η αλλη διασταση

29 03 2009

Κυριακάτικος ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
         29-3-09

«Σε τούτα δω τα μάρμαρα, κακιά σκουριά δεν πιάνει»

νίκου αντωνάκου

  Ετούτες τις μέρες παρακολουθούμε να αναπτύσσεται πανευρωπαϊκά μια συντονισμένη προσπάθεια κατασυκοφάντησης του κομμουνισμού. Η άρχουσα τάξη, θέλοντας να χτυπήσει αλύπητα τις εργατικές και δημοκρατικές κατακτήσεις και να ξαναφέρει τον εργασιακό μεσαίωνα, αγωνίζεται, με νύχια και με δόντια, για να απομονώσει τις πηγές αντίστασης του λαού. Κύριο μέλημά της και πρώτος στόχος, βέβαια, είναι οι μαρξιστικές ιδέες, οι οποίες καθοδηγούν τους λαούς για κοντά 200 χρόνια.

«Σε τούτα δω τα μάρμαρα», βέβαια, «κακιά σκουριά δεν πιάνει». Η Ελλάδα δεν είναι Τσεχία, ούτε Λιθουανία. Φωνές, όπως αυτή του Πάγκαλου, χτυπάνε σε ντουβάρια. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει πως ο κάθε αγύρτης θα μένει ασχολίαστος. Η περίοδος που περνάμε δεν επιτρέπει κανέναν εφησυχασμό. Το παιχνίδι έχει χοντρύνει. Τα αντεργατικά και αντιδημοκρατικά μέτρα που παίρνονται, και αυτά που ακολουθούν, τόσο σε πανευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο, είναι ακραία. Ακραίες, λοιπόν, είναι και οι συμπεριφορές!

Η προσπάθεια εξομοίωσης του ναζισμού με τον κομμουνισμό δεν αφορά μόνο τους κομμουνιστές. Για την ακρίβεια, δεν αφορά καθόλου τους κομμουνιστές! Κανένα ψήφισμα και καμία απόφαση της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δε θα λυγίσει, έστω και στο ελάχιστο, τη θέλησή μας. Ξέρουμε τη γνώμη τους για εμάς η οποία μας είναι παντελώς αδιάφορη. Το αντίθετο, μάλιστα! Αν είχαν άλλη άποψη και άλλες σκέψεις για εμάς, θα ψαχνόμασταν. Οι όποιες αποφάσεις, λοιπόν, παρθούν, οι οποίες βέβαια θα είναι ταξικές, αφού τέτοια είναι η Ευρωπαϊκή Ενωση και το κοινοβούλιό της, θα στρέφονται σε βάρος των ευρωπαϊκών λαών στο σύνολό τους. Των ευρωπαϊκών λαών που σήμερα βρίσκονται σε χειρότερη περίοδο από κάθε άλλη φορά.

Ο καθένας ας αναλάβει, λοιπόν, τις ευθύνες του! Υπερασπιζόμενος τον κομμουνισμό, υπερασπίζεται το οκτάωρο! Υπερασπιζόμενος τον κομμουνισμό, υπερασπίζεται το δικαίωμα στην εργασία, στη σύνταξη, στη δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, στην ελεύθερη και δωρεάν Παιδεία. Η προσπάθεια καταδίκης του κομμουνισμού, η εξομοίωσή του με το ναζισμό, στοχεύει στο να χτυπηθούν οι ιδέες του, οι οποίες έφεραν στο προσκήνιο την εργατική τάξη. Την έφεραν στο προσκήνιο και την έκαναν να πιστέψει πως μπορεί να πάρει την τύχη της στα χέρια της. Σκοπός των Ευρωπαίων και ντόπιων πρακτόρων είναι να λυγίσουν τη λαϊκή αντίσταση, να σπείρουν την ηττοπάθεια και το φόβο. Να ελαχιστοποιήσουν τις λαϊκές αντιδράσεις στα έκτακτα μέτρα που παίρνουν. Να λυγίσουν την εργατική τάξη. Να την κάνουν να πιστέψει πως τέλειωσε ο ιστορικός ρόλος της, που είναι η αλλαγή του κόσμου. Η δημιουργία της παγκόσμιας αταξικής κοινωνίας.

Ποιος άμυαλος θα δεχτεί – και θα αποδεχτεί – ότι μέσα στις πυρκαγιές της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, μέσα στις αλλεπάλληλες διεθνείς συσκέψεις και στις καθημερινές διεθνείς συναντήσεις, όπου οι αρχηγοί της Ευρώπης αγωνίζονται – υποτίθεται – να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα, υπάρχει χρόνος για «δευτερεύοντα» ζητήματα. Για αποφάσεις «ρουτίνας». Η καταδίκη του κομμουνισμού και η εξομοίωσή του με το ναζισμό δεν είναι μια ακόμα παράπλευρη ταξική κίνηση, είναι κορυφαία στιγμή και κορυφαία κίνηση του ευρωπαϊκού καπιταλιστικού μορφώματος. Τώρα που μπαίνει η θηλιά, τώρα πρέπει να χτυπηθεί η ελπίδα του κόσμου.

Απομονώνοντας – όπως ελπίζουν – τον κομμουνισμό, θέλουν να περάσουν την αντίληψη, την οποία στη συνέχεια θα αγωνιστούν να την κάνουν γενική συνείδηση, πως δεν υπάρχει άλλη διέξοδος. Δεν υπάρχει άλλο οικονομικό σύστημα που να μπορεί να αλλάξει την παγκόσμια εικόνα. Είναι καθαρό, λοιπόν, για όσους βλέπουν καθαρά πως η συκοφάντηση του κομμουνισμού δεν είναι μια τυχαία στιγμή, ένα αντικομμουνιστικό ξέσπασμα κάποιων χοντρόπετσων φασιστοειδών. Είναι μια συντονισμένη και καλά οργανωμένη πολιτική εκστρατεία!

Καθοριστική, λοιπόν, στιγμή! Ο καθένας θα κριθεί από τη στάση του. Από τη μια μεριά μπαίνει το παρελθόν και από την άλλη το μέλλον! ΄Η αφήνουμε τον κόσμο να βουλιάξει ή τον βγάζουμε από το αδιέξοδο και τον οδηγούμε στο μέλλον. ΄Η με τα μέτρα ή ενάντια στα μέτρα. ΄Η με το κεφάλαιο ή με τον κομμουνισμό!





Κριτική Κινηματογράφου

26 03 2009

Κριτική ταινιών 26-3-09
Για την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Από το Νίκο Αντωνάκο
και την Ιφιγένεια Καλαντζή

Η ΣΤΕΛΛΑ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ

 Η εβδομάδα δεν επιφυλάσσει μεγάλες εκπλήξεις! Εκτός, ίσως, από την τρυφερή κοινωνική ταινία της Σιλβί Βερχέϊντε, «Στέλλα». Ένα 11χρονο κορίτσι μεγαλώνει σχεδόν μόνο του (οι γονείς του έχουν τα «δικά» τους) και τέλος παίρνει τη ζωή του (και τις ζωές των άλλων) στα χέρια του!
 Η ταινία του Τζον Μέϊμπερι, «Αγάπη στα Άκρα», αναφέρεται σε δυο γυναίκες που αγάπησαν τον ίδιο άντρα (τον ποιητή Ντίλαν Τόμας). Έρωτες, ρομαντισμός με φόντο τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Ο «Σκοτεινός Κώδικας», του «δικού» μας Άλεξ Πρόγιας είναι μια «φανταστική» ταινία καταστροφής. Ένα ακόμα «φανταστικό» παραμύθι, που, σιγά-σιγά, μετατρέπεται σε μια ακόμα χολιγουντιανή περιπέτεια.
 Τα «Συντρίμμια Ψυχής», του Τζέρεμι Πιντεσουά, παρακολουθεί τη ζωή ενός νεαρού από την Πολωνία κατά τη διάρκεια του β΄ παγκοσμίου πολέμου. Ο νεαρός πολωνοεβραίος μεταφέρεται από Έλληνα αρχαιολόγο στη Ζάκυνθο και στη συνέχεια στις ΗΠΑ. Η ταινία είναι ένα «ταξίδι» στο παρόν και το παρελθόν!
Να και η δόση της εβδομάδας! «Παρασκευή και 13», του Μάρκους Νίσπελ. Ένα ακόμα αιματηρό θρίλερ. Ο αιμοσταγής δολοφόνος Τζέϊσον Βόρχες, που όλα τα σφάζει και όλα τα μαχαιρώνει! Μακριά.
Τέλος στον κινηματογράφο «Μικρόκοσμος», και μόνον για 5 «συλλεκτικές» προβολές, θα προβληθεί η «ερασιτεχνική» ταινία (ψηφιακή) του Άγγελου Σπάρταλη, «Το Σύνδρομο της Χιονάτης». Μαζί του θα παιχτεί και η μικρού μήκους ταινία του Νίκου Πάστρα, «Theremin».

ΜΕ ΛΕΝΕ ΣΤΕΛΛΑ
Σιλβί Βερχέϊντε

1-blog-stella1

 Η ζωή στον καπιταλισμό, ιδιαίτερα για τις ευπαθείς ομάδες, όπως τα παιδιά, ας πούμε, είναι, το δίχως άλλο, μια συνεχής τραγωδία. Οι συνθήκες μέσα στις οποίες ζει η μεγάλη πλειοψηφία του λαού είναι μια διαρκής δοκιμασία. Τα αναγκαστικά φορτία που μεταφέρουν οι φτωχοί άνθρωποι στις πλάτες τους είναι, πολλές φορές, ασήκωτα. Τα δράματα που εκτυλίσσονται γύρω μας είναι καθημερινά. Ο καθένας μας, χωρίς ουσιαστική βοήθεια από την πολιτεία, χωρίς την ύπαρξη κάποιας κοινωνικής προστασίας και κοινωνικής πρόνοιας, προσπαθεί από μόνος του να λύσει τα προβλήματά του. Τα οποία προβλήματα, τελικά, μας ξεπερνάνε! Όταν ένας τέτοιος αγώνας διεξάγεται από παιδιά, τότε τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο τραγικά.   
 Η ταινία είναι, κατά κάποιον τρόπο, βιογραφική της σκηνοθέτιδας. Η αληθινή ιστορία, η ιστορία της Σιλβί Βερχέϊντε, διαδραματίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ΄70. Ωστόσο, ένα καθαρό μάτι μπορεί να δει πως το σημερινό Παρίσι, χειρότερο έγινε και όχι καλύτερο! Και σήμερα η 11χρονη Στέλλα, η Σιλβί της δεκαετίας του ΄70, στην πραγματικότητα, ζει μόνη της και, κυρίως, μεγαλώνει μόνη της, όπως η σκηνοθέτιδα όταν είχε τη δική της ηλικία. Οι γονείς της, όπως και της σκηνοθέτιδας, τρέχουν για την επιβίωση. Παράλληλα, και το χειρότερο, έχουν εγκλωβιστεί στα «προσωπικά». Στα «προσωπικά», τα οποία, είναι το δικό τους τίμημα στον καπιταλισμό.
 Το ντεκόρ, ο χώρος μέσα στον οποίο ξετυλίγεται το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας, είναι ένα λαϊκό καφέ σε κάποιο προάστιο του Παρισιού. Οι ιδιοκτήτες του καφέ είναι ένα νεαρό ζευγάρι το οποίο, «χωρίς να το καταλάβει», μέρα με τη μέρα, διευρύνει τις αποστάσεις μεταξύ του. Καιρό τώρα, πια, το ζευγάρι δεν  επικοινωνεί, το έχει νικήσει η ζωή. Τόσο η γυναίκα όσο και ο άντρας βρίσκουν διέξοδο στους πελάτες. Οι οποίοι, βέβαια, είναι και αυτοί τραγικά πρόσωπα.
 Μέσα στο προαστιακό καφέ (στα πόδια των γονιών της και των πελατών), όπως η γάτα, ας πούμε, έζησε και έφτασε στα 11 χρόνια της, η κόρη του ζευγαριού, η μικρή Στέλλα. Μεγαλώνοντας, όπως η γάτα, έχοντας πάντα «κάτι να φάει» και πότε-πότε «κάποιο ανθρώπινο χάδι», τόσο από τους γονείς όσο και από τους πελάτες (αυτά μόνον, τίποτα περισσότερο), δυνάμωσε -και μεγάλωσε- πριν την ώρα της. Στα 11 χρόνια της, χωρίς τη βοήθεια κάποιου, αποφασίζει πως αυτή η ζωή που βιώνει δεν είναι ζωή, ούτε για μια ακόμα μέρα. Και φυσικά, σε καμία περίπτωση, ζωή για μεγάλα διαστήματα. Για ολόκληρη τη ζωή.
 Η ταινία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σπουδή, μια σοβαρή τοιχογραφία, πάνω στη ζωή του μικροαστικού κομματιού της κοινωνίας. Του κομματιού εκείνου που δεν έχει καταφέρει να αναπτύξει ταξική συνείδηση και θεωρώντας τον εαυτό του το κέντρο του κόσμου, δεν εντάσσεται και δεν συν-στρατεύεται με την εργατική τάξη, δεν αποκτάει αγωνιστικούς δεσμούς μαζί της, διαλέγει το περιθώριο από την κοινή δράση, την ηττοπάθεια και την υποχώρηση, από τον κοινό ταξικό αγώνα. Το κομμάτι αυτό της κοινωνίας, λογικό είναι, έχει καλλιεργήσει και τη δική  του «ξεχωριστή» ηθική, διαφορετική από αυτήν της αγωνιζομένης εργατικής τάξης. Αυτό το κομμάτι είναι επιρρεπές σε προσωπικές απιστίες, σε ψέματα και σε «διπλές» ζωές και σε άλλες αδυναμίες και χυδαιότητες. 
 Η μικρή Στέλλα, ζώντας μέσα σε αυτό το κοινωνικό περιθώριο, δυστυχώς, από πολύ νωρίς, γνώρισε και τη βία αυτού του κοινωνικού περιθωρίου (σαν να μην έφτανε η γενική καπιταλιστική βία). Δεν ήταν λίγοι (από τους πελάτες και τους «φίλους») αυτοί που προσπάθησαν να ασελγήσουν πάνω της (πόσες τέτοιες περιπτώσεις δεν διαβάζουμε καθημερινά και στον δικό μας έντυπο ή τηλεοπτικό Τύπο). Η μικρή «άντεξε» και τα τέτοια χτυπήματα. Και δυνάμωσε ακόμα περισσότερο.
 Στα πολύ θετικά της ταινίας το πολύ αισιόδοξο τέλος. Η σκηνοθέτιδα, φαίνεται, πως ξεπέρασε τα δικά της παιδικά τραύματα και κατάφερε να μετατρέψει τις δικές της προσωπικές οδυνηρές εμπειρίες, σε γενικές κοινωνικές παρατηρήσεις. Στα θετικά, επίσης, της ταινίας, οι πολύ καλές ερμηνείες (ακόμα και των ερασιτεχνών που παίζουν στην ταινία) και, φυσικά, της μικρής Στέλλας (Λεόρα Μπάρμπαρα).
  «Με Λένε Στέλλα», λοιπόν! Μια τρυφερή ταινία που μιλάει χαμηλόφωνα, αλλά με πολύ καθαρή και ηθική φωνή. Η αξία της ταινίας γίνεται ακόμα μεγαλύτερη, γιατί, συμπωματικά, φτάνει στους κινηματογράφους μέσα στην κορύφωση της καπιταλιστικής κρίσης και του (ξανα)ξεσηκώματος των παρισινών προαστίων. Μέσα από την ταινία θα παρελάσουν πολλές από τις αιτίες που οδηγούν  τη νεολαία, και γενικά τους εργαζομένους στους δρόμους.
Παίζουν: Λεόρα Μπάρμπαρα, Καρόλ Ροσέ, Μπενζαμίν Μπιολέ, Γκιζιόμ Ντεπαρντιέ.

Νίκος Αντωνάκος

ΣΥΝΤΡΙΜΜΙΑ ΨΥΧΗΣ
Τζερεμί Ποντεσουά

5-blog-psixis

Τα «Συντρίμμια Ψυχής» είναι η τρίτη ταινία του Καναδού Τζερεμί Ποντεσουά, με μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του ομώνυμου μυθιστορήματος της Άν Μίκαελς. Στην Πολωνία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ένα εννιάχρονο εβραιόπουλο, ο Τζάκομπ, γίνεται μάρτυρας της δολοφονίας των γονιών του και της εξαφάνισης της έφηβης αδελφής του από τους Ναζί. Ο Άθως, ένας Έλληνας αρχαιολόγος, που τον ερμηνεύει ο Ράντε Σερμπέντζια, παίρνει υπό την προστασία του το μικρό αγόρι και καταφεύγουν στη Ζάκυνθο. Μετά το τέλος του Πολέμου, μετακομίζουν στον Καναδά. Τα χρόνια περνάνε και ο Τζάκομπ, που τον υποδύεται πλέον ο Στίβεν Ντιλέιν, έχει εξελιχθεί σε έναν ευαίσθητο συγγραφέα, που τον κατατρέχουν ακόμα οι πληγές του παρελθόντος.
Η όμορφη και αισιόδοξη Άλεξ, που την υποδύεται η Βρετανίδα Ρόζαμουντ Πάικ, προσπαθεί να τον βοηθήσει, όμως ο εσωστρεφής Τζάκομπ βρίσκει μεγαλύτερη κατανόηση στο πρόσωπο της καλλιεργημένης Μικαέλα, που την ερμηνεύει η Ισραηλίτισσα ηθοποιός Άγιελετ Ζούρερ, και σαγηνεύεται από την ισπανορωσική καταγωγή της.  
Ο Ποντεσουά δημιουργεί μια προσεγμένη ταινία, με ωραίες ερμηνείες, ιδίως από τον Σερβο- κροάτη Ράντε Σερμπένζια, που τον γνωρίσαμε στην ταινία «Πριν τη βροχή» του Μίλκο Μαντσέφσκι, το 1994. Ένα μικρό ρόλο έχει και η εξαίρετη Θέμις Μπαζάκα.
Η ιστορία διαδραματίζεται ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν του ήρωα. Η επιλογή μιας μη γραμμικής αφήγησης αποκαλύπτει σταδιακά τα γεγονότα που σημάδεψαν τον πρωταγωνιστή, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα κινηματογραφική πλοκή. Η γοητεία όμως αυτής της ταινίας, οφείλεται από τη μια στη ρομαντική ατμόσφαιρα που αποπνέει, με την προσεγμένη κινηματογράφηση ωραίων εσωτερικών χώρων, με βαριά ξύλινα έπιπλα και πολλά βιβλία, και από την άλλη στο κοσμοπολίτικο ύφος με γυρίσματα στο Τορόντο, αλλά και στα αιγαιοπελαγίτικα νησιά Ύδρα και Λέσβο. Στον ιδιαίτερο λυρισμό της ταινίας, εκτός από την ανάγνωση στίχων της Αχμάτοβα, συμβάλλει και η εξαιρετικά ευαίσθητη μουσική που συνέθεσε ο Νίκος Κηπουργός για την ταινία, με τις μελωδίες του για νησιώτική λύρα, που περιβάλλουν τη θλίψη της ψυχής του Τζάκομπ, κυρίως όταν επιστρέφει, σε μεγάλη ηλικία, στο νησί των παιδικών του χρόνων.
Η  διαμόρφωση των χαρακτήρων εστιάζεται στις ανεξίτηλες συνέπειες των ψυχικών τραυμάτων που κουβαλάει ο πρωταγωνιστής, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην τραγικότητα της απώλειας και στη βιωμένη ιστορική μνήμη. Η αναζήτηση της ψυχικής λύτρωσης του ήρωα περνάει από την αγάπη, για να καταλήξει στον έρωτα. Αρχίζει με την πατρική τρυφερότητα που του δίνει απλόχερα ο Άθως, την οποία ανταποδίδει αργότερα στον Καναδά και ο ίδιος, όταν παίρνει υπό την προστασία του έναν μικρότερο γείτονά του και συνεχίζεται με την επίδραση της γυναικείας παρουσίας. Κρατάει σε απόσταση την πρώτη γυναίκα, παρόλο που τον γοητεύει, για να αφεθεί στον έρωτά του για την Μικαέλα, που τον κατανοεί και τον συγκινεί.
Για άλλη μια φορά, όμως, έχουμε μια ταινία, που εντοπίζει την τελεσμένη αδικία από τα δεινά του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου αποκλειστικά στους Εβραίους, χωρίς την παραμικρή αναφορά στις άλλες μειονότητες που κυνηγήθηκαν και εξουδετερώθηκαν από τους Ναζί (για να μιλήσουμε μόνον για μειονότητες).
Τελικά, ο Ποντεσουά, βασίζεται στις μνήμες του πολέμου και στις συνέπειές του στις ψυχές των ανθρώπων, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα ταινία με ιδιαίτερη ατμόσφαιρα.

Ιφιγένεια Καλατζή

ΑΓΑΠΗ ΣΤ’ ΑΚΡΑ
Τζον Μέιμπουρι

2-blog-akra

Ο Βρετανός σκηνοθέτης Τζον Μέιμπουρι, με την ταινία του «Η αγάπη είναι ο διάβολος», το 1998, που αναφέρεται στον ζωγράφο Φράνσις Μπέικον, απέδειξε πως είναι ικανός να δημιουργήσει μια αντισυμβατική κινηματογραφική βιογραφία. Στην νέα του ταινία «Αγάπη στ’ άκρα», ασχολείται με τον ποιητή Ντίλαν Τόμας και τις σχέσεις του με τις γυναίκες που σημάδεψαν τη ζωή του. 
Τον ποιητή υποδύεται ο Μάθιου Ράις, που μοιράζεται ανάμεσα στην παιδική του αγάπη, την Βέρα, που ερμηνεύει η πορσελάνινη Κίρα Νάιτλι, και στην Κέιτλιν, την γυναίκα του, με την Σιένα Μίλερ στο ρόλο.
Η δράση της ταινίας τοποθετείται στο Λονδίνο, που βομβαρδίζεται ανελέητα κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, και ο θάνατος πλανιέται ως φάντασμα. Η Βέρα είναι τραγουδίστρια και εμψυχώνει τους Βρετανούς φαντάρους που φεύγουν για το μέτωπο. Όταν ο Ντίλαν την συναντά τυχαία, ξαναφουντώνει το πάθος των παιδικών τους χρόνων. Όμως ο Ντίλαν είναι παντρεμένος με την Κέιτλιν και έχουν αποκτήσει ένα παιδί.
Η Βέρα, στην προσπάθειά της να ξεχάσει τον Ντίλαν, αφήνεται στον έρωτα ενός φαντάρου που την θαυμάζει, τον Γουίλιαμ, που τον ερμηνεύει ο Σίλιαν Μέρφι.
Όταν στέλνουν τον Γουίλιαμ στην πρώτη γραμμή, η Βέρα, που  περιμένει το παιδί τους, πρέπει να καταφέρει να δαμάσει το πάθος της για τον Ντίλαν.
Αυτή η  σαγηνευτική ιστορία, ανάμεσα σε ένα ερωτικό τρίγωνο, επικεντρώνεται στη σχέση των δύο γυναικών, της καστανής Κίρα Νάιτλι, και της ξανθιάς Σιένα Μίλερ, που αναπτύσσουν μια ιδιαίτερη σχέση, ξέροντας ότι τις αγαπάει ο ίδιος άντρας. Το αίσθημα αλληλεγγύης. που νιώθουν αρχικά, καταλήγει σε μια βαθιά φιλία, παρά τις αντίξοες συνθήκες.
Παρόλο που η ταινία προτείνεται ως βιογραφική, όχι μόνο δεν επικεντρώνεται στον ποιητή, αλλά πλάθει γι αυτόν και μια εικόνα με στοιχεία αρνητικά. Ίσως, όμως, ο  σκηνοθέτης επιλέγει συνειδητά να μην εξιδανικεύει τον ποιητή, επιλέγοντας την τρωτή πλευρά της προσωπικότητάς του, σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο, προκειμένου ο πόνος της ποίησης να αναδεικνύεται μέσα από τις ανθρώπινες αδυναμίες.
Στο θέμα της σκηνοθεσίας, όμως, μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως ο Μέιμπουρι ξέρει να γοητεύει. Η ταινία ανοίγει με τα αισθησιακά κατακόκκινα χείλη της Βέρα σε γκρο πλάνο, με πράσινους και μπλε φωτισμούς, τη στιγμή που τραγουδάει σουίνγκ σκοπούς της εποχής. Ο αισθησιασμός που αναδύεται, μαζί με την πετυχημένη αναπαράσταση της εποχής, μέσα από τα ωραία εμπριμέ λουλουδάτα υφάσματα των φορεμάτων των δύο πανέμορφων γυναικών, γοητεύουν τελικά τον θεατή. Η διπλή υπόσταση της γυναίκας, ως αντικείμενου του πόθου, πότε με καστανή και πότε με ξανθιά παρουσία, θα λυγίσει και τον πιο απαιτητικό εκπρόσωπο του αντρικού φύλου και όχι μόνο. Η σκηνή όπου η κάμερα από ψηλά απαθανατίζει τα δύο πανέμορφα γυναικεία πρόσωπα, το ένα δίπλα στο άλλο να καταλαμβάνουν όλη την οθόνη, αγγίζει τα όρια του φετιχισμού. Την ερωτική ατμόσφαιρα συμπληρώνει και η ρομαντική ορχηστρική μουσική του Άντζελο Μπανταλαμέντι, που έχει συνθέσει και τις μυστηριακές μουσικές στο μυστικιστικό κινηματογραφικό σύμπαν του Ντέιβιντ Λιντς. Αν και δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως αυτή η ταινία λειτουργεί ως βιογραφία, σίγουρα θα γοητεύσει με τον ανυπέρβλητο αισθησιασμό της.
Ιφ. Καλ.

ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ
Άλεξ Πρόγιας

3-blog-kodikas

Ο ελληνικής καταγωγής Άλεξ Πρόγιας έχει σκηνοθετήσει για τα μεγάλα χολιγουντιανά στούντιο ταινίες δράσης, που ανήκουν στο φανταστικό κινηματογράφο, όπως είναι «Το κοράκι», το 1994 και η «Σκοτεινή πόλη», το 1998, έργα που ανήκουν στη σφαίρα του ψυχαγωγικού κινηματογράφου.
Στην νέα του ταινία, «Σκοτεινός Κώδικας», ο διάσημος ηθοποιός Νίκολας Κέιτζ υποδύεται έναν καθηγητή αστροφυσικής, που θα αποκαλύψει ότι το κωδικοποιημένο μήνυμα που βρήκε ο μικρός του γιος προέβλεπε με ακρίβεια όλες τις μεγάλες καταστροφές των τελευταίων 50 χρόνων. Ο καθηγητής έντρομος συνειδητοποιεί πως προβλέπει και κάποιες καταστροφές που ακόμα δεν έχουν συμβεί. Τότε θα αρχίσει ένας αγώνας για να προλάβει τις κωδικοποιημένες προφητείες, που τελικά συντελούν στο …τέλος του κόσμου!
Όταν μιλάμε για Χόλιγουντ, αναφερόμαστε στην πολύ κερδοφόρα βιομηχανία του θεάματος, που παράγει ταινίες για μαζική κατανάλωση και ποπ κορν, προορισμένες να παιχτούν στις ειδικές αίθουσες που μπορούν να υποστηρίξουν την υψηλή, κατά τα άλλα, τεχνολογία τους, αίθουσες που χωροταξικά είναι ενταγμένες στα εμπορικά κέντρα, ως αναπόσπαστο κομμάτι της καταναλωτικής κουλτούρας του καπιταλισμού.
Έτσι, κι αυτή η ταινία είναι μια αμερικάνικη υπερπαραγωγή, που το μόνο θετικό που έχει να επιδείξει είναι τα εντυπωσιακά και ακριβοπληρωμένα ψηφιακά εφέ, όπως στις σκηνές με το τρένο που εκτροχιάζεται σ’ έναν υπόγειο σταθμό του μετρό, ένα αληθοφανές αεροπορικό δυστύχημα και η συντέλεια του κόσμου από την ηλιακή ακτινοβολία.
Κατά τα άλλα, είναι μια αποτυχημένη ταινία καταστροφής, που στο τέλος τα ανακατεύει όλα μαζί, από την Αποκάλυψη, μέχρι και … εξωγήινους!

Ιφ. Καλ.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ 13
Μάρκους Νίσπελ

4-blog-paraskeyi

Το γνωστό θρίλερ «Παρασκευή και 13» επανέρχεται σε ριμέικ, από τον Γερμανό σκηνοθέτη Μάρκους Νίσπελ, ο οποίος έχει κάνει καριέρα στην Αμερική, σκηνοθετώντας διαφημιστικά σποτ. Η ιστορία αφορά μια παρέα νεαρών, που πάνε κατασκήνωση στην περιοχή του Κρίσταλ Λέικ, που εδώ και είκοσι χρόνια έχει ερημώσει μετά από κάποιους φρικιαστικούς φόνους. Ο μύθος λέει πως δολοφόνος ήταν μια πονεμένη μάνα, που ήθελε να πάρει εκδίκηση για τον πνιγμό του γιου της Τζέισον, που ήταν παιδί με ειδικές ανάγκες. Η πρώτη παρέα που φτάνει στην ειδυλλιακή λίμνη εξαφανίζεται ξαφνικά, ενώ μετά από δύο μήνες, φτάνει εκεί ο νεαρός Κλέι, αναζητώντας την αδερφή του.
Αν θεωρήσουμε πως για τους λάτρεις των θρίλερ η πρώτη ταινία, της δεκαετίας του ’80, είχε μια καλτ αξία, σίγουρα μετά από είκοσι χρόνια, το ριμέικ της είναι τελείως ανάξιο λόγου. Ανύπαρκτες ερμηνείες, αδιάφορο σενάριο, και τελικά, αν κάποιοι θεωρούν πως μπορούν να βλέπουν σπλάτερ ταινίες για χαβαλέ, η κακογουστιά αυτής της φτηνής παραγωγής ούτε γέλιο δεν μπορεί να προκαλέσει. Πολύ βία για το τίποτα. Ή μήπως, επιδιώκεται η εκτόνωση του κοινού, μέσα από μια εικονική εκδίκηση, όταν ωθείται να νιώσει ικανοποίηση στη θέα του άγρια δολοφονημένου ζευγαριού; Γιατί, μην ξεχνάμε, ότι λίγο πριν, το κοινό παρακολουθούσε τον νεαρό να κάνει θαλάσσιο σκι, με την καλλίγραμμη, πλην όμως οικτρά ανόητη φιλενάδα του, στο σκάφος του εύπορου μπαμπά, πράγματα πολύ μακρινά για τον μέσο θεατή. Αν πάλι καταλήγαμε, όπως αφήνεται να εννοηθεί, στο συμπέρασμα πως όλα αυτά συμβαίνουν ως αντίποινα για τον άδικο χαμό του Τζέισον, ενός λαϊκού παιδιού, τότε μάλλον βρισκόμαστε σε σύγχυση ανάμεσα στην έννοια του δικαίου και στη νοσηρότητα.
Ιφ. Καλ.   





η αλλη διαταση

20 03 2009

Κυριακάτικος Ριζοσπάστης
                15-3-09

ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΕΘΑΝΩ!

νικου αντωνακου
«Τι έκανες, ρε, άνθρωπε», μου φώναξε. «Σ΄ έσωσα. Αυτό έκανα. Θα έπεφτε πάνω σου ο Αριστοτέλης και θα σε έκανε λιώμα». «Πρώτον δεν ήταν ο Αριστοτέλης, αλλά ο Πλάτωνας»… «Και ο Πλάτωνας θα έκανε τη ζημιά του», τον διαβεβαίωσα. «Θα πέρναγε από πάνω σου και θα σε έκανε πίτα». «Αν, όμως, δεν πάθαινα τίποτα θα ήμουν ευτυχισμένος». «Πώς δε θα πάθαινες τίποτα, κύριε; Ολόκληρο τραμ θα πέρναγε από πάνω σου. Πάμε στην άκρη, σε παρακαλώ, γιατί έρχεται το επόμενο. Μπορεί αυτό να είναι ο Σωκράτης, ο οποίος, όπως ξέρεις, δεν αστειεύεται».
Τον τράβηξα από τις ράγες. Πίσω μας ήταν οι στύλοι του Ολυμπίου Διός και μπροστά μας το Ζάππειο. Ψιλόβρεχε και κανένας από τους δυο μας δεν κρατούσε ομπρέλα. «Γιατί μπήκατε μπροστά στο τραμ»; τον ρώτησα. «Γιατί έκανα ένα πείραμα», μου απάντησε. «Λέω να μιλήσουμε σοβαρά. Τι πείραμα κάνατε»;
Με πιάνει αγκαζέ και με τραβάει κατά τις γραμμές. Αντιστέκομαι. «Μη φοβάστε», μου λέει. «Σας τράβηξα για να περάσουμε απέναντι και όχι να συγκρουστούμε με τον Επίκουρο, ο Επίκουρος είναι αυτός που έρχεται. Περπατώντας, εκεί στο Ζάππειο, θα σας εξηγήσω το πείραμα». «Μα βρέχει», προσπαθώ να τον αποφύγω. «Δε βρέχει», μου απαντάει. «Εντάξει, δε βρέχει. Ψιλοβρέχει». «Ούτε βρέχει, ούτε ψιλοβρέχει», μου λέει και με τραβάει προς το Ζάππειο, ενώ ο Επίκουρος σχεδόν μας ακούμπησε.

«Ούτε βρέχει, ούτε ψιλοβρέχει», επαναλαμβάνει μόλις φτάνουμε απέναντι. «Θέλω να πιστεύω πως η βροχή, η ζέστη, η ακρίβεια, η οικονομική κρίση, η ανεργία… όλα αυτά που μας χαλάνε τον ύπνο δεν είναι αληθινά, δεν υπάρχουν. Ολα αυτά, ο Σαρκοζί, το ΝΑΤΟ, η πώληση της «Ολυμπιακής», ο Καραμανλής πρωθυπουργός (αν είναι δυνατόν!), ο Παπανδρέου αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης (έλεος πια!), ο Αλμούνια, αυτός ο άχρηστος που παριστάνει το μεγάλο οικονομολόγο, όλη αυτή η ζοφερή πραγματικότητα που ζούμε, δεν μπορεί να είναι αληθινή».
Μιλώντας, με έχει σφίξει δυνατά αγκαζέ. Προσπαθώ να λασκάρω λίγο το σφίξιμο, να πάρω τα μέτρα μου. «Δυστυχώς, αγαπητέ μου», του λέω μελαγχολικά, «όλα αυτά που αραδιάσατε και τα χιλιάδες άλλα, που δεν τα αναφέρατε, αλήθεια είναι». «Νομίζετε», μου λέει σαρκαστικά. «Τα πράγματα, κύριε, δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει πραγματικότητα. Ολα αυτά που σας είπα και όλα τα άλλα που φαντάζεστε, τα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης, τα είκοσι εκατομμύρια των ανέργων της Ευρώπης, τα πενήντα εκατομμύρια των νέων ανέργων, οι πόλεμοι, οι αρρώστιες, η πείνα… δεν είναι αληθινά, η φαντασία μας τα πλάθει».
«Είστε οπαδός του Μπέρκλεϊ»; τον ρωτάω. «Αναγκαστικά», μου λέει. «Δεν καταλαβαίνω». «Κύριε, σωτήρα μου θα έπρεπε να σας πω, αλλά δε θέλω να χάσω τις ελπίδες μου ότι μπορεί ο Πλάτωνας να περάσει από πάνω μου και να μην πάθω τίποτα! Αν το πείραμά μου επαληθευτεί, αν το τραμ περάσει από πάνω μου και εγώ όχι μόνον ζήσω αλλά δεν πονέσω κιόλας, τότε η πραγματικότητα μπορεί να παρουσιάζει ό,τι εικόνα γουστάρει. Εγώ, ακόμα και εκατό φορές χειρότερη να γίνει, θα ξέρω πως η φαντασία μου τη δημιούργησε. Θα βλέπω μωρά παιδιά να πρήζονται οι κοιλιές τους και θα βάζω τα γέλια. Θα βλέπω τις βόμβες να ισοπεδώνουν το Ιράκ και θα χειροκροτώ. Θα βλέπω τα εκατομμύρια των μεταναστών να τρέχουν, για να γλιτώσουν από τους πυροβολισμούς και το κυνηγητό της αστυνομίας, και θα φωνάζω όπως στα γήπεδα «όλε».
«Κλαις»; τον ρωτάω! «Κλαίω; Πού το βλέπεις το κλάμα; Η βροχή είναι, να κοίτα». Κάνει μια με το χέρι του και σκουπίζει το πρόσωπό του. «Δίκιο έχεις», του λέω, «δεν κλαις, η φαντασία μου το δημιούργησε». «Δεν το δημιούργησε η φαντασία σου», μου φωνάζει, «πραγματικότητα είναι. Κλαίω! Ναι, κλαίω. Δεν αντέχω, κύριε», συνεχίζει φωνάζοντας. «Να με πατήσει το τραμ ήθελα και όχι να επαληθεύσω τον Μπέρκλεϊ. Δεν είναι ζωή αυτή. Αυτή είναι κόλαση! Ομως, το αποφάσισα. Δε θα πεθάνω. Θα τους πεθάνω».





Κριτική Κινηματογράφου

20 03 2009

Κριτική Ταινιών 19-3-09
Για την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Από το Νίκο Αντωνάκο

ΤΡΕΙΣ ΚΑΛΕΣ
ΠΕΝΤΕ ΜΕΤΡΙΕΣ ΕΩΣ ΚΑΚΕΣ

 Και αυτή η εβδομάδα έχει τρεις ενδιαφέρουσες ταινίες. Πρώτη έρχεται η ταινία του Πέρι Όγκντεν, «Το Κορίτσι ταξιδιώτης». Δεν μιλάμε για κινηματογράφο, μιλάμε για την ίδια τη ζωή. Ρεαλισμός και αλήθεια στο απόλυτο. Ακολουθεί η ταινία του Τόμας Μακάρθι, «The Visitor». Εδώ τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα. Ανάμεσα στα άλλα ζητήματα που βάζει η ταινία είναι και η μαρξιστική διαλεκτική σχέση θεωρίας και πράξης. Τρίτη, άλλα όχι αναγκαστικά και η τελευταία, έρχεται η ρώσικη ταινία του Νικολάϊ Λεμπέντεφ «Το Αστέρι». Η ταινία γυρίστηκε το 2002 και μιλάει για ένα αληθινό πολεμικό επεισόδιο που έγινε το 1944. Μιλάμε για δυο διαφορικούς κόσμους. Και μόνον αυτό το γεγονός, σαν μελέτη των εξελίξεων δηλαδή, αξίζει να δει κανείς την ταινία.  
 Η συνέχεια, βέβαια, είναι η γνωστή! Επιφανειακές κατασκοπευτικές περιπέτειες (The International» του Τομ Τίκβερ), άρρωστα «ψυχολογικά» θρίλερ, διανθισμένα, δήθεν, με «κοινωνική κριτική» (Άσε το Κακό να Μπει», του Σουηδού Τόμας Άλφρεντσον), και χαζές διαστημικές ιστορίες (Καταδίωξη στο Βουνό των Μαγισσών», του Άντι Φίκμαν).
 Και κλείνουμε με τα «δικά μας». Από τη μια έχουμε την τηλεοπτική κωμωδία (τι φάμπρικα και αυτή, τελευταία!) του Βασίλη Μυριανθόπουλου, «Σούλα Έλα Ξανά», μια νεαρή γυναίκα «ξεδιαλύνει» ανάμεσα σε τέσσερις άντρες, που τις έκαναν πρόταση γάμου, ποιον θα πάρει τελικά, και από την άλλη το άλλο άκρο, η υποτιθέμενης κουλτούρας, «Ο Αρσιβαρίστας & ο Άγγελος», της Ελένης Αλεξανδράκη, τόσο χαοτικά σκηνοθετημένη και τόσο κακοπαιγμένη που καταστρέφει τις όποιες καλές (αν υπάρχουν τέτοιες) προθέσεις. 

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ
Πέρι Όγκντεν

8-koritsi2

 Ο Πέρι Όγκντεν είχε την ευφυΐα -και τη συνείδηση- να μην «παρέμβει» πάνω στις εικόνες που κατέγραφε η μηχανή του, να μην δημιουργήσει συναισθηματισμούς, δράματα και μελό, να μην επιδιώξει πρόσθετες συγκινήσεις. Ήξερε πως τα πράγματα μιλάνε από μόνα τους και μιλάνε καλύτερα από τον όποιον δημιουργό! Αυτός, λοιπόν, στάθηκε πίσω από τη μηχανή του διακριτικά και άφησε τα πράγματα να μιλήσουν από μόνα τους, να μας διηγηθούν αυτά τα ίδια την ιστορία τους.
 Με την πρώτη ματιά ο θεατής βλέπει ένα 10χρονο κορίτσι να ψάχνει να βρει τον εαυτό του. Μια τέτοια αναζήτηση, από μόνη της, είναι πολύπλοκη και δύσκολη. Σκεφτείτε όταν αυτό το κορίτσι δεν ξεκινάει από μια «φυσιολογική» αφετηρία, δεν ανήκει στην «οργανωμένη» κοινωνία. Η δική της αφετηρία είναι το περιθώριο και η υποβάθμιση. Το ξεκίνημα της γίνεται από το χειρότερο σημείο. Από τα σκουπίδια της κοινωνίας. Αντιλαμβάνεστε πως είναι ακατόρθωτο να καλυφθεί το κενό, να φτάσει η μικρή στο νήμα. Μέχρι να βγει στην επιφάνεια και να αρχίσει να τρέχει οι άλλοι θα έχουν τερματίσει! Αυτή θα έχει χάσει τον πολύτιμο χρόνο της στα ναρκωτικά, στις μικροκλεψιές και στους μικροκαβγάδες.  
 Η 10χρονη Γουϊνι ζει, μαζί με τη παρατημένη από τον άντρας της μάνα της και τα αδέρφια της, σε ένα άθλιο τροχόσπιτο. Γύρω από το «σπίτι» τους παντού λάσπες και τεράστιοι αρουραίοι. Ωστόσο και εκεί δεν τους αφήνουν στην ησυχία τους! Κάθε τόσο, ανάλογα με τα οικονομικά συμφέροντα της περιοχής, ανάλογα με τα «σχέδια» των  ιδιοκτητών, αλλά και την «γενικότερη εικόνα» του χώρου, έρχεται η αστυνομία και τους αναγκάζει να μετακινηθούν. Και ενώ τους υπόσχονται ένα καλύτερο και πιο λειτουργικό χώρο τους ξεγελάνε και τους οδηγούνε σε ακόμα χειρότερο και ακόμα πιο υποβαθμισμένο. Τους καταχωνιάζουν όσο πιο μακριά γίνεται από τα μάτια της ευημερούσας κοινωνίας.
 Σίγουρα ο νους σας πάει στους τσιγγάνους. Αυτοί με τους οποίους ασχολείται η ταινία δεν είναι φυλετική μειονότητα, φυλετικά και αυτοί ανήκουν στη δική μας φυλή, στην «άρια»! (Και αυτό είναι μια ακόμα απόδειξη πως το φυλετικό, τελικά, είναι απλώς δικαιολογία.) Από παράδοση και για λόγους ιστορικούς, αλλά και γιατί ποτέ κανένας δεν ασχολήθηκε σοβαρά μαζί τους, αυτοί οι άνθρωποι, με τους οποίους ασχολείται η ταινία, εξακολουθούν ακόμα και σήμερα, να ζουν νομαδικά σαν τους τσιγγάνους. Οι Ιρλανδοί, σε αυτούς τους κυνηγημένους συμπατριώτες τους, τους έδωσαν ένα χαρακτηριστικό όνομα, τους ονομάζουν «Ταξιδιώτες».
 Το βαθύ ενδιαφέρον της ταινίας, ωστόσο, δεν βρίσκεται στην καθημερινότητα αυτών των ανθρώπων. Αυτή είναι γνωστή, τόσο γνωστή και συνηθισμένη που κανένας δεν μπαίνει στον κόπο να την αλλάξει. Το βαθύ ενδιαφέρον της ταινίας βρίσκεται στην υποκρισία της «οργανωμένης» κοινωνίας, στις αδυναμίες της αστικής κοινωνίας να λύσει τέτοιου -και τέτοιου- είδους προβλήματα. Είναι φανερό πως το καπιταλιστικό κράτος, όσο και αν θεωρείται πετυχημένο, όπως η Ιρλανδία, ας πούμε, την οποία προπαγανδίζουν σαν σύγχρονη Σουηδία, και δεν θέλει και δεν μπορεί να εξασφαλίσει στους κατοίκους της, σε όλους τους κατοίκους της, τα προφανή και τα απαραίτητα.
 Για τα μάτια του κόσμου, βέβαια, αλλά και για να προληφθούν βίαιες αντιδράσεις και για να κρατιέται η οργή κάτω από έλεγχο, η έξυπνη Ιρλανδία, και όχι μόνον αυτή, δημιούργησε ένα ολόκληρο κρατικό και «παρακρατικό» (οργανώσεις μη κυβερνητικές) μηχανισμό, για να «βοηθούν» τους αναξιοπαθούντες. Η ταινία, και σε αυτό το σημείο, ιδιαίτερα σε αυτό το σημείο, είναι άκρως αποκαλυπτική. Ακόμα και υπηρεσίες, και πολύ περισσότερο μεμονωμένα άτομα (γιατροί, δικηγόροι, κοινωνικοί λειτουργοί, απλοί πολίτες) που θέλουν να βοηθήσουν και τρέχουν κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους, σκοντάφτουν πάνω στην συνειδητή κρατική άρνηση και στη συνειδητή καπιταλιστική γραφειοκρατία. Μιλάμε για ολοκληρωτικό αδιέξοδο! (Αδιέξοδο, βέβαια, όταν κανείς ζητάει λύση προβλημάτων του καπιταλισμού, μέσα στον ίδιο τον καπιταλισμό!) 
 Η ταινία είναι τόσο απλή και τόσο κατανοητή που περισσεύει ο διαμεσολαβητικός κριτικός λόγος. Θέλω, ωστόσο να τονίσω τις καταπληκτικές ερμηνείες, από τους ερασιτέχνες κυρίως ηθοποιούς. Δεν «παίζουν» το «ρόλο» τους, τη ζωή τους δηλαδή, δεν αναπαριστάνουν την πραγματικότητά τους. Ερμηνεύουν τη ζωή τους, προχωρούν σε βάθος, δεν στέκονται στην επιφάνεια. Ο θεατής σε κανένα σημείο της ταινίας δεν θα κλάψει, παρ΄ ό,τι θα έπρεπε (αν υπήρχαν φθηνές προθέσεις) να λιώσει στο κλάμα. Κοντά στους θαυμάσιους ηθοποιούς, η εξαιρετική φωτογραφία και η, επίσης, εξαιρετική μουσική.
Παίζουν: Μπόνι Ο΄Βράϊαν, Γουίνι Μαγκχαμ, Πάντι Μάγκχαμ, Ρόζι Μάγκχαμ, Μπράϊαν Νρίγκναμ, κ,ά.

THE VISITOR
Τόμας Μακάρθι

The Visitor

  Η ταινία με την πρώτη ματιά δεν είναι καταγγελτική. Δεν λέει τα πράγματα κατ΄ ευθείαν με το όνομά τους. Διάλεξε ήπιους τόνους για να κάνει την κριτική της. Ωστόσο, κανένας δεν μπορεί να της χρεώσει αναποτελεσματικότητα. Ο θεατής, έστω και με «ανάλαφρο» τρόπο, θα φτάσει στα σωστά συμπεράσματα. Θα αντιληφθεί πως συχνά η θεωρία απέχει από την πράξη. Ο ολοκληρωμένος άνθρωπος, για να είναι ολοκληρωμένος και αποτελεσματικός, οφείλει να συνδυάζει τα δυο παραπάνω.
 Ένας καθηγητής πανεπιστημίου (οικονομολόγος) φτάνοντας κοντά στην αποστρατεία (κάπως αργά, ίσως), αντιλαμβάνεται πως δεν είναι ευτυχισμένος. Τα μαθήματά του (θεωρία) μιλάνε για τον τρίτο κόσμο. Η ζωή του (πράξη) πνίγεται μέσα στον μεσοαστισμό. Δυο διαφορετικά άτομα μέσα στο ίδιο κορμί. Πώς να είναι ευτυχισμένος; Τα μαθήματά του (θεωρία) παραμένουν αναπόδεικτα (πράξη). 
 Μέχρι να φτάσει σε ένα «τυχαίο» γεγονός, το οποίο και θα τον αλλάξει, έκανε κάποιες ανόητες και αναποτελεσματικές κινήσεις. Σπασμωδικές κινήσεις. Ακόμα και σε αυτή την προχωρημένη ηλικία, που τα δάχτυλα (και όχι μόνον αυτά) χάνουν την ευλυγισία τους, εκείνος προσπάθησε να μάθει πιάνο, θεωρώντας, ίσως, πως με αυτό τον τρόπο θα τιμούσε την πεθαμένη γυναίκα του. Φυσικά αποτυχία!
 Κάποια μέρα το πανεπιστήμιο τον αναγκάζει (αυτός δεν έχει καμία όρεξη για δουλειά) να πάει στη Νέα Υόρκη και να παρουσιάσει μια οικονομική εργασία για τον τρίτο κόσμο. Χωρίς να το καταλάβει το κοντέρ άρχισε να παίρνει γρήγορες -και σωστές- στροφές. Μόλις πατήσει το πόδι του στη Νέα Υόρκη και ανοίξει το εκεί σπίτι του ανακαλύπτει πως δυο άτομα του τρίτου κόσμου, ένας Σύριος και μια μαύρη, που μου διαφεύγει η χώρα προέλευσης (δεν έχει άλλωστε σημασία) έχουν κάνει, κατά κάποιον τρόπο, κατάληψη.
 Αν η ταινία συναντούσε τον καθηγητή μερικά χρόνια νωρίτερα, πριν ακόμα μπει στη διαδικασία να ανακαλύψει το πραγματικό νόημα της ζωής του, είναι σίγουρο, θα πέταγε έξω από το σπίτι του το ζευγάρι. Σίγουρο, επίσης, είναι πως θα φώναζε την αστυνομία για τα περαιτέρω. Σε αυτή τη φάση της ζωή του, όμως, έχει γίνει διαλεκτικός (και περίεργος). Ζητάει από το ζευγάρι να μείνει μαζί του (μέχρι να βολευτούν κάπου). Μάλιστα του το ζητάει επίμονα, σχεδόν παρακλητικά.
Το ζευγάρι μένει και σιγά-σιγά γεμίζει και το άλλο κομμάτι της ζωής του καθηγητή (η πράξη). Όλες οι οικονομικές θεωρίες του για τον τρίτο κόσμο, στην πράξη, βγαίνουν σκάρτες! Η ζωή (πραγματικότητα) είναι τελείως διαφορετική από αυτή που διδάσκει στο πανεπιστήμιο. Η «βοήθεια» των «πολιτισμένων» και οικονομικά ανεπτυγμένων χωρών, δεν είναι παρά μια απάτη. Η μεταχείριση αυτών των χωρών -και των ανθρώπων- είναι η χειρότερη. Ένα διαρκές κυνήγι (πέρα από την κλοπή των πρώτων υλών). Η Αμερικάνικη αστυνομία (αστυνομία χώρας που «βοηθάει» τον τρίτο κόσμο) συλλαμβάνει τον Σύριο λαθρομετανάστη και του συμπεριφέρεται σαν σκουπίδι. Ο καθηγητής, που δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που γίνεται, «αφού το παιδί είναι εξαιρετικός χαρακτήρας, αγαπάει τη φίλη του, σέβεται τη μητέρα του, νοιώθει υποχρέωση για τον καθηγητή (στον οποίο δίδαξε τύμπανο), για την Αμερική που τον φιλοξενεί», ξεσηκώνεται και αρχίζει μια εκστρατεία για να μην τον απελάσουν.  
Φυσικά μάντευε το αποτέλεσμα! Το κέδρος, ωστόσο, είναι πως σώθηκε ένας άνθρωπος. Ο καθηγητής! Η επαφή του με την πραγματικότητα, με την φασιστική συμπεριφορά της πατρίδας του, τον συνειδητοποιεί. Φυσικά, δεν φτάνει στα «άκρα». Παραμένει αστός (για την ώρα). Ένα δεύτερο «τυχαίο» γεγονός ίσως να τον πάει ένα ακόμα βήμα κοντύτερα στην αλήθεια.
Παίζουν: Ρίτσαρντ Τζένκις, Χάαζ Σλέϊμαν, Ντανάϊ Τζεκεσάϊ Γκουρίρα, Χιάμ Αμπάς, Πατρίτσια Κλάρσον.

ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ
Νικολάϊ Λεμπέντεφ

6-asteri

Βρισκόμαστε στα 1944, στο μέτωπο της Πολωνίας. Μια ομάδα νεαρών σοβιετικών ανιχνευτών παίρνει εντολή να διεισδύσει στις γραμμές των Γερμανών και με τον ασύρματο να στείλει χρήσιμες πληροφορίες. Στην ίδια αποστολή, δυο προηγούμενες ομάδες αποδεκατίστηκαν. Είναι σχεδόν βέβαιο πως και αυτή η ομάδα θα έχει το ίδιο τέλος. Ωστόσο το πατριωτικό χρέος ξεπληρώνεται με θυσίες. Οι νεαροί ανιχνευτές θα χορέψουν και αυτοί το δικό τους χορό.
«Το Αστέρι», πέρα από το καθαρά κινηματογραφικό ενδιαφέρον του, το οποίο δεν είναι καθόλου αμελητέο, το αντίθετο μάλιστα, παρουσιάζει και ένα ειδικό πολιτικό ενδιαφέρον. Η ταινία γυρίστηκε το 2002, από τη νέα τάξη πραγμάτων της Ρωσίας, από το πασίγνωστο στούντιο «Μόσφιλμ», το οποίο είχε θριαμβεύσει στα παραγωγικά χρόνια του σοσιαλισμού, και αναφέρεται σε ένα αληθινό πολεμικό επεισόδιο στη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Και εκεί, ακριβώς, βρίσκεται το πολιτικό ενδιαφέρον. Στο γεγονός, δηλαδή, πως η σημερινή καπιταλιστική Ρωσία γυρίζει μια ταινία που αναφέρεται στα χρόνια του σοσιαλισμού, ενώ, παράλληλα, κάνει ό,τι μπορεί για να συκοφαντήσει το σοσιαλισμό.
Οι δηλώσεις, δε, του σκηνοθέτη της ταινίας, έρχονται και περιπλέκουν ακόμα περισσότερο τα πράγματα. «Την τελευταία δεκαετία έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι δεν καταλάβαμε ποιος κέρδισε τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο», δηλώνει. «Στην Ευρώπη μαθαίνουν πως τον κέρδισαν οι Αμερικάνοι. Στη σημερινή Ρωσία η νεολαία επηρεασμένη από τις αμερικάνικες ταινίες που κατακλύζουν την αγορά μας, έχει μπερδευτεί, με αποτέλεσμα να αγνοεί το έργο των πατεράδων τους και τη μεγάλη νίκη».
Αποκαθιστά η ταινία τα πράγματα; Μερικώς! Ο κορμός της είναι ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, οι θετικοί ήρωες, οι γεμάτες σεβασμό και αγάπη ανθρώπινες σχέσεις, ο αλτρουϊσμός, η αλληλεγγύη, ο πατριωτισμός. Μέχρις εκεί, όμως! Σε καμία στιγμή δεν μας λέει τίνος πολιτικού συστήματος ήταν αυτοί οι άνθρωποι, που είχαν αυτές τις συμπεριφορές. Σχεδόν αποσιωπάται η σοσιαλιστική πατρίδα και ο ρόλος του κομμουνιστικού κόμματος της ΕΣΣΔ στην καθοδήγηση αυτού του πολέμου.  
Αυτή η αποσιώπηση είναι μέσα στα γενικά σχέδια της σημερινής πολιτικής ηγεσίας της Ρωσίας ή στους συμβιβασμούς που υποχρεώθηκε να κάνει ο σκηνοθέτης για να γυρίσει την ταινία του; Αυτό θα το μάθουμε στην άλλη ζωή. Εκείνο, ωστόσο, που βγάζει η ίδια η ταινία, και ξεπερνάει τις όποιες ενδεχόμενες σκοπιμότητες, είναι ένας βαθύς ανθρωπισμός, μια αυταπάρνηση, μια απέραντη τρυφερότητα, μια μεγάλη διάθεση θυσίας. Είναι πολλές στιγμές μέσα στην ταινία που αυθόρμητα σχηματίζεις την εντύπωση ότι παρακολουθείς μια παλιά σοβιετική ταινία, στην οποία ο έρωτας είναι έρωτας όμορφος και ολοκληρωμένος, η αυταπάρνηση των στρατιωτών στο ακέραιο. Η ταινία, λοιπόν, είναι θετική.
Παίζουν: Ιγκόρ Πετρένκο, Εκατερίνα Βουλιτσένκο, Αλεξέϊ Πανίν, Αρτέμ Σεμακίν, κ.ά.

THE INTERNATIONAL
Τομ Τίκβερ

Layout 5

 Ένας ακέραιος πράκτορας της Ιντερπόλ και μια ακεραία βοηθός εισαγγελέας του Μανχάταν, έχουν μυριστεί ότι μια πολυεθνική τράπεζα έχει ανοίξει πολλές και διάφορες σκοτεινές δοσοληψίες με πολλές και διάφορες κυβερνήσεις του κόσμου (δεν έγινε καμία αναφορά στη δική μας κυβέρνηση). Ο πράκτορας και η βοηθός εισαγγελέα θα πάρουν το ζήτημα τελείως προσωπικά. Θα ριχτούν με τα μούτρα στη δουλειά για να πιάσουν τους τραπεζίτες και να τους οδηγήσουν στη δικαιοσύνη.
 Θα μου πείτε γίνονται αυτά τα πράγματα στη ζωή; Και θα σας πω, πως αυτά τα πράγματα δεν γίνονται (πιστευτά) ούτε στον κινηματογράφο. Έστω και αν υποστηρίζονται από μια μεγάλη παραγωγή, από ένα καλό (στο είδος) σκηνοθέτη και από πειστικούς ηθοποιούς. Εμένα το μόνο πράγμα που μου έμεινε από την ταινία ήταν μερικές σκηνές δράσης πολύ καλά γυρισμένες, όπως η σκηνή στην γκαλερί μοντέρνας τέχνης, όπου δεν έμεινε κολυμπηθρόξυλο! Τίποτα άλλο.
Παίζουν: Κλάϊβ Όουεν, Ναόμι Γουότς, Αρμίν Μίλερ-Σταλ, Μπράϊαν Ο΄Μπερν.

παιζονται ακομα

• «Άσε το Κακό να Μπει», του Σουηδού Τόμας Άλφρεντσον. 3-kako2

Η ταινία έχει αποσπάσει του κόσμου τα βραβεία από δευτερεύοντα φεστιβάλ, τα περισσότερα, δυστυχώς, από τους κριτικούς. Πράγματι, το «Άσε το Κακό να Μπει», μπορεί να ξεγελάσει ή να εντυπωσιάσει! Έχει άψογη σκηνοθεσία, σπάνιας πλαστικότητας κάδρα, εξαιρετικούς φωτισμούς, πολύ καλή ατμόσφαιρα. Το περιεχόμενο; Αφήστε το καλύτερα! Ένα άρρωστο θρίλερ του κερατά στο οποίο μάλιστα παίζουν -και δολοφονούν και δολοφονούνται- παιδιά!
 Εάν θεωρείται τέχνη ένα δεκάχρονο κορίτσι -και δεν ήταν το μόνο- να πηδάει πάνω σε ανθρώπους και να τους ρίχνει κάτω για να τους πιει το αίμα. Ή να βλέπεις έναν τύπο να κρεμάει ανάποδα ένα άλλο παιδί, να του σχίζει την καρωτίδα και να μαζεύει σε ένα γουβά το αίμα του (για να το πιει, ίσως, με το πρωινό του)! Τότε δικαίως το βράβευσαν οι κριτικοί και συγχαρητήρια.
Παίζουν: Κάρε Χάντεμπραντ, Λίνα Λεάντερσον, Περ Ράγκναρ, Χάνρικ Νταχλ, κ.ά.

• «Καταδίωξη στο Βουνό των Μαγισσών», του Άντι Φίκμαν». RACE TO WITCH MOUNTAIN

Το κεντρικό θέμα της ταινίας έχει γυριστεί σε δυο συνέχειες στη δεκαετία του ΄70. Η τρίτη εκδοχή, η σημερινή, υποστηρίζεται και από σύγχρονη τεχνολογία. Και γίνεται, πράγματι, μια χορταστική περιπέτεια για παιδιά (δεν κυριολεκτώ, δεν φταίνε σε τίποτα τα παιδιά).
Δυο παιδιά από το διάστημα συνεργάζονται με Αμερικάνο ταξιτζή και σώζουν τον κόσμο! Μην ξαφνιάζεστε. Η ταινία είναι «επιστημονικής» φαντασίας.
Παίζουν: Ντουέϊν Τζόνσον, Άννα-Σοφία Ρομπ, Αλεξάντερ Λούντβιγκ, Κάρλα Γκουτζίνο, κ.ά.

οι ελληνικες

• «Ο ΑΡΣΙΒΑΡΙΣΤΑΣ & Ο ΑΓΓΕΛΟΣ», της Ελένης Αλεξανδράκη.

5-arsivaristas

Δεν φτάνει ούτε ο Παπαδιαμάντης, ούτε η Νισύρια Καρπαθάκη, ούτε η Γαλλίδα Τιβέλ, ούτε, ακόμα, οι καλές προθέσεις της σκηνοθέτιδας, για να γίνει μια καλή, άντε υποφερτή, ταινία. Θέλει όλα αυτά (τα κείμενα) μαζί με τις αγνές προθέσεις της σκηνοθέτιδας, να γίνουν ένα ενιαίο σενάριο, να ξέρει ο κόσμος τι παρακολουθεί. Στη συνέχεια να υπάρξει μια ενιαία σκηνοθετική ματιά. Και τρίτον -μέγιστο σε πολλές περιπτώσεις- οι ηθοποιοί να μην «απαγγέλουν» σαν ερασιτέχνες, έστω και αν παριστάνουν τους ερασιτέχνες. Στον αρσιβαρίστα δεν διακρίθηκε, στην πραγματικότητα δεν διασώθηκε, ούτε ένας ηθοποιός.
 Έτσι, για να μην παρεξηγηθούμε, θυμίζουμε πως ερασιτέχνες ηθοποιοί παίζουν και στην ταινία του Πέρι Όγκντεν, «Το Κορίτσι Ταξιδιώτης». Εκείνοι οι ερασιτέχνες ηθοποιοί χώθηκαν μέσα στο ρόλο τους και ήταν αληθινοί. Στην ταινία της Αλεξανδράκη κανένας δεν πίστεψε ή δεν κατάλαβε τι έκανε, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα χάος. Ένας χάος που κατάστρεψε κάθε καλή πρόθεση.
Παίζουν: Λυδία Κονιόρδου, Αγλαϊα Παπά, Ασπασία Κράλλη, Γιωργής Τσαμπουράκης, Ερμής Μαλκότσης, κ.ά. καθώς και κάτοικοι της Νισύρου.  

•  «Σούλα Έλα Ξανά», του Βασίλη Μυριανθόπουλου.

6-soyla

Δεν είδα την ταινία, δεν θα εκφέρω γνώμη, παρ΄ ό,τι έχω τις «πληροφορίες» μου και γνωρίζω! Θα αφήσω την ίδια την ταινία να σας συστηθεί: Η Σούλα Σαρημπουγιούκη, λοιπόν,  φοράει Σανέλ νούμερο 19 από τα δεκαπέντε της. Είναι τριάντα ετών, πια, ανεξάρτητη και κατά του γάμου.  Σήμερα έχει γενέθλια και πρέπει να πάρει τις αποφάσεις της. Υπάρχουν τέσσερις υποψήφιοι γαμπροί, παλαιοί έρωτες της Σούλας. Η τύχη, ωστόσο, έχει άλλα σχέδια.
 Συγκρίνεται το θέμα της, για τη φόρμα δεν γίνεται συζήτηση, με την ελληνική πραγματικότητα και βγάλτε τα συμπεράσματά σας. Δική σας η ευθύνη.
Παίζουν: Ζέτα Μακρηπούλια, Μίνα Αδαμάκη, Σόφη Ζανίνου, Μιχάλης Μαρίνος, Μάνος Γαβράς, κ.ά.





Κριτική Κινηματογράφου

12 03 2009

Κριτική Ταινιών 12-3-09
Για την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Από το Νίκο Αντωνάκο

ΤΡΕΙΣ ΠΟΛΥ ΚΑΛΕΣ
ΚΑΙ ΤΡΕΙΣ ΠΟΛΥ ΚΑΚΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ!

 To «Παγωμένο Ποτάμι», της Κόρτνεϊ Χαντ, που παρακολουθεί τη ζωή μιας παρατημένης γυναίκας, η οποία φτάνει στα άκρα για να θρέψει τα παιδιά της, είναι ο απόλυτος κινηματογραφικός ρεαλισμός. Δυστυχώς, η δημιουργός της δεν άντεξε το βάρος της απόλυτης αλήθειας και υπέκυψε σε «γλυκό» φινάλε!  Πάντως είναι μια θαυμάσια ταινία. 
 Η ταινία του Γιαπωνέζου Γιοτζίρο Τακίτα, «Departures», που κέρδισε το Όσκαρ ξένης ταινίας στην πρόσφατη απονομή των Όσκαρ, είναι μια θαυμάσια άσκηση κινηματογραφικού ύφους και ένα υψηλό μάθημα σκηνοθεσίας (και ανθρωπιάς). Η ιεροτελεστία και ο σεβασμός στο νεκρό ανακουφίζει, τελικά, τον πόνο του χαμού. Ποιότητα και σκέψη για ένα θέμα ταμπού. Το θάνατο!   
 Εξαιρετική αισθητική και ιδιαίτερα προσεχτική σκηνοθετική ματιά διαθέτει και το δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου, «Τη Νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα Συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη». Μια φαντασιακή συνάντηση δυο φανταστικών ποιητών! Λείπει, ωστόσο, το περιβάλλον, ο χώρος και ο χρόνος, η πηγή έμπνευσης των ποιητών.   
 Μετά τα τρία μικρά αριστουργήματα ξαναπέφτουμε στο φασισμό της εικόνας, στο ιδεολογικό χάος και στις μετριότητες! «Watchmen», του Ζακ Σνάϊντερ. Μια φασιστική αερολογία, με τη μορφή του κόμικ, που σε εξαντλεί (162΄!). «Κοίτα τι Έγινε», του Μπάρι Λέβινσον. Πολλοί και καλοί ηθοποιοί σε μια αδιάφορη δραματική, υποτίθεται, ταινία. Το Χόλυγουντ και τα καθημερινά προβλήματα των ανθρώπων του, υποτίθεται! Οι «Δύο Έρωτες», του Τζέϊμς Γκρέϊ είναι, επίσης, αδιάφορη και κουραστική ταινία. Νεαρός άντρας, που αντιδρά σαν παιδί (τελείως αψυχολόγητα) μας ταλαιπωρεί με τους ανούσιους έρωτές του.

ΠΑΓΩΜΕΝΟ ΠΟΤΑΜΙ
Κόρτνεϊ Χαντ 
 

5-blog-potami

 Στις μέρες μας σε όλο τον «πολιτισμένο» κόσμο, και φυσικά και στον τόπο μας, πολύς λόγος γίνεται για την εγκληματικότητα και τους εγκληματίες! Για την αύξηση της εγκληματικότητας και για την σκληρότητα των σημερινών εγκληματιών. Στο «Παγωμένο Ποτάμι» ο θεατής θα πάρει μερικές χρήσιμες απαντήσεις. Και θα διαπιστώσει, τελικά, πώς -και πόσο- η εγκληματικότητα και η σκληρότητα των εγκληματιών είναι άρρηκτα δεμένα με την ταξική κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε. Όσο περισσότερα και μεγαλύτερα είναι τα «άλυτα» προβλήματα, τόσο περισσότερο αναπτύσσεται το έγκλημα και τόσο σκληρότερο γίνεται. 
 Ένα λαϊκό ζευγάρι με δυο παιδιά. Ο πατέρας σε κάποια φάση της σκληρής ζωής του καταφεύγει στο τζόγο, ελπίζοντας να «του βγει» και να απελευθερωθεί από τα αβάσταχτα βάρη. Το λούκι, ωστόσο, μέσα στο οποίο μπήκε, αντί να τον ανακουφίσει, όπως ήλπιζε, τον φόρτωσε, όπως είναι φυσικό, με μεγαλύτερο άγχος και τον οδήγησε σε μεγαλύτερο αδιέξοδο. Μια μέρα, μην έχοντας, πια, άλλες ελπίδες, έχοντας ολοκληρωτικά ηττηθεί, τους εγκαταλείπει όλους και φεύγει…
 Η μάνα, μια θαυμάσια μάνα (Α΄ βραβείο ερμηνείας), ούτε διανοείται να φύγει (παρ΄ ό,τι όλα την  οδηγούν στο δρόμο που χάραξε ο άντρας της). Όχι μόνο θα μείνει, αλλά θα αγωνιστεί για να μη λείψει τίποτα από τα παιδιά της. Το μεγαλύτερο (15 χρόνων) θέλει να δουλέψει για να βοηθήσει. Εκείνη του απαγορεύει κάθε σκέψη. Ξέρει πως τα γράμματα είναι, ίσως, κάποια απάντηση. Διατάζει, λοιπόν: εσύ σχολείο και τον μικρότερο αδερφό σου, και εγώ τα υπόλοιπα!
 Τα υπόλοιπα, όμως, σε μια άγρια ταξικά κοινωνία, στα σύνορα ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και στον Καναδά, στην άθλια αμερικάνικη επαρχία, όπου κυριαρχεί και βασιλεύει το καπιταλιστικό «ο σώζων εαυτόν σωθείτω», όπου οι διάφορες «κρίσεις» φορτώνονται άδικα πάνω στους εργαζόμενους, όπου η ανεργία και το φθηνό μεροκάματο επιβάλλεται με το ζόρι και με την αστυνομία, όπου ο συνδικαλισμός και η οργάνωση της εργατικής τάξης είναι παντελώς άγνωστα, είναι πάρα πολλά για έναν άνθρωπο και μάλιστα για μια γυναίκα! Και κάθε μέρα προστίθενται καινούρια. Η μάνα σαν τρελή δίνει τις μάχες της. Κάποια στιγμή, κυνηγημένη από θεούς και δαίμονες, χωρίς ούτε καν να το καταλάβει, βρίσκεται με ένα μικρό μάτσο λεφτά στα χέρια της. Λεφτά που, αμέσως, λύνουν άκρως επείγουσες ανάγκες (έσωσε το τροχόσπιτο στο οποίο ζούνε από κατάσχεση)!
 Τα λεφτά, βέβαια, δεν πέφτουν ποτέ από τα δέντρα. Το μεροκάματο όταν -και αν το έχεις- μόλις και φτάνει για συντήρηση (δεν εξοφλείται το χρέος για το σπίτι). Η μάνα, η οποία δουλεύει ωρομίσθια και τα χρήματα είναι ελάχιστα, χωρίς καν να το καταλάβει βρίσκεται να μεταφέρει στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου της λαθρομετανάστες. Μόλις συνειδητοποιεί την πράξη της υποχωρεί και θέλει να φύγει. Οι δανειστές και οι υποχρεώσεις ίδιες κάργιες και φίδια είναι έτοιμα να την κατασπαράξουν. Υπόσχεται στον εαυτό της να παραμείνει μέχρι να τους εξοφλήσει και να εξασφαλίσει στα παιδιά της ένα ανθρώπινο παρόν (για το μέλλον δεν τίθεται καν θέμα)! Και, χωρίς και αυτή να το καταλάβει, όπως και ο άντρας της, άλλωστε, πέφτει σε βαθύτερο λούκι. Αντί να σώσει τα παιδιά της τα βάζει σε μεγαλύτερες δοκιμασίες.
 Ωμός ρεαλισμός, ωμή αλήθεια. Από μια πρωτοεμφανιζόμενη σκηνοθέτιδα. Η οποία, όμως, δυστυχώς, δεν άντεξε! Αντί να αφήσει την αλήθεια να ολοκληρώσει το έργο της παρενέβη η ίδια και έδωσε «αισιόδοξο» και «ελπιδοφόρο» φινάλε! Το οποίο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί, κάτω, όμως, από προϋποθέσεις (που δεν υπήρχαν στην ταινία). Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός με τους θετικούς ήρωες είναι μια… μέθοδος η οποία στηρίζεται σε άλλες αναλύσεις. Δίπλα στη μάνα της ταινίας, εξαιρετική ερμηνεία της Μελίσσα Λίο, δεν υπήρχε τίποτα που να συνηγορεί στη νίκη της. Τα «λαχεία» και οι «από μηχανής θεοί» δεν είναι πασπαρτού για να χωρούν σε όλες τις τραγωδίες. Εδώ, στη δική της περίπτωση, απαιτείτο η οριστική ρήξη. Ή ολοκληρωτική παράδοση στο έγκλημα ή επανάσταση…
 Παρ΄ όλα αυτά η ταινία βογκάει! Ο θεατής βογκάει! Σε αυτή την απελπισμένη συμφωνική κραυγή που βγαίνει στην οθόνη, πρώτο βιολί είναι η εξαιρετική σκηνοθεσία, δεύτερο η θαυμάσια κλειστοφοβική φωτογραφία, κρουστά είναι τα απέραντα χιονισμένα και κρύα (παγωμένα) τοπία, τσέλο οι άριστες πρώτες  ερμηνείες, κορνέτες τα δεύτερα και τα τρίτα πρόσωπα, φλάουτα η μητρότητα (η οποία τονίζεται σε αρκετές περιπτώσεις στην ταινία)…    
 Πηγαίνετε να τη δείτε! Τις όποιες ελλείψεις της συμπληρώστε τις εσείς. Ο θεατής δε είναι παθητικός δέκτης. Με τις γνώσεις του και τις ευαισθησίες του ολοκληρώνει τα κενά, που από ατολμία ή από άγνοια παρουσιάζονται. Εκεί που έχει δυσκολίες είναι όταν υπάρχουν σκοπιμότητες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, θέλω να πιστεύω, πως έχουμε πολιτικές και ιδεολογικές ελλείψεις και όχι σκοπιμότητες!
Παίζουν: Μελίσσα Λίο, Μίστι Άπχαμ, Τσάρλι ΜακΝτέρμοτ, Μαρκ Μπουν Τζούνιορ, Μίκαελ Ο΄Κίφ, κ.ά.

DEPARTURES
Γιοτζίρο Τακίτα

1-blog-departures-2

Από τα πρώτα της χρόνια η ανθρώπινη σκέψη απασχολήθηκε με το θάνατο. Από τα πρώτα του βήματα ο ανθρώπινος πολιτισμός απασχολήθηκε με τη συμπεριφορά της ανθρώπινης κοινωνίας απέναντι στο νεκρό. Όλες οι ιστορικές περίοδοι, ανάλογα με την πολιτιστική στάθμη τους, που ήταν αποτέλεσμα πολλών παραγόντων, τίμησαν τους νεκρούς τους (με τις δικές τους, ξεχωριστές, τελετές). Αυτό το μαρτυρούν οι ναοί, τα μνημεία, τα ποιήματα, τα τραγούδια, τα μοιρολόγια, οι τελετουργίες της ταφής, κλπ.
 Οι Ιάπωνες, βέβαια, λαός πειθαρχημένος και τελετουργικός, λαός με σεβασμό στις παραδόσεις του, γεμάτος αξίες και λεπτές συμπεριφορές εκτός από περιόδους decadence (απολυταρχίες, φεουδαρχίες, φασισμούς, μονοπωλιακό καπιταλισμό,  κλπ), που επικράτησαν και επικρατούν άγρια ένστικτα, έδειξε και δείχνει μεγάλο σεβασμό στο νεκρό. Το ίδιο κάνει και η ταινία του πολύ καλού γιαπωνέζου δημιουργού Γιοτζίρο Τακίτα. Ανάγει την ταφή (το κάψιμο της σωρού για την ακρίβεια) σε μια εξαιρετικής αισθητικής μυσταγωγία. 
 Μια ορχήστρα διαλύεται (για οικονομικούς λόγους). Ένας νεαρός τσελίστας, παντρεμένος με μια τρυφερή νεαρή γυναίκα που τον υπεραγαπάει, βρίσκεται χωρίς δουλειά. Για να τα φέρουν βόλτα γυρίζουν στην επαρχία, όπου υπάρχει το πατρικό σπίτι (και δεν θα πληρώνουν νοίκι). Εκεί ο νεαρός τσελίστας, που έρχεται σε επαφή με το παρελθόν του και ανακαλύπτει παλιές και νέες αξίες, βρίσκει μια δουλειά που «κανένας δεν θέλει να κάνει». Προσλαμβάνεται να πλένει, να καθαρίζει σωστότερα, νεκρούς! Να τους ετοιμάζει για το «μεγάλο ταξίδι».
 Και ο ίδιος στην αρχή αντιδρά. Κρύβει από τη γυναίκα του τι δουλειά κάνει. Δεν έχει, ακόμα, αποχτήσει συνείδηση της αποστολής του. Ντρέπεται! Ο άνθρωπος, όμως, που τον προσέλαβε, και τον μαθαίνει τη «δουλειά», είναι ένας καλλιτέχνης! Ένας φιλοσοφημένος καλλιτέχνης και άνθρωπος που σέβεται το έργο του. Το κοινωνικό έργο του. Έτσι η δουλειά του παίρνει άλλες διαστάσεις. Τα χέρια του χαϊδεύουν, αποδίδουν τιμές, βγάζουν συναισθήματα. Ο κόπος του είναι κοινωνικά ωφέλιμος. Όπως όλες οι εργασίες, άλλωστε. Ιδιαίτερα οι «δύσκολες» εργασίες. Αυτές που απαιτούν αφοσίωση.
 Ο Τσελίστας σιγά-σιγά ανακαλύπτει το καινούριο ταλέντο του. Βλέπει ότι και εδώ έχει να κάνει με νότες, με κινήσεις που βγάζουν ήχους και μουσικές. Και εδώ είναι χρήσιμος και προσφέρει σεβασμό και συγκίνηση. Τα χέρια του, πια, χαϊδεύουν τα άψυχα κορμιά με την ίδια τρυφερότητα και ευαισθησία που χάιδευαν τις χορδές του τσέλου. Οι πράξεις του, το αποτέλεσμα της προσφοράς του, ο σεβασμός στο νεκρό είναι το ίδιο μεγάλος, όσο και οι μελωδίες που έπαιζε. Και τώρα παθιάζεται με αυτό που κάνει. Παθιάζεται τόσο πολύ που δεν διστάζει να χωρίσει με τη γυναίκα, την οποία αγαπάει, αφού εκείνη δεν μπορεί να κατανοήσει την ευχαρίστηση που παίρνει και δίνει καθαρίζοντας νεκρούς, φτιάχνοντάς τους όμορφους, έτσι που να μην προκαλούν τρόμο και να μένουν, για πάντα, ελκυστικοί στη μνήμη των συγγενών.
 Μπορεί να είναι και αλληγορική η ταινία (ο καθένας αρπάζει από την τέχνη ό,τι αυτός έχει ανάγκη)! Όμως, και ρεαλιστικά να δει κάποιος τις «Αναχωρήσεις», δεν είναι λίγα τα κέρδη που έχει να αποκομίσει. Οι ανθρώπινες δραστηριότητες, όταν και αν αξιολογηθούν σωστά, χωρίς εμπορευματικά και άλλα παρόμοια κριτήρια, έχουν πάντα την αξία τους και το μέγεθός τους. Η προσφορά του καθένα, όταν είναι ανιδιοτελής και αποδίδει σεβασμό, είναι πάντα ένα έργο τέχνης.     
 Όμως, πέρα από το θέμα, το οποίο είναι πρωτότυπο και, σχεδόν, μοναδικό, η ταινία παραδίδει και μαθήματα υψηλής σκηνοθεσίας! Είναι τέτοια η ψιλοβελονιά του Ιάπωνα δημιουργού που ο θεατής, από κάποιο σημείο και μετά, παύει να σοκάρεται από την ιστορία που παρακολουθεί και αφοσιώνεται στην αφήγηση. Σοφές θέσεις μηχανής, εξαιρετικά κάδρα, σπάνιοι χρόνοι στις εναλλαγές των πλάνων, πολύ ευαίσθητες ερμηνείες, προπαντός του «δασκάλου», «ήσυχες» μουσικές, πολύ καλή φωτογραφία, μοναδική ατμόσφαιρα. Είναι υπερβολή, αλλά είναι αλήθεια, δεν υπάρχουν ψεγάδια στην αφήγηση.
Παίζουν: Μασαχίρο Μοτόκι, Ριγιόκο Χιροσούϊ, Τσουτόμου Γιαμαζάκι, Κιμίκο Γιό, κ.ά.

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ Ο ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΒΑΦΗ.
Στέλιου Χαραλαμπόπουλου

6-blog-kabafis

 Εξαιρετική σύλληψη! Δυο μεγάλοι ποιητές, ο δικός μας Κωνσταντίνος Καβάφης και ο Πορτογάλος Φερνάντο Πεσσόα, δικός μας, επίσης (γιατί όχι;), δυο ποιητές με κοινές πηγές έμπνευσης και κοινές ιδιαιτερότητες, οι οποίοι, ενώ έζησαν την ίδια χρονική περίοδο και είχαν τις ίδιες ανησυχίες, δεν έτυχε ποτέ να ανταμώσουν προσωπικά ή, έστω, δι΄ αλληλογραφίας! Η ποίησή τους, όμως, η οποία δεν έχει γεωγραφικούς περιορισμούς και είναι απλωμένη στις θάλασσες και στις απέραντες εκτάσεις του ανθρώπινου μυαλού και των ανθρώπινων συναισθημάτων, και ερήμην των ίδιων των ποιητών, είχε ανταμώσει πολλές, μα πάρα πολλές φορές! Είναι τόσο οικείες και τόσο φιλικές (αισθητικά και θεματολογικά) μεταξύ τους.
 Την παράληψη της ιστορίας να γνωρίσει τον έναν ποιητή στον άλλον, ήρθε να διορθώσει ο δημιουργός του δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ, «Τη Νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα Συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη», Στέλιος Χαραλαμπόπουλος. Ο καλός Έλληνας δημιουργός «ψάχνοντας» μια άλλη ιστορία, την ιστορία του Βασίλη Καπόπουλου, συνάντησε στις σημειώσεις του λαϊκού αυτού Αρκάδα μετάσταση στην Αμερική, τα ονόματα των δυο μεγάλων ποιητών. Πάνω σε αυτή την «αναφορά» χτίστηκε η κινηματογραφική (ποιητική αδεία) συνάντηση.
 Και οι τρεις (Καβάφης, Πεσσόα, Καπόπουλος), ταξίδευαν, δήθεν, με το υπερωκεάνιο «Σατούρνια» (Ποσειδών) για τον Νέο Κόσμο (Αμερική). Ο Καπόπουλος, ο οποίος δεν ήξερε ποιους «διευκόλυνε» να γνωριστούνε, ήταν η αφορμή της συνάντησης. Από σύμπτωση γνώρισε ξεχωριστά τους δυο ποιητές. Σε κάποια φάση ανέλαβε τις συστάσεις (και κράταγε ημερολόγιο).
 Μέχρις εδώ όλα ήταν και λειτούργησαν άψογα στην ταινία. Η αισθητική της, δεν είναι υπερβολή, αγγίζει την αισθητική των ποιητών. Η σκηνοθεσία είναι και αυτή εμπνευσμένη. Εκεί που πάσχει η ταινία, και πάσχει πράγματι, είναι στην ιδεολογία! Παραθέτει κάποια ποιήματα των ποιητών και με αυτές τις φτωχές αναφορές προσπαθεί να δώσει το στίγμα -και τις αγωνίες- των δυο μεγάλων τσουρουφλισμένων και, εν πολλοίς, τραγικών ποιητών. Ο κινηματογράφος δεν αρέσκεται στα λόγια. Η δική του γλώσσα είναι η εικόνα. Η οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, έλειπε! Πουθενά ο θεατής δεν ήρθε σε επαφή με τις πηγές έμπνευσης. Πουθενά δεν υπήρχε εικόνα του χρόνου και του τόπου. Και ήταν τόσο γιομάτες από Εικόνες οι αρχές του περασμένου αιώνα. Και ήταν τόσο «κινηματογραφικές» οι πηγές των ποιητών.
 Η συνάντηση, λοιπόν, ήταν πολύ κατώτερη της αξίας και των ενδιαφερόντων των δυο πονεμένων ποιητών! Οι κουβέντες τους, και η ρακί που ήπιανε χαριεντιζόμενοι, δεν φτάνουν για να δημιουργηθεί ο πόνος που τους ενώνει! Δεν φτάνει για να γνωρίσει ο θεατής, ακόμα και ο μυημένος, τη βαθιά σκέψη και το «ξεχωριστό» των δυο μεγάλων αντρών. Η συνάντηση ήταν τόσο πεζή, που, σε καμία περίπτωση, δεν αντανακλά την πνευματικότητα και τις αγωνίες των δυο μεγάλων δημιουργών. 
Παίζουν: Μάκης Αρβανιτάκης (Καβάφης), Δημήτρης Οικονομίδης (Πεσσόοα), Όθων Μεταξάς

παιζονται ακομα

1. «Watchmen», του Ζακ Σνάϊντερ. Watchmen

Ό,τι και όποια δικαιολογία και να μου προβάλλουν, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να εκτιμήσω το «καλλιτεχνικό»
αυτό έργο! Επειδή πρόκειται για κόμικ, δεν σημαίνει πως πρέπει να είναι και ανόητο! Και πολύ περισσότερο, κρυπτοφασιστικό!
 Εντάξει η γραφή, έστω και με τη βοήθεια των κομπιούτερς, είναι αρκετά εντυπωσιακή! Από τεχνικό ενδιαφέρον μπορεί να απασχοληθώ για κάποιο διάστημα, παρακολουθώντας τις τεχνικές «επιτεύξεις», οι οποίες, τελικά, δεν είναι και τίποτα ιδιαίτερο. Η ταινία, όμως, διαρκεί 162΄ ολόκληρα λεπτά. Και, πιστέψτε με, μετά την πρώτη ώρα, για να καλμάρεις τα νεύρα σου, αρχίζεις να κόβεις βόλτες στους διαδρόμους.
 Κάποιοι γερασμένοι και συνταξιούχοι υπερήρωες, οι οποίο διαθέτουν «υπερφυσικές» δυνάμεις, αποφασίζουν να (ξανά)αναλάβουν δράση για να σώσουν τη γη που κινδυνεύει από τα ατομικά όπλα των σοβιετικών και την εγκληματικότητα των μεγάλων δυτικών πόλεων! Παρ΄ ό,τι υπερήρωες δεν μπορούν να αποφύγουν τα προσωπικά! Έτσι τη μια πλακώνονται μεταξύ τους και την άλλη σώζουν την ανθρωπότητα! Καλημέρα και έφεξε!
Παίζουν: Τζέφρι Ντιν Μόργκαν, Μάλιν Άκερμαν, Μάθιου Γκουντ, Κάρλα Γκουτζίνο, κ.ά.

2. «Κοίτα τι Έγινε», του Μπάρι Λέβινσον. 4-blog-egine

Όσο και να κοιτάξεις, δεν θα δεις τίποτα, γιατί δεν έγινε τίποτα! Ο Σον Πεν και ο Μπρους Γουίλις, που παίζουν
τους εαυτούς τους, συμμετέχοντας σε μια ψιλοαρπαχτή, στην οποία το κεντρικό πρόσωπο είναι ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, προσπαθούν, δήθεν, να μας διασκεδάσουν με τις αγωνίες και τις καθημερινότητες των χολιγουντιανών! 
 Αν δεν σεβόμουν τα ονόματα των πρωταγωνιστών θα μίλαγα ανοιχτά για απάτη! Μια απάτη που αποσκοπεί στο εισιτήριο (τόσα ονόματα μαζεμένα, είναι ιδανικός ντελάλης για το ταμείο). Στην πράξη, βέβαια, δεν γίνεται τίποτα! Ένας παραγωγός ταινιών, ενώ αγωνίζεται να πείσει τα στούντιο για τις ταινίες που παράγει και να «καλμάρει» τους σκηνοθέτες του για τις αλλαγές που απαιτεί στη δομή των ταινιών, έχει και τα προσωπικά του να τον απασχολούν (διατροφές με παλιές γυναίκες, έρωτες με τις καινούριες). Και, λοιπόν! «Και εμείς ερωτευτήκαμε, αλλά δεν… τρελλαθήκαμε» κιόλας, ούτε μας έκαναν και ταινία!
Παίζουν (ακόμα): Κάθριν Κίνερ, Κρίστεν Στίουαρτ, Στάνλεϊ Τούτσι, Τζον Τορτουρο,  Μάϊκλ Γουίνκοτ.

3. Δύο Έρωτες, του Τζέϊμς Γκρέϊ. 3-blog-erotes1

Ένα παιδοβούβαλο, ο καλός ηθοποιός Χοακίν Φίνιξ, άτομο, χωρίς ιδιαίτερο λόγο ψυχικά ταραγμένο, μετά από «πονηρό»
προξενιό των γονιών του, γνωρίζει μια απρόσωπη νοστιμούλα (Βανέσα Σο) και όλα δείχνουν ότι η γνωριμία θα έχει «ευτυχή κατάληξη». Ξαφνικά, όμως, μπαίνει στη ζωή του μια ξανθιά, όνομα και πράμα, η οποία είναι σπιτωμένη από παντρεμένο (Ελίας Κοτέας) και τους χαλάει τα σχέδια.
Στο τέλος, βέβαια, όπως γίνεται σε όλες τις ανόητες ταινίες, τα πράγματα θα επανέλθουν στους κανονικούς ρυθμούς. Η καλή κοπέλα θα κερδίσει τον καλό νέο και η ξανθιά θα πάρει τον συμπατριώτη μας Ελίας Κοτέας ο οποίος χώρισε, επιτέλους, τη γυναίκα του!  Έλεος, κύριοι!
Παίζουν (ακόμα): Γκουίνεθ Πάλτροου. Ιζαμπέλα Ροσελίνι.





η αλλη διασταση

9 03 2009

Κυριακάτικος ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
                       8-3-09

ΠΟΝΗΡΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ!
νίκου αντωνάκου

 Ποιος είδε το «θεό» και δεν τον φοβήθηκε! Όλοι οι συνδαιτυμόνες, εφοπλιστές, βιομήχανοι, τραπεζίτες, χρηματιστές, νεόπλουτοι, είχαν ειδοποιηθεί, παγιδευτεί σωστότερα, με μυστηριώδες κείμενο SMS ή μέσω Internet: «ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και μελλοντικός πρωθυπουργός, σύμφωνα με τα γκάλοπ, κ. Γεώργιος Παπανδρέου, σας καλεί σε κλειστή προσωπική συνάντηση γνωριμίας, η οποία σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να γίνει γνωστή, στο σπίτι του γνωστού παράγοντα κ. Παραγοντίδη».
 Κάποιοι από τους «προσωπικά καλεσμένους» κολακεύτηκαν, κάποιοι άλλοι αποδέχτηκαν από περιέργεια, κάποιοι άλλοι γιατί είχαν ανοιχτές δουλειές, και με ανοιχτές δουλειές ποτέ δεν κλείνεις πόρτες, κάποιοι γιατί ο μελλοντικός πρωθυπουργός ήταν δικός τους άνθρωπος (δημοκράτες όντες και αυτοί)!  Όπως και να έχει, η συνάντηση είχε μεγάλη επιτυχία. Λίγα τα άτομα αλλά η Αφρόκρεμα του Κεφαλαίου, με άλφα και με κάπα κεφαλαίο, παρακαλώ! Και χωρίς γυναίκες, ε! Η συνάντηση ήταν, άκρως, επαγγελματική! (Οι γυναίκες της πλουτοκρατίας, ως γνωστόν, είναι κότες, τίποτα δεν πιάνουν τα χέρια τους, μόνον για «φιλανθρωπικούς» χορούς και για τσάγια αξίζουν -δραστηριότητες για τις οποίες αποσπούν διεθνή βραβεία. «Χριστέ» μου)!
 Μέχρι να έρθει ο μελλοντικός -σύμφωνα με τα γκάλοπ- πρωθυπουργός, οι καλεσμένοι το στήσανε στην κουβέντα και στις μπίζνες, για να μην πάει χαμένη η ώρα. Και «εκεί που τρώγαν, εκεί που πίναν και χορεύανε», άκουσαν, ξαφνικά, έναν δυνατό θόρυβο στα κεραμίδια. Αμέσως μετά ένα τζάμι να σπάει και, τέλος, «τσαφ» πετάγεται μπροστά τους ο Ζορό. «Τα λεφτά σας στο τραπέζι και πίσω όλοι στον τοίχο», φωνάζει ο μασκοφόρος. Κανένας δεν τον πήρε στα σοβαρά. Νόμισαν ότι ήταν happening. Κάποιος, μάλιστα, του φώναξε αυστηρά, «Άσε τις μαλακίες, ρε, Ψωμιάδη», νομίζοντας πως ήταν ο νομάρχης της Θεσσαλονίκης!. 
 «Ψωμιάδη να πεις τη μάνα σου! Τα λεφτά στο τραπέζι και τις πλάτες στον τοίχο»! αγριεύει ο Ζορό και με το ξίφος του σχηματίζει πρώτα στον αέρα και μετά στο μάγουλο του πρώτου άτυχου που βρέθηκε στη φορά του σπαθιού του ένα πελώριο «Ζ».   
 Πάγωσε η αίθουσα! Ένας-ένας οι παγιδευμένοι άρχισαν να ακουμπάνε τα χρήματα, ρευστό, επιταγές, ομόλογα, καταθέσεις, ακίνητα, κτήματα. Κάποιοι, από το φόβο τους, έδωσαν τα ρολόγια τους, τα δακτυλίδια τους, ακόμα και τις βέρες τους. Ο Ζορό και οι βοηθοί του, οι οποίοι στο μεταξύ είχαν μπουκάρει στην αίθουσα, τα έβαλαν σε σακούλες του Σκλαβενίτη και άλλων γνωστών σούπερ-μάρκετ. Στο σημείο αυτό ο Ζορό έβγαλε έναν  σύντομο λόγο: Αφού δεν δίνεται με το καλό, θα σας τα παίρνω με το ζόρι! Ο πράσινος σοσιαλισμός -και τα πράσινα άλογα- θα νικήσουν! 
Αυτή η είναι η πραγματική και μοναδική αλήθεια για την μυστική συνάντηση του κ. Παπανδρέου με τους κεφαλαιοκράτες! Για τη μυστική συνάντηση που, για να συκοφαντηθεί το κίνημα, και προσωπικά ο ίδιος ο κ. Παπανδρέου, παραποιήθηκε και έγινε τόση κουβέντα. Και δεν ήταν μια, ήταν πολλές οι συναντήσεις. Και όλες έμοιαζαν, ακριβώς, όπως αυτή που σας περιέγραψα. Κάλεσμα με SMS ή το Internet, αμφότερα πολύ φιλικά και πολύ οικεία στον κ. Παπανδρέου, κόλλημα στον τοίχο, πελώριο «Ζ» στον αέρα και στα μάγουλα, και τα χρήματα σε σακούλες σούπερ-μάρκετ. Μετά φόρτωμα στις πλάτες και μοίρασμα στις λαϊκές. Αυτό σημαίνει πονηρός Πασοκικός σοσιαλισμός!
Λυπάμαι που αναγκάστηκα να σας αποκαλύψω τους Ρομπέν των Δασών, το Ζορό που χτυπάει και φεύγει και τις πονηριές του κινήματος! Ζούμε ιστορικές μέρες και η αλήθεια πρέπει να λάμπει! Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα! Με φανερές συναντήσεις, δεν γίνεται τίποτα. Το κεφάλαιο παίρνει τα μέτρα του, ταμπουρώνεται! Στις μυστικές συναντήσεις ο μελλοντικός, σύμφωνα με τα γκάλοπ, πρωθυπουργός, ξαφνιάζει και εκπλήσσει. Κανένας δεν περίμενε να εισβάλει από το παράθυρο!
«Τα λεφτά στο τραπέζι και τις πλάτες στον τοίχο»! Πέντε, δέκα, είκοσι το πολύ μυστικές συναντήσεις και το κεφάλαιο τέλος! Η άλωση της Βαστίλης, να θεωρηθεί δεδομένη! Ο κ. Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ, να το θυμάστε, θα μας αποτρελάνουν!





Κριτική Κινηματογράφου

5 03 2009

Κριτική Ταινιών 5-3-09
Για την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Από το Νίκο Αντωνάκο

ΕΛΛΑΣ-ΤΟΥΡΚΙΑ-ΙΝΔΙΑ
ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΕΣ ΜΥΡΟΥΔΙΕΣ ΣΤΙΣ ΟΘΟΝΕΣ!

 Ενδιαφέρουσα εβδομάδα! Πρώτον, γιατί φέρνει μαζί της την πολυβραβευμένη (8 Όσκαρ, 4 χρυσές σφαίρες, 7 βραβεία BAFTA, κ.ά.), τρυφερή αμερικανοβρετανική ταινία του Ντάνι Μπόϊλ, «Slumdog Millionaire». Πρόκειται για μια πρωτότυπη, αλλά αντιφατική ταινία, με πολύ φαντασία, χιούμορ και πόνο. Δεν ξέρω, βέβαια, αν αξίζει όλα αυτά τα βραβεία και το θόρυβο που ξεσήκωσε, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία!
 Δεύτερον, γιατί φέρνει μαζί της τρεις αξιοπρεπέστατες ελληνικές ταινίες: α) «Σκλάβοι στα Δεσμά τους», του Τώνη Λυκουρέση. Η ταινία είναι φορτωμένη με 10 κρατικά βραβεία ποιότητας και, με πολύ γνώση και σεβασμό, μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το ομότιτλο κοινωνικό (σοσιαλιστικό) μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη. β) «Ισοβίτες», του Θόδωρου Μαραγκού. Μια σύγχρονη κοινωνική κωμωδία όπου περισσότερο πονάς παρά γελάς! γ) «Η Εαρινή Σύναξις των Αγροφυλάκων», του Δήμου Αβδελιώτη (επανέκδοσή -γυρίστηκε το 1999). Πρόκειται για ένα λυρικό λαϊκό κινηματογραφικό αφήγημα.
 Τρίτον, γιατί φέρνει μαζί της την πολύ όμορφη τούρκικη ταινία (ελληνοτουρκική παραγωγή) του Ρεχά Ερντέμ, «Μοναδική μου Ηλιαχτίδα». Η Τουρκία, απ΄ όπου και αν την δεις -και να την πιάσεις-, σε πληγώνει! Και, ωστόσο, κόντρα στα υπαρκτά και ανύπαρκτα ζητήματα που μπαίνουν ανάμεσά μας, μας είναι, αυτή και τα προβλήματά της, τόσο οικεία.
 Τέλος έχουμε και την… παραφωνία της εβδομάδας. Μιλάμε για την αδιάφορη και πληκτική φιλοζωϊκή ταινία του Ντέϊβιντ Φράνκελ, «Μάρλεϊ. Ένας Μεγάλος Μπελάς». Ο Μάρλεϊ είναι ένα σκυλί που κάνει διάφορα… χαριτωμένα και εμείς, υποτίθεται, χαζεύουμε!

SLUMDOG MILLIONAIRE
Ντάνι Μπόϊλ

1-blog-slumdog
 
Ο τίτλος στα Ελληνικά θα διαβάζονταν σαν ο «Ρακένδυτος Εκατομμυριούχος», ας πούμε! Πράγματι ο κορμός της ταινίας είναι ένας δεκαοχτάχρονος φτωχοδιάβολος, ο οποίος, σε κάποια στιγμή της τόσο μικρής και άθλιας ζωής του βρέθηκε, ξαφνικά και αναπάντεχα, να «αγωνίζεται» για όλη την πεινασμένη και πληγωμένη Ινδία, η οποία στο πρόσωπό του έβλεπε τον εξαθλιωμένο εαυτό της! Τον εαυτό της που πιστεύει, λαθεμένα, βέβαια, πως μόνον ένα «θαύμα» μπορεί να την σώσει από την πείνα, τις αρρώστιες, τα κυνηγητά και τους φόβους, να την ξεκολλήσει από τις λάσπες που ζει. Ένα «θαύμα», κάτι ακατόρθωτο δηλαδή! Μια τύχη! Ο πρώτος λαχνός του λαχείου ή κάτι παρόμοιο!
Ο μικρός Τζαμάλ Μαλίκ, ο κεντρικός ήρωας της ταινίας, αυτός ο πεινασμένος και αγράμματος σκελετός, ο πονηρός και γεμάτος εμπειρίες, χωρίς βάθος γνώσεων βέβαια, έφτασε έξω από την πόρτα της επιτυχίας. Μπροστά στο «θαύμα»! Μια τελευταία σωστή απάντηση στο τηλεπαιχνίδι που συμμετέχει, παρόμοιο με τα δικά μας άθλια και αποπροσανατολιστικά τηλεπαιχνίδια, και αντίο φτώχεια, αντίο κυνηγητά από την αστυνομία. Μια τελευταία σωστή απάντηση, στο πιο «επιτυχημένο» τηλεπαιχνίδι της Ινδίας, και καλημέρα έρωτα, καλημέρα ζωή! Το όνειρο του κάθε άμυαλου και αποπροσανατολισμένου φτωχού διαβόλου, δηλαδή! Των εκατομμυρίων ρακένδυτων ανθρώπων, που ποντάρουν στον τζόγο (και στο «θεό»), ελπίζοντας να κερδίσουν για να αλλάξει η ζωή τους!
 Τι είναι, τελικά, ο «Ρακένδυτος Εκατομμυριούχος»; Είναι κωμωδία, είναι μελό, είναι δράμα; Είναι όλα αυτά και άλλα πράγματα μαζί! Για όσους, βέβαια, έχουν καθαρά μάτια, η ταινία προσφέρει αρκετά σχόλια και αρκετές αναφορές. Κάθε πλάνο της θα μπορούσε να εκληφθεί και σαν καταγγελία. Αφού αυτός ο πανέμορφος λαός βρίσκεται διαρκώς στο στόχαστρο. Στο στόχαστρο της εκμετάλλευσης, των απειλών, των προκαταλήψεων, της θρησκείας, της αστυνομίας, αλλά και των ίδιων των σπλάχνων της, αφού δικά τους κομμάτια αρπάζουν τα κορίτσια και τα κάνουν πόρνες, τα αγόρια και τα κάνουν πάσης φύσης βαποράκια. Αυτό το καθημερινό κυνήγι τους αναγκάζει από τα γεννοφάσκια τους να σκαρφίζονται χιλιάδες διαολιές για να επιβιώσουν! Δεν είναι ζωή αυτή, αυτή είναι κόλαση.
 Αυτή την κόλαση ο ταλαντούχος και πολυβραβευμένος βρετανός σκηνοθέτης και παραγωγός Ντάνι Μπόϊλ, την κόλαση που την είδε, την διαπίστωσε και την αναγνώρισε, δεν θέλησε να την κάνει ρεαλιστική! Να την κάνει επαναστατική. Δεν θέλησε να την ερευνήσει και να την ερμηνεύσει. Δεν αναζήτησε τις αιτίες για τα φαινόμενα και τις συμπεριφορές! Δεν αναρωτήθηκε γιατί ο κόσμος πιστεύει πως μόνον το «θαύμα» μπορεί να τον σώσει! Ποιες λογικές τον σπρώχνουν στο τζόγο και στις ψεύτικες ελπίδες, αντί στον αγώνα, που είναι και ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος και δρόμος! (Τότε, βέβαια, θα μιλάγαμε για άλλη ταινία!)  
 Ο Ντάνι Μπόϊλ, για δικούς του λόγους, για λόγους που εμείς μπορούμε, φυσικά, να υποψιαστούμε (τα 8 Όσκαρ που κέρδισε η ταινία δεν είναι άσχετα με τις υποψίες μας), προτίμησε να πιάσει τη μπαγκέτα του λαϊκού σουρεαλισμού, ας ονομάσουμε έτσι τη γραφή του, ο οποίος λαϊκός σουρεαλισμός, τουλάχιστον στο πρώτο επίπεδο και όταν επιπροσθέτως και αποπροσανατολιστικά συνοδεύεται με «άφθονο» χιούμορ, με «λαϊκές» μουσικές, με χορούς, με έρωτες και χρώματα, όταν τελικά γίνεται ελαφρό μιούζικαλ δηλαδή, δεν πληγώνει, αφού υπάρχει η διέξοδος της υπερβολής και του γέλιου, έστω και αν μπροστά του διαδραματίζονται τραγωδίες,! Με αυτά τα εργαλεία ο βρετανός σκηνοθέτης μας διηγήθηκε την πράγματι πρωτότυπη ιστορία του (η οποία στηρίζεται στο βιβλίο «Q&A» του Βίκας Σουάραπ).
Όποιος από τους θεατές, βέβαια, έχει την ικανότητα και μπορεί να διαβάσει …σουρεαλιστικές εικόνες και μπορεί να αποκωδικοποιήσει τα μηνύματά τους, πολλά από τα οποία ξεπερνάνε και τους δημιουργούς τους, τότε η ταινία θα λειτουργήσει θετικά. Οι υπόλοιποι θεατές, αυτοί δηλαδή που διαβάζουν μόνον τα πρώτα επίπεδα, η μεγάλη μάζα των θεατών με άλλα λόγια, αναγκαστικά θα περιοριστούν σε μια τρυφερή, θλιμμένη και, εν πολλοίς, απαισιόδοξη ταινία. Απαισιόδοξη, παρ΄ όλο το Happy end που διαθέτει, αφού, ένας ο «εκατομμυριούχος», δισεκατομμύρια οι πεινασμένοι!
 Τι είναι, τελικά, ο «Ρακένδυτος Εκατομμυριούχος»; Είναι μια «ευκαιρία», για τους διαβασμένους θεατές. Και είναι, επίσης, μια μικρότερη «ευκαιρία», για τους λιγότερο διαβασμένους θεατές. Και οι δυο κερδίζουν! Κερδίζουν γιατί τα πρόσωπα των ηθοποιών, κυρίως των παιδιών, το τοπίο, ο πόνος που βγάζει η πληγωμένη Ινδία, η φτώχεια και οι προκαταλήψεις που διαπερνάνε το κορμί και το μυαλό της μεγάλης αυτής χώρας, ξεπερνάνε τις όποιες σκοπιμότητες των ταλαντούχων, τίμιων ή λιγότερο τίμιων δημιουργών! Είναι σα να βλέπεις ένα «τουριστικό» ντοκιμαντέρ το οποίο, όμως, για να εντυπωσιάσει και να τραβήξει τουρίστες, δείχνει όλες τις αγριότητες του ανθρώπινου τοπίου στο οποίο μας ξεναγεί. Χωρίς, έστω, να είναι στις προθέσεις του, θέλει δεν θέλει, γίνεται αποκαλυπτικό! «Πλαγίως», λοιπόν, εμείς μπορούμε να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας. 
Παίζουν: Ντεβ Πατέλ, Φρέϊντα Πίντο, Ανίλ Καπόρ, Μαντχαρ Μιττάλ, Τανάϊ Σχέντα, κ.ά.       

ΣΚΛΑΒΟΙ ΣΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΟΥΣ
Τώνης Λυκουρέσης

6-blog-desma

 Είναι πολύ ευχάριστο, και σχεδόν έκπληξη, με όλη αυτή την τηλεοπτική αντιγραφή, όλον αυτόν τον χυδαίο εμπορικό συρφετό των τελευταίων χρόνων, να έχεις μπροστά σου μια άρτια ελληνική ταινία η οποία, μάλιστα, να πραγματεύεται και ένα σοβαρό κοινωνικό και πολιτικό θέμα. Η ταινία του Τώνη Λυκουρέση, «Σκλάβοι στα Δεσμά τους», είναι, ακριβώς, μια τέτοια ταινία! Είναι καλοκατασκευασμένη, σκηνοθετικά προσεγμένη στις λεπτομέρειες, άκρως ικανοποιητική σαν παραγωγή. Έχει δοθεί μεγάλη προσοχή στο χώρο και στο χρόνο, στα ντεκόρ, στα κοστούμια, στις ερμηνείες και στις συμπεριφορές. Ακόμα και στην εκφορά του λόγου. Και, πάνω απ΄ όλα, σεβάστηκε το θέμα της, που είναι η πτώση της φεουδαρχίας και η άνοδος της αστικής τάξης στον τόπο μας (Κέρκυρα).
 Οι «Σκλάβοι στα Δεσμά τους», είναι μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του ομότιτλου κοινωνικού (σοσιαλιστικού) μυθιστορήματος του Κωνσταντίνου Θεοτόκη. Ενός βιβλίου που σημάδεψε τα ελληνικά γράμματα, αφού είναι από τα πρώτα που γνώρισαν λογοτεχνικά στον έλληνα αναγνώστη τις καινούριες ιδέες, τις ιδέες του σοσιαλισμού των αρχών του περασμένου αιώνα. Ο συγγραφέας του βιβλίου έμεινε στην ιστορία σαν ο πατέρας του κοινωνικού (σοσιαλιστικού) μυθιστορήματος. Αυτός πρώτος πέρασε στο λογοτεχνικό προσκήνιο τις λαϊκές μάζες…
 Ο Τώνης Λυκουρέσης εκτιμώντας βαθύτατα τον μεγάλο Έλληνα διανοητή, ο οποίος, δυστυχώς, έζησε πολύ λίγο, μόλις 51 χρόνια (1872-1923), έκλεισε τα μάτια στις σειρήνες του εντυπωσιασμού και εστίασε με σεμνότητα πάνω στα μηνύματα του συγγραφέα. Προσπάθησε, δε, να μείνει τόσο πιστός στο μυθιστόρημα που, κατά κάποιο τρόπο, έβλαψε το δικό του έργο. Το οποίο, για να μην λοξοδρομήσει από το βιβλίο, δεν αυτονομήθηκε. Σε αρκετές στιγμές, μάλιστα, μοιάζει σα να εμποδίζεται να πετάξει!
 Πράγματι, το «ελάττωμα» της ταινίας είναι η πιστότητα στο συγγραφέα. Ο Λυκουρέσης δεν έλαβε υπόψη το χρόνο που πέρασε, δεν ήθελε ή δεν τόλμησε να «ερμηνεύσει» τον Θεοτόκη, όπως θα έπρεπε να κάνει. Να τον «χρησιμοποιήσει», δηλαδή, σαν αφετηρία και πάνω του να οικοδομήσει και να «εξηγήσει» αυτή τη μεγάλη κοινωνική μεταβολή (πέρασμα από τη φεουδαρχία στην αστική δημοκρατία) που πραγματεύεται, με τον τρόπο του (στο χρόνο του), το βιβλίο. Στάθηκε και αυτός, όπως ο συγγραφέας, στις «προσωπικές» ιστορίες και μέσα από αυτές προσπάθησε να μιλήσει για το γενικό. Το «προσωπικό», δε, είναι τόσο έντονο και τόσο δραματικό στην ταινία, όπως και στο βιβλίο άλλωστε, που κοστίζει στο πολιτικό (γενικό). Ο θεατής παγιδεύεται από το προσωπικό δράμα και δυσκολεύεται να κάνει τους συσχετισμούς, για τους οποίους, άλλωστε, δεν υπάρχουν πολλές νύξεις στην ταινία.
 Βέβαια, ο καθένας γνωρίζει, πως στον τόπο μας δεν υπάρχει παρελθόν και πείρα σε τέτοιου είδους κινηματογράφο. Δεν είμαστε Ιταλία, για παράδειγμα, δεν πέρασε από τον τόπο μας κάποιος Βισκόντι, και με αυτή την έννοια, ο Λυκουρέσης, περπάτησε σε σχεδόν άγνωστα μονοπάτια. (Κάποιες αραιές περιπτώσεις «ιστορικών» ταινιών, όταν δεν ήταν για τα πανηγύρια, που ήταν οι περισσότερες, είχαν και αυτές τα ίδια «προβλήματα» με την ταινία του Λυκουρέση). Αυτή η ανασφάλεια έκανε τον καλό επτανήσιο δημιουργό, ας πούμε, συντηρητικό!
 Τα παραπάνω δεν ακυρώνουν σε τίποτα την ποιότητα του έργου. Οι παρατηρήσεις μου είναι προσθετικές. Εγώ παρακολούθησα με ενδιαφέρον και σεβασμό την ταινία. Σημείωσα την καλή φωτογραφία, ιδιαίτερα στα εσωτερικά, του Παναγιώτη Σαλαπάτα, τα κοστούμια του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, τη μουσική του Μίνου Μάτσα το μοντάζ του πολύ καλού πάντοτε άλλωστε Γιώργου Τριανταφύλλου. Και, βέβαια, τις πολύ καλές ερμηνείες όλων σχεδόν των ηθοποιών, με προεξέχουσα αυτή του Γιάννη Φέρτη.
Παίζουν: Γιάννης Φέρτης, Άκης Σακελαρίου, Δήμητρα Ματσούκα, Ρηνιώ Κυριαζή, Χρήστος Λούλης, Κωνσταντίνος Παπαχρόνης, Ειρήνη Ιγγλέση, κ.ά.           

ΙΣΟΒΙΤΕΣ
Θόδωρος Μαραγκός

3-blog-isobites

 Ο Θόδωρος Μαραγκός δεν σου «επιτρέπει» να πεις πολλά-πολλά γι΄ αυτόν και το έργο του! Ο γνωστός και παλιός, πια, σκηνοθέτης, διαθέτει έναν δικό του άμεσο λόγο, έναν γνήσιο λαϊκό λόγο, και αυτόν επέλεξε να κουβεντιάζει! Το ίδιο κάνει και στην καινούρια του ταινία «Ισοβίτες». Θέλεις δεν θέλεις τρέπει να συμφωνήσεις μαζί του! Η άλλη επιλογή, η ακύρωση, ούτε να σου περάσει για σκέψη! Ο Μαραγκός δεν προσπερνιέται! Έχει επιβάλει την παρουσία του! 
 Τίποτα στο έργο του Μαραγκού δεν είναι «περί διαγραμμάτων»! Ό,τι έχει να σου πει, σου το λέει κατάφατσα. Το ίδιο κάνει και στους «Ισοβίτες», στους οποίους παρακολουθεί με αγάπη, σεβασμό και πόνο δυο νεαρά λαϊκά άτομα (τους Ισοβίτες), τα οποία αγαπούν και μισούν τη ζωή ανάλογα με τις διακυμάνσεις της! Ο ένας αγωνίζεται για να γλυτώσει τη φυλακή και ο άλλος αγωνίζεται για να μπει στη φυλακή για να γλυτώσει αυτός από κείνη (τη ζωή)! 
 Καλά το καταλάβατε! Για ιλαροτραγωδία πρόκειται! Μια ιλαροτραγωδία γεμάτη ανθρωπιά και πόνο. Παράλληλα, όμως, όπως γίνεται με όλα τα γνήσια λαϊκά έργα, οι «Ισοβίτες» είναι μια αισιόδοξη ιλαροτραγωδία. Οι δυο κεντρικοί ήρωες, αφού περάσουν την «κρίση» τους, θα ισορροπήσουν και θα βρούνε στις καθημερινές  «λεπτομέρειες» -και στις καθημερινές δυσκολίες- το νόημα της ζωής. Και θα την ρουφήξουν μέχρι το μεδούλι!
    Δεν θέλω να μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες. Να πω, δηλαδή, πως αν ο Μαραγκός έδινε βάση και στην αισθητική, κλπ, κλπ. Είμαι, πια, πεπεισμένος ότι κατέληξε εδώ που κατέληξε από επιλογή και όχι από αδυναμία ή από άγνοια για έναν πιο «ποιοτικό» κινηματογράφο. Πολύ καλές ερμηνείες από τους δυο πρωταγωνιστές! Αλλά και από τη νεαρή συμπρωταγωνίστρια τους. 
Παίζουν: Βαγγέλης Μουρίκης, Τάκης Σπυριδάκης, Κατερίνα Δασκαλάκη, Στέφανος Ρίσκας, Ευαγγελία Μουμούρη, κ.ά.

Η ΕΑΡΙΝΗ ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ  ΑΓΡΟΦΥΛΑΚΩΝ
Δήμος Αβδελιώτης

2-blog-synaksi

 Η ταινία είναι επανέκδοση (γυρίστηκε το 1999). Τα δέκα χρόνια που πέρασαν από πάνω της όχι μόνον δεν τις έφεραν ρυτίδες, αλλά, θα έλεγε κανείς, την έκαναν πιο αναγκαία! Γιατί, στο μεταξύ, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, ο κινηματογράφος της πατρίδας μας, εκτός λίγων, δυστυχώς, εξαιρέσεων, κατρακυλάει καθημερινά σε έναν χυδαίο και εμπορικό κινηματογράφο, κινηματογράφο κατά παραγγελία, κινηματογράφο στεγνό, χωρίς καμία φαντασία και χωρίς χιούμορ!
 «Η Εαρινή Σύναξις Των Αγροφυλάκων», είναι, ακριβώς, το αντίθετο από τον φαστφούντ κινηματογράφο. Διαθέτει, πρώτα απ΄ όλα φαντασία! Διαθέτει πολύ καλό και λεπτό γούστο. Και, το μέγιστο, μυρίζει «ευωδιές του δεκαπενταύγουστου», που λέει ο ποιητής. Μυρίζει μια γνήσια και ζωντανή Ελλάδα. Μυρίζει δημοτική ποίηση, λαϊκές ζωγραφιές του Θεόφιλου!
 Μην ασχοληθείτε με το θέμα. Αυτό είναι η αφορμή. Ένα «καταραμένο» και «μονόχνωτο» χωριό όπου κανένας αγροφύλακας δεν μπορεί να στεριώσει. Πάνω σε αυτόν το απλό και ελάχιστο καμβά ξετυλίγεται όλη ο ομορφιά της φύσης, του έρωτα, των ανθρώπινων σχέσεων. Όλα αυτά σε πλήρη αρμονία. Χωρίς ποτέ να ξεπέφτουν σε λαϊκισμούς και φολκλόρ. Και πίσω τους να τα στηρίζει και να τα αναδείχνει η θαυμάσια ρομαντική μουσική του Βιβάλντι (τέσσερις εποχές).
 «Η Εαρινή Σύναξις Των Αγροφυλάκων», διαθέτει μια μοναδικότητα! Είναι μοναδική! Όσο και να προσπαθώ, δεν μπορώ να φέρω στο μυαλό μου μια παρόμοια ελληνική ταινία (και ξένη θα έλεγα)! Οι αντιρρήσεις που ακούγονται, και είναι και δικές μου αντιρρήσεις, για τη διάρκειά της (180΄), περνάνε σε δεύτερη μοίρα. Είναι τόση και τέτοια η ομορφιά που εισπράττει ο θεατής, που το αντίτιμο, η πολύτιμη ώρα του, είναι το ελάχιστο που καταβάλει!
Παίζουν: Αγγελική Μαλάντη, Άγγελος Παντελάρας, Τάκης Αγορής, Γιάννης Τσουμπαριώτης, κ.ά.  

ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΜΟΥ ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ
Ρεχά Ερντέμ

5-blog-iliaxtida

 Η Τουρκία, τι κρίμα, είναι τόσο όμορφη χώρα για να περιλούζεται με τόσους αβάστακτους καημούς! Καημούς που φαίνονται στην ταινία και καημούς, από τους οποίους οι πιο πολλοί και οι πιο ανυπόφοροι, να βρίσκονται έξω από το κάδρο. Τους ακούμε, αλλά δεν τους βλέπουμε (επιλογή του σκηνοθέτη για να τους φανταστούμε σύμφωνα με τις εμπειρίες μας και τις γνώσεις μας).
 Έξω από το κάδρο, λοιπόν, μια Τουρκία γεμάτη βία και απειλές. Σειρήνες αστυνομικές, σειρήνες ασθενοφόρων, κρωγμοί πλοίων, σκυλιά να γαυγίζουν, πυροβολισμοί, πολλοί πυροβολισμοί. Και κάτι μουσικές να σου σκίζουν τα στήθια! Χειρότερες από τους πυροβολισμούς! Μέσα στο κάδρο, πάνω στην κατάλευκη οθόνη, μια μικρή κυνηγημένη ψυχούλα, μια μικρή κυνηγημένη ηλιαχτίδα, ένα 14χρονο κορίτσι που μεγαλώνει μέσα στην ασχήμια. Ο πατέρας ψιλοψαράς, ψιλονταβατζής και ψιλοκακοποιός. Ένα δυστυχισμένο ρεμάλι. Η μάνα άλλο ερείπιο αυτή! Έφυγε από τον μικροαπατεώνα, εγκαταλείποντας και τη μικρή ηλιαχτίδα, και ζει με ένοπλο αστυνομικό (γέννησε και άλλο παιδί μαζί του). Από τη μια παρανομία στην άλλη! Στο σπίτι, επίσης, υπάρχει και ο κατάκοιτος παππούς. Ένας ανυπόφορος και ανυπόληπτος μισοπεθαμένος άντρας!
 Το κορίτσι (η Τουρκία;) μεγαλώνει, όπως τα αγριολούλουδα, από μόνη της. Όλα γύρω της εχθρικά και έτοιμα να την χρησιμοποιήσουν και να την εκμεταλλευτούν! Ο παιδεραστής μπακάλης της γειτονιάς, η χοντρή γειτόνισσα, οι πουτάνες που μεταφέρει ο πατέρας της, τα αστυνομικά αυτοκίνητα που σκούζουν, οι πυροβολισμοί. Το κορίτσι σπαράζει και κανένας δεν ακούει τις κραυγές της. Κάθε τόσο πιάνει το στήθος της, γιατί δεν βγαίνει η στριμωγμένη ανάσα της (άσθμα).
 Η μικρή ηλιαχτίδα δεν έχει παρά δυο επιλογές (όπως ο καθένας μοναχικός άνθρωπος στη θέση της). Να πεθάνει ή να ζήσει! Αποφασίζει τη δεύτερη, παρ΄ όλο το κόστος! Αναγκάζεται, λοιπόν, σπρωγμένη από το συναίσθημα της αυτοσυντήρησης και την επιθυμία της να ζήσει, να σκληρύνει. Δεν βγαίνει πέρα η ζωή αλλιώς! Στο τέλος της ταινίας η μικρή Ηλιαχτίδα θα πάρει τα πράγματα, τα όποια πράγματα, καλά ή κακά, τη ζωή, τελικά, στα χέρια της. Και θα πολεμήσει.    
 Η ταινία είναι μια μικρή εσωτερική τραγωδία. Χωρίς μαλλιοτραβήγματα και μεγάλες κορώνες. Με μια πολύ καλή και στρωτή γραφή. Τα πρόσωπα είναι τόσο εκφραστικά, που από μόνα τους είναι μια μεγάλη πληγή. Μεγάλη πληγή είναι και ο Βόσπορος με την άγρια ομορφιά του. Και από πάνω του τα μαύρα απειλητικά σύννεφα. Η μεγαλύτερη πληγή, όμως, είναι τα τραγούδια της ταινίας. Είναι φανερό ότι χωρίς αυτά τα πονεμένα τραγούδια να απορροφάνε τον πόνο, δύσκολα θα επιβίωνε ο γειτονικός λαός. 
Παίζουν: Ελίτ Ισκάν, Ερντάλ Μπεσικτσόγλου, Λεβίον Γιλμάζ.

παιζεται επισης

1. Η κωμωδία, ο θεός να την κάνει κωμωδία, του Ντέϊβιντ Φράνκελ, «Μάρλεϊ. Ένας Ανυπόφορος Μπελάς». 4-blog-marlei

Ζευγάρι που δεν έκανε παιδιά αγόρασε σκύλο.
Μετά άρχισε να γεννάει και παιδιά και όλοι μαζί, παιδιά, σκυλί και γονείς, πέφτουν απάνω στον πολύτιμο χρόνο σας (115΄, παρακαλώ) και στο πορτοφόλι σας. Φυλαχτείτε!
Παίζουν (ας πούμε): Όουεν Ουίλσον, Τζένιφερ Άνιστον, Έρικ Ντέϊν, Άλαν Άρκιν, Καθλίν Τέρνερ.








Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.