Κριτική Κινηματογράφου

12 03 2009

Κριτική Ταινιών 12-3-09
Για την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Από το Νίκο Αντωνάκο

ΤΡΕΙΣ ΠΟΛΥ ΚΑΛΕΣ
ΚΑΙ ΤΡΕΙΣ ΠΟΛΥ ΚΑΚΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ!

 To «Παγωμένο Ποτάμι», της Κόρτνεϊ Χαντ, που παρακολουθεί τη ζωή μιας παρατημένης γυναίκας, η οποία φτάνει στα άκρα για να θρέψει τα παιδιά της, είναι ο απόλυτος κινηματογραφικός ρεαλισμός. Δυστυχώς, η δημιουργός της δεν άντεξε το βάρος της απόλυτης αλήθειας και υπέκυψε σε «γλυκό» φινάλε!  Πάντως είναι μια θαυμάσια ταινία. 
 Η ταινία του Γιαπωνέζου Γιοτζίρο Τακίτα, «Departures», που κέρδισε το Όσκαρ ξένης ταινίας στην πρόσφατη απονομή των Όσκαρ, είναι μια θαυμάσια άσκηση κινηματογραφικού ύφους και ένα υψηλό μάθημα σκηνοθεσίας (και ανθρωπιάς). Η ιεροτελεστία και ο σεβασμός στο νεκρό ανακουφίζει, τελικά, τον πόνο του χαμού. Ποιότητα και σκέψη για ένα θέμα ταμπού. Το θάνατο!   
 Εξαιρετική αισθητική και ιδιαίτερα προσεχτική σκηνοθετική ματιά διαθέτει και το δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου, «Τη Νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα Συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη». Μια φαντασιακή συνάντηση δυο φανταστικών ποιητών! Λείπει, ωστόσο, το περιβάλλον, ο χώρος και ο χρόνος, η πηγή έμπνευσης των ποιητών.   
 Μετά τα τρία μικρά αριστουργήματα ξαναπέφτουμε στο φασισμό της εικόνας, στο ιδεολογικό χάος και στις μετριότητες! «Watchmen», του Ζακ Σνάϊντερ. Μια φασιστική αερολογία, με τη μορφή του κόμικ, που σε εξαντλεί (162΄!). «Κοίτα τι Έγινε», του Μπάρι Λέβινσον. Πολλοί και καλοί ηθοποιοί σε μια αδιάφορη δραματική, υποτίθεται, ταινία. Το Χόλυγουντ και τα καθημερινά προβλήματα των ανθρώπων του, υποτίθεται! Οι «Δύο Έρωτες», του Τζέϊμς Γκρέϊ είναι, επίσης, αδιάφορη και κουραστική ταινία. Νεαρός άντρας, που αντιδρά σαν παιδί (τελείως αψυχολόγητα) μας ταλαιπωρεί με τους ανούσιους έρωτές του.

ΠΑΓΩΜΕΝΟ ΠΟΤΑΜΙ
Κόρτνεϊ Χαντ 
 

5-blog-potami

 Στις μέρες μας σε όλο τον «πολιτισμένο» κόσμο, και φυσικά και στον τόπο μας, πολύς λόγος γίνεται για την εγκληματικότητα και τους εγκληματίες! Για την αύξηση της εγκληματικότητας και για την σκληρότητα των σημερινών εγκληματιών. Στο «Παγωμένο Ποτάμι» ο θεατής θα πάρει μερικές χρήσιμες απαντήσεις. Και θα διαπιστώσει, τελικά, πώς -και πόσο- η εγκληματικότητα και η σκληρότητα των εγκληματιών είναι άρρηκτα δεμένα με την ταξική κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε. Όσο περισσότερα και μεγαλύτερα είναι τα «άλυτα» προβλήματα, τόσο περισσότερο αναπτύσσεται το έγκλημα και τόσο σκληρότερο γίνεται. 
 Ένα λαϊκό ζευγάρι με δυο παιδιά. Ο πατέρας σε κάποια φάση της σκληρής ζωής του καταφεύγει στο τζόγο, ελπίζοντας να «του βγει» και να απελευθερωθεί από τα αβάσταχτα βάρη. Το λούκι, ωστόσο, μέσα στο οποίο μπήκε, αντί να τον ανακουφίσει, όπως ήλπιζε, τον φόρτωσε, όπως είναι φυσικό, με μεγαλύτερο άγχος και τον οδήγησε σε μεγαλύτερο αδιέξοδο. Μια μέρα, μην έχοντας, πια, άλλες ελπίδες, έχοντας ολοκληρωτικά ηττηθεί, τους εγκαταλείπει όλους και φεύγει…
 Η μάνα, μια θαυμάσια μάνα (Α΄ βραβείο ερμηνείας), ούτε διανοείται να φύγει (παρ΄ ό,τι όλα την  οδηγούν στο δρόμο που χάραξε ο άντρας της). Όχι μόνο θα μείνει, αλλά θα αγωνιστεί για να μη λείψει τίποτα από τα παιδιά της. Το μεγαλύτερο (15 χρόνων) θέλει να δουλέψει για να βοηθήσει. Εκείνη του απαγορεύει κάθε σκέψη. Ξέρει πως τα γράμματα είναι, ίσως, κάποια απάντηση. Διατάζει, λοιπόν: εσύ σχολείο και τον μικρότερο αδερφό σου, και εγώ τα υπόλοιπα!
 Τα υπόλοιπα, όμως, σε μια άγρια ταξικά κοινωνία, στα σύνορα ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και στον Καναδά, στην άθλια αμερικάνικη επαρχία, όπου κυριαρχεί και βασιλεύει το καπιταλιστικό «ο σώζων εαυτόν σωθείτω», όπου οι διάφορες «κρίσεις» φορτώνονται άδικα πάνω στους εργαζόμενους, όπου η ανεργία και το φθηνό μεροκάματο επιβάλλεται με το ζόρι και με την αστυνομία, όπου ο συνδικαλισμός και η οργάνωση της εργατικής τάξης είναι παντελώς άγνωστα, είναι πάρα πολλά για έναν άνθρωπο και μάλιστα για μια γυναίκα! Και κάθε μέρα προστίθενται καινούρια. Η μάνα σαν τρελή δίνει τις μάχες της. Κάποια στιγμή, κυνηγημένη από θεούς και δαίμονες, χωρίς ούτε καν να το καταλάβει, βρίσκεται με ένα μικρό μάτσο λεφτά στα χέρια της. Λεφτά που, αμέσως, λύνουν άκρως επείγουσες ανάγκες (έσωσε το τροχόσπιτο στο οποίο ζούνε από κατάσχεση)!
 Τα λεφτά, βέβαια, δεν πέφτουν ποτέ από τα δέντρα. Το μεροκάματο όταν -και αν το έχεις- μόλις και φτάνει για συντήρηση (δεν εξοφλείται το χρέος για το σπίτι). Η μάνα, η οποία δουλεύει ωρομίσθια και τα χρήματα είναι ελάχιστα, χωρίς καν να το καταλάβει βρίσκεται να μεταφέρει στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου της λαθρομετανάστες. Μόλις συνειδητοποιεί την πράξη της υποχωρεί και θέλει να φύγει. Οι δανειστές και οι υποχρεώσεις ίδιες κάργιες και φίδια είναι έτοιμα να την κατασπαράξουν. Υπόσχεται στον εαυτό της να παραμείνει μέχρι να τους εξοφλήσει και να εξασφαλίσει στα παιδιά της ένα ανθρώπινο παρόν (για το μέλλον δεν τίθεται καν θέμα)! Και, χωρίς και αυτή να το καταλάβει, όπως και ο άντρας της, άλλωστε, πέφτει σε βαθύτερο λούκι. Αντί να σώσει τα παιδιά της τα βάζει σε μεγαλύτερες δοκιμασίες.
 Ωμός ρεαλισμός, ωμή αλήθεια. Από μια πρωτοεμφανιζόμενη σκηνοθέτιδα. Η οποία, όμως, δυστυχώς, δεν άντεξε! Αντί να αφήσει την αλήθεια να ολοκληρώσει το έργο της παρενέβη η ίδια και έδωσε «αισιόδοξο» και «ελπιδοφόρο» φινάλε! Το οποίο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί, κάτω, όμως, από προϋποθέσεις (που δεν υπήρχαν στην ταινία). Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός με τους θετικούς ήρωες είναι μια… μέθοδος η οποία στηρίζεται σε άλλες αναλύσεις. Δίπλα στη μάνα της ταινίας, εξαιρετική ερμηνεία της Μελίσσα Λίο, δεν υπήρχε τίποτα που να συνηγορεί στη νίκη της. Τα «λαχεία» και οι «από μηχανής θεοί» δεν είναι πασπαρτού για να χωρούν σε όλες τις τραγωδίες. Εδώ, στη δική της περίπτωση, απαιτείτο η οριστική ρήξη. Ή ολοκληρωτική παράδοση στο έγκλημα ή επανάσταση…
 Παρ΄ όλα αυτά η ταινία βογκάει! Ο θεατής βογκάει! Σε αυτή την απελπισμένη συμφωνική κραυγή που βγαίνει στην οθόνη, πρώτο βιολί είναι η εξαιρετική σκηνοθεσία, δεύτερο η θαυμάσια κλειστοφοβική φωτογραφία, κρουστά είναι τα απέραντα χιονισμένα και κρύα (παγωμένα) τοπία, τσέλο οι άριστες πρώτες  ερμηνείες, κορνέτες τα δεύτερα και τα τρίτα πρόσωπα, φλάουτα η μητρότητα (η οποία τονίζεται σε αρκετές περιπτώσεις στην ταινία)…    
 Πηγαίνετε να τη δείτε! Τις όποιες ελλείψεις της συμπληρώστε τις εσείς. Ο θεατής δε είναι παθητικός δέκτης. Με τις γνώσεις του και τις ευαισθησίες του ολοκληρώνει τα κενά, που από ατολμία ή από άγνοια παρουσιάζονται. Εκεί που έχει δυσκολίες είναι όταν υπάρχουν σκοπιμότητες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, θέλω να πιστεύω, πως έχουμε πολιτικές και ιδεολογικές ελλείψεις και όχι σκοπιμότητες!
Παίζουν: Μελίσσα Λίο, Μίστι Άπχαμ, Τσάρλι ΜακΝτέρμοτ, Μαρκ Μπουν Τζούνιορ, Μίκαελ Ο΄Κίφ, κ.ά.

DEPARTURES
Γιοτζίρο Τακίτα

1-blog-departures-2

Από τα πρώτα της χρόνια η ανθρώπινη σκέψη απασχολήθηκε με το θάνατο. Από τα πρώτα του βήματα ο ανθρώπινος πολιτισμός απασχολήθηκε με τη συμπεριφορά της ανθρώπινης κοινωνίας απέναντι στο νεκρό. Όλες οι ιστορικές περίοδοι, ανάλογα με την πολιτιστική στάθμη τους, που ήταν αποτέλεσμα πολλών παραγόντων, τίμησαν τους νεκρούς τους (με τις δικές τους, ξεχωριστές, τελετές). Αυτό το μαρτυρούν οι ναοί, τα μνημεία, τα ποιήματα, τα τραγούδια, τα μοιρολόγια, οι τελετουργίες της ταφής, κλπ.
 Οι Ιάπωνες, βέβαια, λαός πειθαρχημένος και τελετουργικός, λαός με σεβασμό στις παραδόσεις του, γεμάτος αξίες και λεπτές συμπεριφορές εκτός από περιόδους decadence (απολυταρχίες, φεουδαρχίες, φασισμούς, μονοπωλιακό καπιταλισμό,  κλπ), που επικράτησαν και επικρατούν άγρια ένστικτα, έδειξε και δείχνει μεγάλο σεβασμό στο νεκρό. Το ίδιο κάνει και η ταινία του πολύ καλού γιαπωνέζου δημιουργού Γιοτζίρο Τακίτα. Ανάγει την ταφή (το κάψιμο της σωρού για την ακρίβεια) σε μια εξαιρετικής αισθητικής μυσταγωγία. 
 Μια ορχήστρα διαλύεται (για οικονομικούς λόγους). Ένας νεαρός τσελίστας, παντρεμένος με μια τρυφερή νεαρή γυναίκα που τον υπεραγαπάει, βρίσκεται χωρίς δουλειά. Για να τα φέρουν βόλτα γυρίζουν στην επαρχία, όπου υπάρχει το πατρικό σπίτι (και δεν θα πληρώνουν νοίκι). Εκεί ο νεαρός τσελίστας, που έρχεται σε επαφή με το παρελθόν του και ανακαλύπτει παλιές και νέες αξίες, βρίσκει μια δουλειά που «κανένας δεν θέλει να κάνει». Προσλαμβάνεται να πλένει, να καθαρίζει σωστότερα, νεκρούς! Να τους ετοιμάζει για το «μεγάλο ταξίδι».
 Και ο ίδιος στην αρχή αντιδρά. Κρύβει από τη γυναίκα του τι δουλειά κάνει. Δεν έχει, ακόμα, αποχτήσει συνείδηση της αποστολής του. Ντρέπεται! Ο άνθρωπος, όμως, που τον προσέλαβε, και τον μαθαίνει τη «δουλειά», είναι ένας καλλιτέχνης! Ένας φιλοσοφημένος καλλιτέχνης και άνθρωπος που σέβεται το έργο του. Το κοινωνικό έργο του. Έτσι η δουλειά του παίρνει άλλες διαστάσεις. Τα χέρια του χαϊδεύουν, αποδίδουν τιμές, βγάζουν συναισθήματα. Ο κόπος του είναι κοινωνικά ωφέλιμος. Όπως όλες οι εργασίες, άλλωστε. Ιδιαίτερα οι «δύσκολες» εργασίες. Αυτές που απαιτούν αφοσίωση.
 Ο Τσελίστας σιγά-σιγά ανακαλύπτει το καινούριο ταλέντο του. Βλέπει ότι και εδώ έχει να κάνει με νότες, με κινήσεις που βγάζουν ήχους και μουσικές. Και εδώ είναι χρήσιμος και προσφέρει σεβασμό και συγκίνηση. Τα χέρια του, πια, χαϊδεύουν τα άψυχα κορμιά με την ίδια τρυφερότητα και ευαισθησία που χάιδευαν τις χορδές του τσέλου. Οι πράξεις του, το αποτέλεσμα της προσφοράς του, ο σεβασμός στο νεκρό είναι το ίδιο μεγάλος, όσο και οι μελωδίες που έπαιζε. Και τώρα παθιάζεται με αυτό που κάνει. Παθιάζεται τόσο πολύ που δεν διστάζει να χωρίσει με τη γυναίκα, την οποία αγαπάει, αφού εκείνη δεν μπορεί να κατανοήσει την ευχαρίστηση που παίρνει και δίνει καθαρίζοντας νεκρούς, φτιάχνοντάς τους όμορφους, έτσι που να μην προκαλούν τρόμο και να μένουν, για πάντα, ελκυστικοί στη μνήμη των συγγενών.
 Μπορεί να είναι και αλληγορική η ταινία (ο καθένας αρπάζει από την τέχνη ό,τι αυτός έχει ανάγκη)! Όμως, και ρεαλιστικά να δει κάποιος τις «Αναχωρήσεις», δεν είναι λίγα τα κέρδη που έχει να αποκομίσει. Οι ανθρώπινες δραστηριότητες, όταν και αν αξιολογηθούν σωστά, χωρίς εμπορευματικά και άλλα παρόμοια κριτήρια, έχουν πάντα την αξία τους και το μέγεθός τους. Η προσφορά του καθένα, όταν είναι ανιδιοτελής και αποδίδει σεβασμό, είναι πάντα ένα έργο τέχνης.     
 Όμως, πέρα από το θέμα, το οποίο είναι πρωτότυπο και, σχεδόν, μοναδικό, η ταινία παραδίδει και μαθήματα υψηλής σκηνοθεσίας! Είναι τέτοια η ψιλοβελονιά του Ιάπωνα δημιουργού που ο θεατής, από κάποιο σημείο και μετά, παύει να σοκάρεται από την ιστορία που παρακολουθεί και αφοσιώνεται στην αφήγηση. Σοφές θέσεις μηχανής, εξαιρετικά κάδρα, σπάνιοι χρόνοι στις εναλλαγές των πλάνων, πολύ ευαίσθητες ερμηνείες, προπαντός του «δασκάλου», «ήσυχες» μουσικές, πολύ καλή φωτογραφία, μοναδική ατμόσφαιρα. Είναι υπερβολή, αλλά είναι αλήθεια, δεν υπάρχουν ψεγάδια στην αφήγηση.
Παίζουν: Μασαχίρο Μοτόκι, Ριγιόκο Χιροσούϊ, Τσουτόμου Γιαμαζάκι, Κιμίκο Γιό, κ.ά.

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ Ο ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΒΑΦΗ.
Στέλιου Χαραλαμπόπουλου

6-blog-kabafis

 Εξαιρετική σύλληψη! Δυο μεγάλοι ποιητές, ο δικός μας Κωνσταντίνος Καβάφης και ο Πορτογάλος Φερνάντο Πεσσόα, δικός μας, επίσης (γιατί όχι;), δυο ποιητές με κοινές πηγές έμπνευσης και κοινές ιδιαιτερότητες, οι οποίοι, ενώ έζησαν την ίδια χρονική περίοδο και είχαν τις ίδιες ανησυχίες, δεν έτυχε ποτέ να ανταμώσουν προσωπικά ή, έστω, δι΄ αλληλογραφίας! Η ποίησή τους, όμως, η οποία δεν έχει γεωγραφικούς περιορισμούς και είναι απλωμένη στις θάλασσες και στις απέραντες εκτάσεις του ανθρώπινου μυαλού και των ανθρώπινων συναισθημάτων, και ερήμην των ίδιων των ποιητών, είχε ανταμώσει πολλές, μα πάρα πολλές φορές! Είναι τόσο οικείες και τόσο φιλικές (αισθητικά και θεματολογικά) μεταξύ τους.
 Την παράληψη της ιστορίας να γνωρίσει τον έναν ποιητή στον άλλον, ήρθε να διορθώσει ο δημιουργός του δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ, «Τη Νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα Συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη», Στέλιος Χαραλαμπόπουλος. Ο καλός Έλληνας δημιουργός «ψάχνοντας» μια άλλη ιστορία, την ιστορία του Βασίλη Καπόπουλου, συνάντησε στις σημειώσεις του λαϊκού αυτού Αρκάδα μετάσταση στην Αμερική, τα ονόματα των δυο μεγάλων ποιητών. Πάνω σε αυτή την «αναφορά» χτίστηκε η κινηματογραφική (ποιητική αδεία) συνάντηση.
 Και οι τρεις (Καβάφης, Πεσσόα, Καπόπουλος), ταξίδευαν, δήθεν, με το υπερωκεάνιο «Σατούρνια» (Ποσειδών) για τον Νέο Κόσμο (Αμερική). Ο Καπόπουλος, ο οποίος δεν ήξερε ποιους «διευκόλυνε» να γνωριστούνε, ήταν η αφορμή της συνάντησης. Από σύμπτωση γνώρισε ξεχωριστά τους δυο ποιητές. Σε κάποια φάση ανέλαβε τις συστάσεις (και κράταγε ημερολόγιο).
 Μέχρις εδώ όλα ήταν και λειτούργησαν άψογα στην ταινία. Η αισθητική της, δεν είναι υπερβολή, αγγίζει την αισθητική των ποιητών. Η σκηνοθεσία είναι και αυτή εμπνευσμένη. Εκεί που πάσχει η ταινία, και πάσχει πράγματι, είναι στην ιδεολογία! Παραθέτει κάποια ποιήματα των ποιητών και με αυτές τις φτωχές αναφορές προσπαθεί να δώσει το στίγμα -και τις αγωνίες- των δυο μεγάλων τσουρουφλισμένων και, εν πολλοίς, τραγικών ποιητών. Ο κινηματογράφος δεν αρέσκεται στα λόγια. Η δική του γλώσσα είναι η εικόνα. Η οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, έλειπε! Πουθενά ο θεατής δεν ήρθε σε επαφή με τις πηγές έμπνευσης. Πουθενά δεν υπήρχε εικόνα του χρόνου και του τόπου. Και ήταν τόσο γιομάτες από Εικόνες οι αρχές του περασμένου αιώνα. Και ήταν τόσο «κινηματογραφικές» οι πηγές των ποιητών.
 Η συνάντηση, λοιπόν, ήταν πολύ κατώτερη της αξίας και των ενδιαφερόντων των δυο πονεμένων ποιητών! Οι κουβέντες τους, και η ρακί που ήπιανε χαριεντιζόμενοι, δεν φτάνουν για να δημιουργηθεί ο πόνος που τους ενώνει! Δεν φτάνει για να γνωρίσει ο θεατής, ακόμα και ο μυημένος, τη βαθιά σκέψη και το «ξεχωριστό» των δυο μεγάλων αντρών. Η συνάντηση ήταν τόσο πεζή, που, σε καμία περίπτωση, δεν αντανακλά την πνευματικότητα και τις αγωνίες των δυο μεγάλων δημιουργών. 
Παίζουν: Μάκης Αρβανιτάκης (Καβάφης), Δημήτρης Οικονομίδης (Πεσσόοα), Όθων Μεταξάς

παιζονται ακομα

1. «Watchmen», του Ζακ Σνάϊντερ. Watchmen

Ό,τι και όποια δικαιολογία και να μου προβάλλουν, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να εκτιμήσω το «καλλιτεχνικό»
αυτό έργο! Επειδή πρόκειται για κόμικ, δεν σημαίνει πως πρέπει να είναι και ανόητο! Και πολύ περισσότερο, κρυπτοφασιστικό!
 Εντάξει η γραφή, έστω και με τη βοήθεια των κομπιούτερς, είναι αρκετά εντυπωσιακή! Από τεχνικό ενδιαφέρον μπορεί να απασχοληθώ για κάποιο διάστημα, παρακολουθώντας τις τεχνικές «επιτεύξεις», οι οποίες, τελικά, δεν είναι και τίποτα ιδιαίτερο. Η ταινία, όμως, διαρκεί 162΄ ολόκληρα λεπτά. Και, πιστέψτε με, μετά την πρώτη ώρα, για να καλμάρεις τα νεύρα σου, αρχίζεις να κόβεις βόλτες στους διαδρόμους.
 Κάποιοι γερασμένοι και συνταξιούχοι υπερήρωες, οι οποίο διαθέτουν «υπερφυσικές» δυνάμεις, αποφασίζουν να (ξανά)αναλάβουν δράση για να σώσουν τη γη που κινδυνεύει από τα ατομικά όπλα των σοβιετικών και την εγκληματικότητα των μεγάλων δυτικών πόλεων! Παρ΄ ό,τι υπερήρωες δεν μπορούν να αποφύγουν τα προσωπικά! Έτσι τη μια πλακώνονται μεταξύ τους και την άλλη σώζουν την ανθρωπότητα! Καλημέρα και έφεξε!
Παίζουν: Τζέφρι Ντιν Μόργκαν, Μάλιν Άκερμαν, Μάθιου Γκουντ, Κάρλα Γκουτζίνο, κ.ά.

2. «Κοίτα τι Έγινε», του Μπάρι Λέβινσον. 4-blog-egine

Όσο και να κοιτάξεις, δεν θα δεις τίποτα, γιατί δεν έγινε τίποτα! Ο Σον Πεν και ο Μπρους Γουίλις, που παίζουν
τους εαυτούς τους, συμμετέχοντας σε μια ψιλοαρπαχτή, στην οποία το κεντρικό πρόσωπο είναι ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, προσπαθούν, δήθεν, να μας διασκεδάσουν με τις αγωνίες και τις καθημερινότητες των χολιγουντιανών! 
 Αν δεν σεβόμουν τα ονόματα των πρωταγωνιστών θα μίλαγα ανοιχτά για απάτη! Μια απάτη που αποσκοπεί στο εισιτήριο (τόσα ονόματα μαζεμένα, είναι ιδανικός ντελάλης για το ταμείο). Στην πράξη, βέβαια, δεν γίνεται τίποτα! Ένας παραγωγός ταινιών, ενώ αγωνίζεται να πείσει τα στούντιο για τις ταινίες που παράγει και να «καλμάρει» τους σκηνοθέτες του για τις αλλαγές που απαιτεί στη δομή των ταινιών, έχει και τα προσωπικά του να τον απασχολούν (διατροφές με παλιές γυναίκες, έρωτες με τις καινούριες). Και, λοιπόν! «Και εμείς ερωτευτήκαμε, αλλά δεν… τρελλαθήκαμε» κιόλας, ούτε μας έκαναν και ταινία!
Παίζουν (ακόμα): Κάθριν Κίνερ, Κρίστεν Στίουαρτ, Στάνλεϊ Τούτσι, Τζον Τορτουρο,  Μάϊκλ Γουίνκοτ.

3. Δύο Έρωτες, του Τζέϊμς Γκρέϊ. 3-blog-erotes1

Ένα παιδοβούβαλο, ο καλός ηθοποιός Χοακίν Φίνιξ, άτομο, χωρίς ιδιαίτερο λόγο ψυχικά ταραγμένο, μετά από «πονηρό»
προξενιό των γονιών του, γνωρίζει μια απρόσωπη νοστιμούλα (Βανέσα Σο) και όλα δείχνουν ότι η γνωριμία θα έχει «ευτυχή κατάληξη». Ξαφνικά, όμως, μπαίνει στη ζωή του μια ξανθιά, όνομα και πράμα, η οποία είναι σπιτωμένη από παντρεμένο (Ελίας Κοτέας) και τους χαλάει τα σχέδια.
Στο τέλος, βέβαια, όπως γίνεται σε όλες τις ανόητες ταινίες, τα πράγματα θα επανέλθουν στους κανονικούς ρυθμούς. Η καλή κοπέλα θα κερδίσει τον καλό νέο και η ξανθιά θα πάρει τον συμπατριώτη μας Ελίας Κοτέας ο οποίος χώρισε, επιτέλους, τη γυναίκα του!  Έλεος, κύριοι!
Παίζουν (ακόμα): Γκουίνεθ Πάλτροου. Ιζαμπέλα Ροσελίνι.

Advertisements

Ενέργειες

Information

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Αρέσει σε %d bloggers: