαντωρυχεία στον κόσμο (Gem Diamonds -χρηματιστήριο Λονδίνου). Το Λεσότο, στο έδαφος του οποίου βρίσκεται το Λέτσενγκ, είναι από τις φτωχότερες, αν όχι η φτωχότερη χώρα της Αφρικής. Πριν λίγες μέρες βρέθηκε ένα από τα μεγαλύτερα διαμάντια του κόσμου. Η αξία του δεν μπορεί να υπολογιστεί για την ώρα. Το Λεσότο, πάντως, λιμοκτονεί! Και θα λιμοκτονεί και μετά την οικονομική αξιολόγηση του διαμαντιού, που διαθέτει «εξαιρετικό χρώμα και υψηλή καθαρότητα».
 Δεν θα συνεχίσω. Θέλω, όμως, να σας παροτρύνω να διαβάζετε τα «ψιλά» των εφημερίδων. Πολλά από αυτά, αν όχι τα περισσότερα, εμπεριέχουν συμπυκνωμένες μεγάλες ειδήσεις. Ειδήσεις που, οπωσδήποτε, απαιτούν επεξεργασία. Σας βεβαιώνω, όμως, πως στο εσωτερικό τους κρύβονται τεράστιες εκρήξεις! «Απολυμένοι Ινδοί εργάτες λιντσάρισαν τον Ιταλό διευθυντή ιταλικής εταιρίας». Εννέα λέξεις που τα λένε όλα!





Κριτική Κινηματογράφου

25 09 2008

Κριτική Ταινιών  25-9-08
Για την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Από το Νίκο Αντωνάκο

ΟΙ ΕΠΑΝΑΛΗΨΕΙΣ ΣΩΖΟΥΝ
ΤΗΝ ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ
 

Τυχαίο είναι, τάχα, που, για μια ακόμα εβδομάδα, οι επαναλήψεις είναι πιο ενδιαφέρουσες (απ΄ όλες τις πλευρές) από τις νέες ταινίες; Όχι! Είναι σύμπτωμα των καιρών. Η εμπορευματοποίηση της τέχνης έχει, πια, σχεδόν γίνει νόμος! Εδώ και τώρα, λοιπόν, καλείται να παίξει το ρόλο του ο θεατής. Η παρουσία του και το εισιτήριό του στην αίθουσα καιρός είναι να δώσουν το δικό του στίγμα.
 Ταινία με πολιτική σκέψη και… στιλ «Ο Κομφορμίστας» (1970), του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι. Ιταλός φασίστας (β΄ παγκόσμιος πόλεμος) διατάσσεται να σκοτώσει τον πρώην καθηγητή του. Μελό η δεύτερη επανάληψη της εβδομάδας («Κυματιστά Σύννεφα» (1955), του Ιάπωνα Μίκιο Ναρούζε). Μελό, αλλά τι μελό! Κέντημα! Φτωχοδιάβολοι προσπαθούν να επιβιώσουν βιολογικά και συναισθηματικά στην αμέσως μεταπολεμική Ιαπωνία.
 Και μπαίνουμε στο σήμερα (ο «θεός» να το κάνει σήμερα). «Καυτό Απόρρητο», των αδελφών Κοέν (Τζόελ και Ίθαν). Κωμωδία, σάτιρα για τη CIA; Δεν κατάλαβα τι ακριβώς ήθελαν να κάνουν τα υπερτιμημένα αδέλφια του αμερικάνικου κινηματογράφου! Ο θεατής θα μείνει με την απορία! Τα ίδια ισχύουν και για την «Τροπική καταιγίδα», του  Μπεν Στίλερ. Η δράση εδώ μεταφέρεται στο Βιετνάμ του πολέμου! Αστειάκια με το Βιετνάμ των νεκρών και της καμένης γης; Γιατί, όχι! Εδώ το βομβαρδίσανε, θα το σεβαστούνε κινηματογραφικά;
 Δυο κινηματογραφικά ενδιαφέρουσες (μόνον κινηματογραφικά) ερωτικές ταινίες! Η ρωσική ποιητική «Ευφορία», του Ιβάν Κιπιράγιεφ (ερωτικό τρίγωνο με τραγικό τέλος) και η κινέζικη, επίσης ποιητική, ταινία του Ξιαοσουάι Γουάνγκ, «Εμπιστεύσου την Αγάπη» (Αγάπη, ζήλια και (μικροαστικής) πίστης διλήμματα)! Σχετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο «Hamlet 2: Η Ανάσταση», του Άντριου Φλέμινγκ. Νεαρός αποτυχημένος ηθοποιός ζει και αναπνέει για την τέχνη του.   
 Γερμανοτουρκική η προτελευταία ταινία της εβδομάδας («Chiko, Ο Ανυπότακτος», του Ουζγκούρ Γιλντιρίμ). Κακοποιοί βαλκάνιοι και άραβες μετανάστες στη Γερμανία αλληλοεξοντώνονται! Ποιον νοιάζει, αλήθεια; Τελευταίο και καταϊδρωμένο το, ας το πούμε περιπετειώδες, «Ταξίδι στο Κέντρο της Γης», του Έρικ Μπρέϊβιγκ. Υποψία από Ιούλιο Βερν, χωρίς ίχνος από τη φαντασία του, δυστυχώς!       

Ο ΚΟΜΦΟΡΜΙΣΤΑΣ
Μπερνάρντο Μπερτολούτσι

 «Ο Κομφορμίστας» είναι από τις πιο γοητευτικές ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Ο δημιουργός του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι εκείνη την εποχή έβρισκε, επιτέλους, τον εαυτό του. Ξέφευγε από δυο επιρροές που τον κράταγαν δεμένο στην αντιγραφή. Με τον «Κομφορμίστα» απαλλάχτηκε οριστικά από την επίδραση του Γκοντάρ, σε σχέση με τον κινηματογράφο, και από την επίδραση του διάσημου ποιητή πατέρα του (Ατίλιο Μπερτολούτσι) σε σχέση με το περιεχόμενο και τη φιλοσοφία. Μέχρι τότε ζούσε στη σκιά αυτών των δυο αντρών.
«Ο Κομφορμίστας» είναι η έκτη ταινία του Μπερτολούτσι και είναι ολόκληρη δική του! Από την αρχή μέχρι το τέλος έχει ένα καταπληκτικό γούστο. Η φόρμα της, που είναι πολύ φανερή και επιδεικνύεται από τον σκηνοθέτη, σε καμία περίπτωση δεν την κάνει δυσκίνητη. Αντίθετα έχει και αυτή μετατραπεί σε εκφραστικό μέσο. Ό,τι βγαίνει από τους χαρακτήρες των ηρώων της βγαίνει και από τις κινήσεις της μηχανής, τους φωτισμούς, τα κοστούμια, τα ντεκόρ, τη μουσική και τους ήχους της. Πρόκειται για μια άριστα οργανωμένη ομοιογένεια. Για μια κινηματογραφική πολυτέλεια!
 Η ταινία στηρίζεται στο ομότιτλο βιβλίο ενός άλλου πολύ μοντέρνου στιλίστα. Του πολυγραφότατου (27 βιβλία, άρθρα, δοκίμια, κριτικές, κλπ) Αλμπέρτο Μοράβια. Αναφέρεται σε μια ιστορία που εξελίσσεται στο Παρίσι δυο χρόνια πριν τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Ένας νεαρός Ιταλός άντρας, ο οποίος θέλοντας να ικανοποιήσει τον… κομφορμισμό του υπηρετεί άκριτα τον φασισμό, στέλνεται στο Παρίσι να εκτελέσει έναν Ιταλό καθηγητή, ο οποίος δημιουργεί προβλήματα στο Μουσολίνι. Εκεί ο Ιταλός εκτελεστής, ο οποίος ό,τι κάνει το κάνει για την καλοπέρασή του, και όχι από πίστη στο φασισμό, διαπιστώνει πως ο καθηγητής που καλείται να εκτελέσει υπήρξε δικός του καθηγητής. Από τους αγαπημένους του!..
 Δεν θα σας πω τη συνέχεια (για εσάς, κυρίως, που δεν την έχετε δει). Η ταινία ξεχειλίζει φασισμό! Είναι σκοτεινή και δολοπλόκα. Με απλές, λιτές γραμμές αναβλύζει σαπίλα και αρρώστια. Παράλληλα, και αυτό είναι το αισιόδοξο, ο ήρωας, έστω και προς στιγμή, μεταβάλλεται θετικά. Η σκηνή του φινάλε, από τις  καλύτερες στον παγκόσμιο κινηματογράφο (πολλοί άλλοι σκηνοθέτες προσπάθησαν να την αντιγράψουν) είναι πολύ αποκαλυπτική. Και διδακτική.
Παίζουν: Ζαν Λουί Τρεντινιάν, Στεφανία Σαντρέλι, Ντομινίκ Σαντά, Υβόν Σανσόν, Πιέρ Κλεμεντί, κ.ά.

ΚΥΜΑΤΙΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ
Μίκιο Ναρούζε

 Τον προικισμένο Ιάπωνα σκηνοθέτη Μίκιο Ναρούζε (1905-1969) τον γνωρίσαμε ουσιαστικά (από κοντά) μόλις φέτος το καλοκαίρι, με την πολύ καλή ταινία του «Μια γυναίκα ανεβαίνει τη σκάλα». Μερικοί, βέβαια, ισχυρίζονται ότι γνώριζαν γι΄ αυτόν και το έργο του από… παλιά! Η αλήθεια, πάντως, είναι, πως ο Ναρούζε ζούσε στη σκιά των τριών γιγάντων του ιαπωνικού κινηματογράφου (Όζου, Μιζογκούτσι, Κουροσάβα). Τα «Κυματιστά Σύννεφα», είναι η δεύτερη ταινία του που παίζεται στην πατρίδα μας φέτος το καλοκαίρι. Θα ακολουθήσει μια τρίτη ταινία του, τα «Σκόρπια Σύννεφα»…
 Το έργο του Μίκιο Ναρούζε δεν είναι πολύ μακριά, αισθητικά και ουσιαστικά, από το έργο των τριών παγκοσμίως γνωστών Ιαπώνων σκηνοθετών. Και ετούτος είναι ένας βαθιά σκεπτόμενος δημιουργός. Με υψηλές γνώσεις για την ιαπωνική και δυτική κουλτούρα. Οι ταινίες του, παρ΄ ότι κάποιες από αυτές, όπως και τα «Κυματιστά Σύννεφα», μοιάζουν μελό, στο βάθος είναι μια πιστή και ρεαλιστική χρονική τοιχογραφία της Ιαπωνίας. Ο θεατής ενώ σε πρώτο επίπεδο θα παρακολουθεί μια ερωτική ιστορία, θα βλέπει, κάπως αχνά, ίσως, αλλά αρκετά ευδιάκριτα για τα έμπειρα μάτια, να ξεδιπλώνεται μπροστά του η αμέσως μεταπολεμική Ιαπωνία και τα καυτά και έντονα κοινωνικά και πολιτικά  προβλήματά της. Χωρίς μεγάλες τυμπανοκρουσίες το προσωπικό (ερωτική ιστορία) εντάσσεται οργανικά με το γενικό (διαλυμένη και ηττημένη χώρα που προσπαθεί να βρει τους ρυθμούς της).
 Τα δυο κεντρικά πρόσωπα της ταινίας, όπως και τα βοηθητικά πρόσωπα επίσης, με τη συμπεριφορά τους διαμορφώνουν την Ιαπωνία της εποχής και διαμορφώνονται από αυτή. Για να επιβιώσουν βιολογικά και συναισθηματικά δίνουν μάχες με τον εαυτό τους και με το κοινωνικό περιβάλλον. Άλλες μάχες από αυτές χάνονται και άλλες κερδίζονται. Κάποιες στιγμές τα ίδια πρόσωπα είναι θετικοί ήρωες και κάποιες άλλες αρνητικοί. Από αυτή τη διαρκή μεταλλαγή, που είναι προσωπική και κοινωνική πάλη, παράγεται το τελικό αποτέλεσμα, διαμορφώνονται οι ανθρώπινοι χαρακτήρες, σχηματίζεται η νέα ιαπωνική κοινωνία.
 Το ζευγάρι γνωρίστηκε στην Ινδοκίνα. Εκεί χώρισαν κιόλας. Μετά τον πόλεμο η γυναίκα επιστρέφει στην πατρίδα της. Στο μεταπολεμικό Τόκιο θα συναντήσει τον εραστή της. Η πόλη, η χώρα, είναι, πια, τελείως αφιλόξενα μέρη. Οι συνθήκες δεν ευνοούν γενναιότητες. Δεν προσφέρονται για αφοσίωση και αληθινούς έρωτες. Το ζευγάρι, και ιδιαίτερα εκείνος, ο πιο «ρεαλιστής», γίνονται αναξιόπιστοι. Τη μια «θυσιάζονται» την άλλη «διαφεύγουν». Στο τέλος και οι δυο γίνονται συντρίμμια.
 Στα χέρια ενός οποιουδήποτε μικρότερης αξίας σκηνοθέτη η συγκεκριμένη ιστορία θα ξέπεφτε στην εύκολη συγκίνηση και στο κλάμα. Στα χέρια του Μίκιο Ναρούζε μετατράπηκε σε μια λεπτή, σε μια ανθρώπινη, σε μια κομψή ερωτική και κοινωνική ιστορία. Τα «Κυματιστά Σύννεφα», παρ΄ ότι οι πλάτες τους μεταφέρουν πάνω από μισό αιώνα ζωής, δεν μοιάζουν καθόλου γερασμένα. Αντίθετα η γραφή τους είναι φρέσκια και μοντέρνα.
Παίζουν: Χιντέκο Τακαμίνε, Μασαγιούκι Μόρι, Μαρίκο Οκάντα, Ισάο Γιαμαγκάτα, κ.ά.   

ΚΑΥΤΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ
Τζόελ & Ίθαν Κοέν

 Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί έχουν σηκώσει τόσο θόρυβο οι αδελφοί Κοέν. Οι ταινίες τους δεν είναι τίποτα περισσότερο από καλογυρισμένες καθαρά εμπορικές και, κάποιες από αυτές, απλώς διασκεδαστικές ταινίες. Η τελευταία τους μάλιστα δεν κρατάει ούτε τα προσχήματα! Διάφοροι επιτυχημένοι και αποτυχημένοι πράκτορες της CIA, καθώς και άλλα κοινωνικά αποβράσματα, μπλέκονται σε επαγγελματικά και ερωτικά γαϊτανάκια. Όλος αυτός ο κόσμος, σύμφωνα με τους Αμερικάνους υπερτιμημένους δημιουργούς, στο βάθος είναι καλά ανθρωπάκια. Ο,τι κάνουν το κάνουν από καλοσύνη τους ή από χαζομάρα τους! 
 Κάποιοι, βέβαια, θα μιλήσουν για σάτιρα ή για υπόγειο ξεφωνητό της γνωστής αμερικάνικης υπηρεσίας. Θα δούνε πίσω από την οθόνη καταδίκη των μεθόδων της CIA. Ό,τι κι αν πούνε η ταινία είναι, προσπαθεί να είναι, μια γελαστική περιπέτεια και τίποτα άλλο. Όμως, γέλιο δεν βγαίνει. Γιατί δεν φτάνει το υπερβολικό παίξιμο των ηθοποιών για να γελάσεις. Ούτε και τα απίθανα περιστατικά που συμβαίνουν. Οι σοβαροί άνθρωποι δεν γελάνε ποτέ με τη CIA. Οργίζονται μόνο.
 Και οι σοβαροί δημιουργοί, θα έλεγα, δεν πρέπει να κάνουν αστεία με τη CIA. Ιδιαίτερα, αστεία που αθωώνουν και αποπροσανατολίζουν! Αστεία που λέγονται από γνωστούς και «χαριτωμένους» ηθοποιούς. Οι οποίοι έχουν  το «χάρισμα» να περνάνε ευκολότερα τα μηνύματα. Θυμίζω, απλώς, πως για να γυριστούν  παρόμοιες ταινίες χρειάζεται ειδική άδεια από τη CIA και το FBI και πως υπάρχουν «ειδικοί» που παρακολουθούν τα γυρίσματα. Αυτά, βέβαια, όταν οι συγκεκριμένες ταινίες δεν είναι κατ΄ ευθείαν χρηματοδοτούμενες από τις εν λόγω υπηρεσίες.
Παίζουν: Μπραντ Πιτ, Τζορτζ Κλούνι, Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, Τζον Μάλκοβιτς, Τίλντα Σουίντον, Ρίτσαρντ Τζένκινς.
    
ΤΡΟΠΙΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ
Μπεν Στίλερ

 Οι αδελφοί Κοέν κάνουν αστεία με τη CIA, ο Μπεν Στίλερ με το Βιετνάμ! Εδώ οι «κωμικές» καταστάσεις μεταφέρονται στη Ζούγκλα. Μια ομάδα ηθοποιιών, που οι παραγωγοί τούς έφεραν στην Νοτιανατολική Ασία για να κοστίσει λιγότερο η ταινία που γυρίζουν (αφού το «ντεκόρ» (ο πόλεμος) είναι ήδη στημένο, οι χιλιάδες «κομπάρσοι» είναι ήδη σε κίνηση (μάχες), μπλέκονται σε αληθινό πόλεμο με τους Βιετκόνγκ. Και, βέβαια, αφού «ξεκαρδιστούμε» όλοι στα γέλια, αφού γελάσουμε μέχρι σκασμού με τα χιλιάδες πτώματα, με τα καμένα χωριά, με τις χυδαίες ακρότητες, που δείχνει η ταινία, οι ηθοποιοί, όπως και οι αμερικάνοι φαντάροι άλλωστε, γυρίζουν νικητές και τροπαιοφόροι στις ΗΠΑ!
 Και για ετούτη την ταινία σίγουρα θα υπάρξουν και άλλες αναγνώσεις. Αυτοί που προσποιούνται πως δεν καταλαβαίνουν ή αυτοί που δεν σέβονται τίποτα, αρκεί οι ίδιοι να «περνάνε καλά», και «να διασκεδάζουν», θα βρούνε, ίσως, την ταινία καυστική! Γιατί σε κάποιες στιγμές της φαίνεται να δείχνει πως θέλει να σατιρίσει και να σχολιάσει τις αμερικάνικες ταινίες (Ράμπο κλπ), οι οποίες πάτησαν πάνω σε πτώματα για να γεμίσουν τα ταμεία τους. Η σάτιρά της, όμως, εξαφανίζεται από τη δική της βία. Ο σκηνοθέτης της ενθουσιάζεται με τις δικές του πολεμικές σκηνές και, τελικά, θέλει δεν θέλει, αναπαράγει τις ταινίες που υποτίθεται προσπαθεί να σατιρίσει.
 Αν αυτές οι ταινίες δεν έχουν γυριστεί σκόπιμα, τότε έχουμε να κάνουμε με ανόητες ταινίες. Η «Τροπική Καταιγίδα», για παράδειγμα, τι καινούριο έφερε στον κόσμο; Τι κενό ήρθε να γεμίσει; Τι καινούριο πρόσφερε στην τέχνη; Φτάνει να τρέχει το φιλμ και δεν πειράζει τι κουβαλάει μαζί του; Η ίδια ταινία, έστω ακόμα και αν αναφέρεται στον πόλεμο του Βιετνάμ που κόστισε εκατομμύρια ζωές, θέμα με το οποίο δεν πρέπει να παίζουμε, θα είχε άλλα αποτελέσματα αν, βέβαια, είχε άλλους σκοπούς και άλλους στόχους. Όμως τότε θα έπρεπε το σενάριο να είχε άλλη ανάλυση και η κινηματογράφηση άλλη προσέγγιση. Εδώ μιλάμε για αναπαραγωγή της ηθικής και του γούστου του Ράμπο! Εδώ μιλάμε για σίγουρη συνταγή εισιτηρίου!
Παίζουν: Μπεν Στίλερ, Τζακ Μπλακ, Νικ Νόλτε, Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, Στιβ Κούγκαν.

Ο ΕΡΩΤΑΣ

• Η ποιητική ερωτική «Ευφορία», του Ρώσου Ιβάν Βιριπάγιεφ, έχει σπάνιες αρετές! Η εξαιρετική φωτογραφία της (Αντρέϊ Νεϊντένοφ) και η ακόμα καλύτερη μουσική της (Αϊντάρ Γαϊνούλιν), οι, επίσης, εξαιρετικές ερμηνείες, Πολίνα Αγκουρέγιεβα, Μιχαήλ Οκούνεφ, Μαξίμ Ουσάκοφ, οι απέραντες ρωσικές στέπες, ο ήρεμος Ντον που διασχίζει το τοπίο, κάνουν την ταινία να μοιάζει με ένα άγριο λαϊκό ερωτικό ποίημα. Ένα άγριο λαϊκό ερωτικό ποίημα που έχει αμηχανία μπροστά στο άγνωστο ερωτικό σκίρτημα των απλών και αγνών ανθρώπων, έχει μεγάλο πάθος, έχει μανιασμένη εκδίκηση για την απιστία, έχει έρωτα και λατρεία. Πρόκειται για μια μικρή τραγωδία.
 Ο Βαλερύ, ο σύζυγος, ο Μάσα, ο αγαπημένος, και η Βέρα, η σύζυγος και η αγαπημένη. Οι τρεις αυτοί άνθρωποι μπλέκονται στα δίχτυα του έρωτα. Το μάτι τους χάνεται στο ατέλειωτο βάθος των στεπών. Ο ουρανός και ο ήλιος. Πόσο μικρός είναι ο άνθρωπος συγκρινόμενος με το τεράστιο τοπίο. Ο Βαλερύ, σιγά-σιγά γίνεται βίαιος. Η Βέρα θα τον εγκαταλείψει. Θα βρει καταφύγιο στον Μάσα. Ο σύζυγος θα τους στήσει καρτέρι. Το τέλος θα είναι τραγικό… Μια όμορφη, τρυφερή ταινία.

• «Εμπιστεύσου την Αγάπη», του Κινέζου Ξιαοσουάι Γουάνγκ. Το θέμα της ταινίας είναι πέρα για πέρα «φτιαχτό». Και ακραίο! Είναι από αυτά που συμβαίνουν μια  στο… δισεκατομμύριο! Οι Κινέζοι δεν ήταν -και δεν είναι- καθόλου ευχαριστημένοι με τον σκηνοθέτη. Θεωρούν ότι η Κίνα έχει υπαρκτά προβλήματα τα οποία πρέπει να αποτυπώσει ο κινηματογραφικός φακός. Αντίθετα οι Δυτικοί ενθουσιάστηκαν. Τον κάλεσαν στις Κάνες, στη Βενετία (δεν συμφώνησαν οι Κινέζοι). Τελικά πήγε στο φεστιβάλ του Βερολίνου, όπου κέρδισε την Αργυρή Άρκτο. (Τα παραπάνω είναι μια μικρή υπόμνηση για τον πολιτικό πόλεμο που γίνεται πίσω από τις κάμερες!)   
Χωρισμένη γυναίκα ζει αρμονικότατα με τον νέο της σύντροφο. Μαζί μεγαλώνουν τη μικρή κόρη της γυναίκας (από τον προηγούμενο γάμο). Το μικρό κορίτσι αρρωσταίνει από μια σπάνια μορφή λευχαιμίας. Πρέπει επειγόντως να βρεθεί μόσχευμα. Το σπάνιο μόσχευμα δεν βρίσκεται. Η μόνη ελπίδα είναι να γεννηθεί ένα νέο παιδί από τους ίδιους, όμως, γονείς της μικρής. Η μάνα στην απελπισία της καταφεύγει στον πρώην άντρα της. Μετά από διαφωνίες το πρώην ζευγάρι αποφασίζει να κάνει το δεύτερο παιδί το οποίο θα σώσει το πρώτο!
 Σας είπα το θέμα της ταινίας είναι φτιαχτό. Το «δίλημμα», ωστόσο, που βάζει έχει κάποια αξία! Η «θυσία» και η «ανοχή» των νέων συντρόφων έχει κάποιο φιλοσοφικό, ας πούμε ενδιαφέρον. Αυτά. Τίποτα άλλο. Να μην ξεχάσουμε πως σκηνοθετικά, ερμηνευτικά και φωτογραφικά η ταινία παίρνει καλό βαθμό.
Παίζουν: Τάϊσεν Τσενγκ, Τζιαγί Ζανγκ, Βεϊβέϊ Λίου, Ναν Γιού.

Η ΤΕΧΝΗ

• Hamlet 2: Η Ανάσταση, του Άντριου Φλέμινγκ.Όλα τα λεφτά της ταινίας είναι ο πολύ καλός πρωταγωνιστής της (Στιβ Κούγκαν). Και το πάθος της για την τέχνη. Νεαρός αποτυχημένος ηθοποιός διδάσκει υποκριτική σε κάποιο σχολείο. Όσα δεν μπόρεσε να κάνει σαν ηθοποιός (δεν διαθέτει το απαραίτητο ταλέντο και είναι γεμάτος κόμπλεξ από την άρνηση του πατέρα του να γίνει ηθοποιός), προσπαθεί με δύναμη και πάθος να τα μεταδώσει στους μαθητές του.
 Το αισιόδοξο της ταινίας πηγάζει από τους έξυπνους και με πλήρες νόημα διαλόγους της. Ακούγονται σημαντικά πράγματα για την τέχνη, για τους καλλιτέχνες, για το καλλιτεχνικό έργο. Μπαίνουν σημαντικοί προβληματισμοί. Τα υπόλοιπα, η «ιστορία» της ταινίας δεν ενδιαφέρει. Ο νεαρός ηθοποιός θα γίνει συγγραφέας και θα σημειώσει, επιτέλους, επιτυχία. Αυτά τα έχουμε ξαναδεί…
Παίζουν: Στιβ Κούγκαν, Κάθριν Κίνερ, Ντέϊβιντ Αρκέτ, Ελίζαμπεθ Σου.

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ

• «Ο Ανυπότακτος», του Τούρκου Ουζγκούρ Γιλντιρίμ. Βαλκάνιοι και Άραβες μετανάστες δεύτερης γενιάς στη Γερμανία. Ούτε ένας καλός, θετικός ήρωας.
Όλοι τους καθάρματα, πουτάνες, κακοποιοί και δολοφόνοι. Βέβαια, δολοφόνοι με καλή καρδιά και μπέσα στη φιλία. (Ο Ουζγκούρ Γιλντιρίμ είναι γιός Τούρκων μεταναστών και γεννήθηκε και εργάζεται στη Γερμανία. Τέτοια ιδέα έχει για τον εαυτό του; Α, όχι. Αυτός είναι σκηνοθέτης. Σκηνοθέτης που βοηθάει τους Γερμανούς να γνωρίσουν τους Τούρκους μετανάστες! Τέτοιος πατριωτισμός)!
 Δυο Τούρκοι φίλοι, λοιπόν, βαποράκια και μικροαπατεώνες, φροντίζουν την άρρωστη μάνα του ενός (πάσχει από νεφρική ανεπάρκεια και πρέπει να κάνει μεταμόσχευση). Αμάρτησα για τη μάνα μου! Ο χωρίς… υποχρεώσεις κακοποιός, αφήνει πίσω του το φίλο του στο προσκεφάλι της άρρωστης μάνας του, και αποφασίζει να ανοίξει τα φτερά του. Έρχεται σε επαφή με το χοντρό έγκλημα. Το οποίο και αυτό βρίσκεται στα χέρια μεταναστών (πουθενά οι Γερμανοί). Γίνεται ένας απ΄ αυτούς. Μετά από κάποια παρεξήγηση οι «κακοί» θα σκοτώσουν τη μάνα του φίλου του. Ο Τούρκος κακοποιός γίνεται… Τούρκος! Οπλίζει και γίνεται της… πουτάνας! Στην κυριολεξία.
 Το τέλος της ταινίας ο Τούρκος δημιουργός, όπως κάνουν οι παρόμοιες αμερικάνικες ταινίες, θα αποδώσει δικαιοσύνη. Όσοι παρανόμησαν θα τιμωρηθούν. Το έγκλημα, βέβαια, δεν πρόκειται να σταματήσει. Υπάρχουν τόσοι μετανάστες για να συνεχίσουν…
Παίζουν:  Μορίτς Μπλάϊμπττροϊ, Βόλκαν Οζγκάν, Ντένις Μοσκίκο.

• «Ταξίδι στο Κέντρο της Γης, του Έρικ Μπέρβινγκ. Μια αδιάφορη και λιγότερο επιστημονική περιπέτεια από αυτές που γυρίζει το Νάσιοναλ Τζεογκράφικ και και το BBC για «όλη την οικογένεια». Νεαρός επιστήμονας βουτάει τον μικρό ανιψιό του (του τον άφησε η χήρα αδερφή του, για να τον προσέχει μερικές μέρες) και πάει στο «Κέντρο της Γης» (κάπου στην… Ισλανδία). Εκεί, στα βάθη της γης, θα συναντήσουν σεισμούς, κατολισθήσεις, πύρινα ποτάμια, τέρατα και σημεία! Θείος και ανιψιός, τελικά θα ανακαλύψουν το «μυστικό» που είχε βρει ο επιστήμονας αδερφός και πατέρας του ανιψιού, και ο οποίος αδερφός και πατέρας δεν κατάφερε να βγει στην επιφάνεια από τα αφιλόξενα βάθη της γης.
 Ο θείος και ο ανιψιός τα κατάφεραν, γιατί μαζί τους είχαν μια όμορφη ντόπια (από την Ισλανδία και όχι από τα βάθη της γης)  δεσποινίδα, η οποία ήξερε τα κατατόπια. Ο πατέρας της ήταν γνωστός επιστήμονας και συνεργάτης του αδερφού και πατέρα που χάθηκε! Αυτά!
Παίζουν: Μπρένταν Φρέϊζερ, Τζος Χάτσερσον, Ανίτα Μπρίεμ.








Follow

Get every new post delivered to your Inbox.