Κριτική Κινηματογράφου

26 03 2009

Κριτική ταινιών 26-3-09
Για την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Από το Νίκο Αντωνάκο
και την Ιφιγένεια Καλαντζή

Η ΣΤΕΛΛΑ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ

 Η εβδομάδα δεν επιφυλάσσει μεγάλες εκπλήξεις! Εκτός, ίσως, από την τρυφερή κοινωνική ταινία της Σιλβί Βερχέϊντε, «Στέλλα». Ένα 11χρονο κορίτσι μεγαλώνει σχεδόν μόνο του (οι γονείς του έχουν τα «δικά» τους) και τέλος παίρνει τη ζωή του (και τις ζωές των άλλων) στα χέρια του!
 Η ταινία του Τζον Μέϊμπερι, «Αγάπη στα Άκρα», αναφέρεται σε δυο γυναίκες που αγάπησαν τον ίδιο άντρα (τον ποιητή Ντίλαν Τόμας). Έρωτες, ρομαντισμός με φόντο τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Ο «Σκοτεινός Κώδικας», του «δικού» μας Άλεξ Πρόγιας είναι μια «φανταστική» ταινία καταστροφής. Ένα ακόμα «φανταστικό» παραμύθι, που, σιγά-σιγά, μετατρέπεται σε μια ακόμα χολιγουντιανή περιπέτεια.
 Τα «Συντρίμμια Ψυχής», του Τζέρεμι Πιντεσουά, παρακολουθεί τη ζωή ενός νεαρού από την Πολωνία κατά τη διάρκεια του β΄ παγκοσμίου πολέμου. Ο νεαρός πολωνοεβραίος μεταφέρεται από Έλληνα αρχαιολόγο στη Ζάκυνθο και στη συνέχεια στις ΗΠΑ. Η ταινία είναι ένα «ταξίδι» στο παρόν και το παρελθόν!
Να και η δόση της εβδομάδας! «Παρασκευή και 13», του Μάρκους Νίσπελ. Ένα ακόμα αιματηρό θρίλερ. Ο αιμοσταγής δολοφόνος Τζέϊσον Βόρχες, που όλα τα σφάζει και όλα τα μαχαιρώνει! Μακριά.
Τέλος στον κινηματογράφο «Μικρόκοσμος», και μόνον για 5 «συλλεκτικές» προβολές, θα προβληθεί η «ερασιτεχνική» ταινία (ψηφιακή) του Άγγελου Σπάρταλη, «Το Σύνδρομο της Χιονάτης». Μαζί του θα παιχτεί και η μικρού μήκους ταινία του Νίκου Πάστρα, «Theremin».

ΜΕ ΛΕΝΕ ΣΤΕΛΛΑ
Σιλβί Βερχέϊντε

1-blog-stella1

 Η ζωή στον καπιταλισμό, ιδιαίτερα για τις ευπαθείς ομάδες, όπως τα παιδιά, ας πούμε, είναι, το δίχως άλλο, μια συνεχής τραγωδία. Οι συνθήκες μέσα στις οποίες ζει η μεγάλη πλειοψηφία του λαού είναι μια διαρκής δοκιμασία. Τα αναγκαστικά φορτία που μεταφέρουν οι φτωχοί άνθρωποι στις πλάτες τους είναι, πολλές φορές, ασήκωτα. Τα δράματα που εκτυλίσσονται γύρω μας είναι καθημερινά. Ο καθένας μας, χωρίς ουσιαστική βοήθεια από την πολιτεία, χωρίς την ύπαρξη κάποιας κοινωνικής προστασίας και κοινωνικής πρόνοιας, προσπαθεί από μόνος του να λύσει τα προβλήματά του. Τα οποία προβλήματα, τελικά, μας ξεπερνάνε! Όταν ένας τέτοιος αγώνας διεξάγεται από παιδιά, τότε τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο τραγικά.   
 Η ταινία είναι, κατά κάποιον τρόπο, βιογραφική της σκηνοθέτιδας. Η αληθινή ιστορία, η ιστορία της Σιλβί Βερχέϊντε, διαδραματίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ΄70. Ωστόσο, ένα καθαρό μάτι μπορεί να δει πως το σημερινό Παρίσι, χειρότερο έγινε και όχι καλύτερο! Και σήμερα η 11χρονη Στέλλα, η Σιλβί της δεκαετίας του ΄70, στην πραγματικότητα, ζει μόνη της και, κυρίως, μεγαλώνει μόνη της, όπως η σκηνοθέτιδα όταν είχε τη δική της ηλικία. Οι γονείς της, όπως και της σκηνοθέτιδας, τρέχουν για την επιβίωση. Παράλληλα, και το χειρότερο, έχουν εγκλωβιστεί στα «προσωπικά». Στα «προσωπικά», τα οποία, είναι το δικό τους τίμημα στον καπιταλισμό.
 Το ντεκόρ, ο χώρος μέσα στον οποίο ξετυλίγεται το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας, είναι ένα λαϊκό καφέ σε κάποιο προάστιο του Παρισιού. Οι ιδιοκτήτες του καφέ είναι ένα νεαρό ζευγάρι το οποίο, «χωρίς να το καταλάβει», μέρα με τη μέρα, διευρύνει τις αποστάσεις μεταξύ του. Καιρό τώρα, πια, το ζευγάρι δεν  επικοινωνεί, το έχει νικήσει η ζωή. Τόσο η γυναίκα όσο και ο άντρας βρίσκουν διέξοδο στους πελάτες. Οι οποίοι, βέβαια, είναι και αυτοί τραγικά πρόσωπα.
 Μέσα στο προαστιακό καφέ (στα πόδια των γονιών της και των πελατών), όπως η γάτα, ας πούμε, έζησε και έφτασε στα 11 χρόνια της, η κόρη του ζευγαριού, η μικρή Στέλλα. Μεγαλώνοντας, όπως η γάτα, έχοντας πάντα «κάτι να φάει» και πότε-πότε «κάποιο ανθρώπινο χάδι», τόσο από τους γονείς όσο και από τους πελάτες (αυτά μόνον, τίποτα περισσότερο), δυνάμωσε -και μεγάλωσε- πριν την ώρα της. Στα 11 χρόνια της, χωρίς τη βοήθεια κάποιου, αποφασίζει πως αυτή η ζωή που βιώνει δεν είναι ζωή, ούτε για μια ακόμα μέρα. Και φυσικά, σε καμία περίπτωση, ζωή για μεγάλα διαστήματα. Για ολόκληρη τη ζωή.
 Η ταινία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σπουδή, μια σοβαρή τοιχογραφία, πάνω στη ζωή του μικροαστικού κομματιού της κοινωνίας. Του κομματιού εκείνου που δεν έχει καταφέρει να αναπτύξει ταξική συνείδηση και θεωρώντας τον εαυτό του το κέντρο του κόσμου, δεν εντάσσεται και δεν συν-στρατεύεται με την εργατική τάξη, δεν αποκτάει αγωνιστικούς δεσμούς μαζί της, διαλέγει το περιθώριο από την κοινή δράση, την ηττοπάθεια και την υποχώρηση, από τον κοινό ταξικό αγώνα. Το κομμάτι αυτό της κοινωνίας, λογικό είναι, έχει καλλιεργήσει και τη δική  του «ξεχωριστή» ηθική, διαφορετική από αυτήν της αγωνιζομένης εργατικής τάξης. Αυτό το κομμάτι είναι επιρρεπές σε προσωπικές απιστίες, σε ψέματα και σε «διπλές» ζωές και σε άλλες αδυναμίες και χυδαιότητες. 
 Η μικρή Στέλλα, ζώντας μέσα σε αυτό το κοινωνικό περιθώριο, δυστυχώς, από πολύ νωρίς, γνώρισε και τη βία αυτού του κοινωνικού περιθωρίου (σαν να μην έφτανε η γενική καπιταλιστική βία). Δεν ήταν λίγοι (από τους πελάτες και τους «φίλους») αυτοί που προσπάθησαν να ασελγήσουν πάνω της (πόσες τέτοιες περιπτώσεις δεν διαβάζουμε καθημερινά και στον δικό μας έντυπο ή τηλεοπτικό Τύπο). Η μικρή «άντεξε» και τα τέτοια χτυπήματα. Και δυνάμωσε ακόμα περισσότερο.
 Στα πολύ θετικά της ταινίας το πολύ αισιόδοξο τέλος. Η σκηνοθέτιδα, φαίνεται, πως ξεπέρασε τα δικά της παιδικά τραύματα και κατάφερε να μετατρέψει τις δικές της προσωπικές οδυνηρές εμπειρίες, σε γενικές κοινωνικές παρατηρήσεις. Στα θετικά, επίσης, της ταινίας, οι πολύ καλές ερμηνείες (ακόμα και των ερασιτεχνών που παίζουν στην ταινία) και, φυσικά, της μικρής Στέλλας (Λεόρα Μπάρμπαρα).
  «Με Λένε Στέλλα», λοιπόν! Μια τρυφερή ταινία που μιλάει χαμηλόφωνα, αλλά με πολύ καθαρή και ηθική φωνή. Η αξία της ταινίας γίνεται ακόμα μεγαλύτερη, γιατί, συμπωματικά, φτάνει στους κινηματογράφους μέσα στην κορύφωση της καπιταλιστικής κρίσης και του (ξανα)ξεσηκώματος των παρισινών προαστίων. Μέσα από την ταινία θα παρελάσουν πολλές από τις αιτίες που οδηγούν  τη νεολαία, και γενικά τους εργαζομένους στους δρόμους.
Παίζουν: Λεόρα Μπάρμπαρα, Καρόλ Ροσέ, Μπενζαμίν Μπιολέ, Γκιζιόμ Ντεπαρντιέ.

Νίκος Αντωνάκος

ΣΥΝΤΡΙΜΜΙΑ ΨΥΧΗΣ
Τζερεμί Ποντεσουά

5-blog-psixis

Τα «Συντρίμμια Ψυχής» είναι η τρίτη ταινία του Καναδού Τζερεμί Ποντεσουά, με μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του ομώνυμου μυθιστορήματος της Άν Μίκαελς. Στην Πολωνία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ένα εννιάχρονο εβραιόπουλο, ο Τζάκομπ, γίνεται μάρτυρας της δολοφονίας των γονιών του και της εξαφάνισης της έφηβης αδελφής του από τους Ναζί. Ο Άθως, ένας Έλληνας αρχαιολόγος, που τον ερμηνεύει ο Ράντε Σερμπέντζια, παίρνει υπό την προστασία του το μικρό αγόρι και καταφεύγουν στη Ζάκυνθο. Μετά το τέλος του Πολέμου, μετακομίζουν στον Καναδά. Τα χρόνια περνάνε και ο Τζάκομπ, που τον υποδύεται πλέον ο Στίβεν Ντιλέιν, έχει εξελιχθεί σε έναν ευαίσθητο συγγραφέα, που τον κατατρέχουν ακόμα οι πληγές του παρελθόντος.
Η όμορφη και αισιόδοξη Άλεξ, που την υποδύεται η Βρετανίδα Ρόζαμουντ Πάικ, προσπαθεί να τον βοηθήσει, όμως ο εσωστρεφής Τζάκομπ βρίσκει μεγαλύτερη κατανόηση στο πρόσωπο της καλλιεργημένης Μικαέλα, που την ερμηνεύει η Ισραηλίτισσα ηθοποιός Άγιελετ Ζούρερ, και σαγηνεύεται από την ισπανορωσική καταγωγή της.  
Ο Ποντεσουά δημιουργεί μια προσεγμένη ταινία, με ωραίες ερμηνείες, ιδίως από τον Σερβο- κροάτη Ράντε Σερμπένζια, που τον γνωρίσαμε στην ταινία «Πριν τη βροχή» του Μίλκο Μαντσέφσκι, το 1994. Ένα μικρό ρόλο έχει και η εξαίρετη Θέμις Μπαζάκα.
Η ιστορία διαδραματίζεται ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν του ήρωα. Η επιλογή μιας μη γραμμικής αφήγησης αποκαλύπτει σταδιακά τα γεγονότα που σημάδεψαν τον πρωταγωνιστή, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα κινηματογραφική πλοκή. Η γοητεία όμως αυτής της ταινίας, οφείλεται από τη μια στη ρομαντική ατμόσφαιρα που αποπνέει, με την προσεγμένη κινηματογράφηση ωραίων εσωτερικών χώρων, με βαριά ξύλινα έπιπλα και πολλά βιβλία, και από την άλλη στο κοσμοπολίτικο ύφος με γυρίσματα στο Τορόντο, αλλά και στα αιγαιοπελαγίτικα νησιά Ύδρα και Λέσβο. Στον ιδιαίτερο λυρισμό της ταινίας, εκτός από την ανάγνωση στίχων της Αχμάτοβα, συμβάλλει και η εξαιρετικά ευαίσθητη μουσική που συνέθεσε ο Νίκος Κηπουργός για την ταινία, με τις μελωδίες του για νησιώτική λύρα, που περιβάλλουν τη θλίψη της ψυχής του Τζάκομπ, κυρίως όταν επιστρέφει, σε μεγάλη ηλικία, στο νησί των παιδικών του χρόνων.
Η  διαμόρφωση των χαρακτήρων εστιάζεται στις ανεξίτηλες συνέπειες των ψυχικών τραυμάτων που κουβαλάει ο πρωταγωνιστής, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην τραγικότητα της απώλειας και στη βιωμένη ιστορική μνήμη. Η αναζήτηση της ψυχικής λύτρωσης του ήρωα περνάει από την αγάπη, για να καταλήξει στον έρωτα. Αρχίζει με την πατρική τρυφερότητα που του δίνει απλόχερα ο Άθως, την οποία ανταποδίδει αργότερα στον Καναδά και ο ίδιος, όταν παίρνει υπό την προστασία του έναν μικρότερο γείτονά του και συνεχίζεται με την επίδραση της γυναικείας παρουσίας. Κρατάει σε απόσταση την πρώτη γυναίκα, παρόλο που τον γοητεύει, για να αφεθεί στον έρωτά του για την Μικαέλα, που τον κατανοεί και τον συγκινεί.
Για άλλη μια φορά, όμως, έχουμε μια ταινία, που εντοπίζει την τελεσμένη αδικία από τα δεινά του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου αποκλειστικά στους Εβραίους, χωρίς την παραμικρή αναφορά στις άλλες μειονότητες που κυνηγήθηκαν και εξουδετερώθηκαν από τους Ναζί (για να μιλήσουμε μόνον για μειονότητες).
Τελικά, ο Ποντεσουά, βασίζεται στις μνήμες του πολέμου και στις συνέπειές του στις ψυχές των ανθρώπων, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα ταινία με ιδιαίτερη ατμόσφαιρα.

Ιφιγένεια Καλατζή

ΑΓΑΠΗ ΣΤ’ ΑΚΡΑ
Τζον Μέιμπουρι

2-blog-akra

Ο Βρετανός σκηνοθέτης Τζον Μέιμπουρι, με την ταινία του «Η αγάπη είναι ο διάβολος», το 1998, που αναφέρεται στον ζωγράφο Φράνσις Μπέικον, απέδειξε πως είναι ικανός να δημιουργήσει μια αντισυμβατική κινηματογραφική βιογραφία. Στην νέα του ταινία «Αγάπη στ’ άκρα», ασχολείται με τον ποιητή Ντίλαν Τόμας και τις σχέσεις του με τις γυναίκες που σημάδεψαν τη ζωή του. 
Τον ποιητή υποδύεται ο Μάθιου Ράις, που μοιράζεται ανάμεσα στην παιδική του αγάπη, την Βέρα, που ερμηνεύει η πορσελάνινη Κίρα Νάιτλι, και στην Κέιτλιν, την γυναίκα του, με την Σιένα Μίλερ στο ρόλο.
Η δράση της ταινίας τοποθετείται στο Λονδίνο, που βομβαρδίζεται ανελέητα κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, και ο θάνατος πλανιέται ως φάντασμα. Η Βέρα είναι τραγουδίστρια και εμψυχώνει τους Βρετανούς φαντάρους που φεύγουν για το μέτωπο. Όταν ο Ντίλαν την συναντά τυχαία, ξαναφουντώνει το πάθος των παιδικών τους χρόνων. Όμως ο Ντίλαν είναι παντρεμένος με την Κέιτλιν και έχουν αποκτήσει ένα παιδί.
Η Βέρα, στην προσπάθειά της να ξεχάσει τον Ντίλαν, αφήνεται στον έρωτα ενός φαντάρου που την θαυμάζει, τον Γουίλιαμ, που τον ερμηνεύει ο Σίλιαν Μέρφι.
Όταν στέλνουν τον Γουίλιαμ στην πρώτη γραμμή, η Βέρα, που  περιμένει το παιδί τους, πρέπει να καταφέρει να δαμάσει το πάθος της για τον Ντίλαν.
Αυτή η  σαγηνευτική ιστορία, ανάμεσα σε ένα ερωτικό τρίγωνο, επικεντρώνεται στη σχέση των δύο γυναικών, της καστανής Κίρα Νάιτλι, και της ξανθιάς Σιένα Μίλερ, που αναπτύσσουν μια ιδιαίτερη σχέση, ξέροντας ότι τις αγαπάει ο ίδιος άντρας. Το αίσθημα αλληλεγγύης. που νιώθουν αρχικά, καταλήγει σε μια βαθιά φιλία, παρά τις αντίξοες συνθήκες.
Παρόλο που η ταινία προτείνεται ως βιογραφική, όχι μόνο δεν επικεντρώνεται στον ποιητή, αλλά πλάθει γι αυτόν και μια εικόνα με στοιχεία αρνητικά. Ίσως, όμως, ο  σκηνοθέτης επιλέγει συνειδητά να μην εξιδανικεύει τον ποιητή, επιλέγοντας την τρωτή πλευρά της προσωπικότητάς του, σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο, προκειμένου ο πόνος της ποίησης να αναδεικνύεται μέσα από τις ανθρώπινες αδυναμίες.
Στο θέμα της σκηνοθεσίας, όμως, μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως ο Μέιμπουρι ξέρει να γοητεύει. Η ταινία ανοίγει με τα αισθησιακά κατακόκκινα χείλη της Βέρα σε γκρο πλάνο, με πράσινους και μπλε φωτισμούς, τη στιγμή που τραγουδάει σουίνγκ σκοπούς της εποχής. Ο αισθησιασμός που αναδύεται, μαζί με την πετυχημένη αναπαράσταση της εποχής, μέσα από τα ωραία εμπριμέ λουλουδάτα υφάσματα των φορεμάτων των δύο πανέμορφων γυναικών, γοητεύουν τελικά τον θεατή. Η διπλή υπόσταση της γυναίκας, ως αντικείμενου του πόθου, πότε με καστανή και πότε με ξανθιά παρουσία, θα λυγίσει και τον πιο απαιτητικό εκπρόσωπο του αντρικού φύλου και όχι μόνο. Η σκηνή όπου η κάμερα από ψηλά απαθανατίζει τα δύο πανέμορφα γυναικεία πρόσωπα, το ένα δίπλα στο άλλο να καταλαμβάνουν όλη την οθόνη, αγγίζει τα όρια του φετιχισμού. Την ερωτική ατμόσφαιρα συμπληρώνει και η ρομαντική ορχηστρική μουσική του Άντζελο Μπανταλαμέντι, που έχει συνθέσει και τις μυστηριακές μουσικές στο μυστικιστικό κινηματογραφικό σύμπαν του Ντέιβιντ Λιντς. Αν και δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως αυτή η ταινία λειτουργεί ως βιογραφία, σίγουρα θα γοητεύσει με τον ανυπέρβλητο αισθησιασμό της.
Ιφ. Καλ.

ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ
Άλεξ Πρόγιας

3-blog-kodikas

Ο ελληνικής καταγωγής Άλεξ Πρόγιας έχει σκηνοθετήσει για τα μεγάλα χολιγουντιανά στούντιο ταινίες δράσης, που ανήκουν στο φανταστικό κινηματογράφο, όπως είναι «Το κοράκι», το 1994 και η «Σκοτεινή πόλη», το 1998, έργα που ανήκουν στη σφαίρα του ψυχαγωγικού κινηματογράφου.
Στην νέα του ταινία, «Σκοτεινός Κώδικας», ο διάσημος ηθοποιός Νίκολας Κέιτζ υποδύεται έναν καθηγητή αστροφυσικής, που θα αποκαλύψει ότι το κωδικοποιημένο μήνυμα που βρήκε ο μικρός του γιος προέβλεπε με ακρίβεια όλες τις μεγάλες καταστροφές των τελευταίων 50 χρόνων. Ο καθηγητής έντρομος συνειδητοποιεί πως προβλέπει και κάποιες καταστροφές που ακόμα δεν έχουν συμβεί. Τότε θα αρχίσει ένας αγώνας για να προλάβει τις κωδικοποιημένες προφητείες, που τελικά συντελούν στο …τέλος του κόσμου!
Όταν μιλάμε για Χόλιγουντ, αναφερόμαστε στην πολύ κερδοφόρα βιομηχανία του θεάματος, που παράγει ταινίες για μαζική κατανάλωση και ποπ κορν, προορισμένες να παιχτούν στις ειδικές αίθουσες που μπορούν να υποστηρίξουν την υψηλή, κατά τα άλλα, τεχνολογία τους, αίθουσες που χωροταξικά είναι ενταγμένες στα εμπορικά κέντρα, ως αναπόσπαστο κομμάτι της καταναλωτικής κουλτούρας του καπιταλισμού.
Έτσι, κι αυτή η ταινία είναι μια αμερικάνικη υπερπαραγωγή, που το μόνο θετικό που έχει να επιδείξει είναι τα εντυπωσιακά και ακριβοπληρωμένα ψηφιακά εφέ, όπως στις σκηνές με το τρένο που εκτροχιάζεται σ’ έναν υπόγειο σταθμό του μετρό, ένα αληθοφανές αεροπορικό δυστύχημα και η συντέλεια του κόσμου από την ηλιακή ακτινοβολία.
Κατά τα άλλα, είναι μια αποτυχημένη ταινία καταστροφής, που στο τέλος τα ανακατεύει όλα μαζί, από την Αποκάλυψη, μέχρι και … εξωγήινους!

Ιφ. Καλ.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ 13
Μάρκους Νίσπελ

4-blog-paraskeyi

Το γνωστό θρίλερ «Παρασκευή και 13» επανέρχεται σε ριμέικ, από τον Γερμανό σκηνοθέτη Μάρκους Νίσπελ, ο οποίος έχει κάνει καριέρα στην Αμερική, σκηνοθετώντας διαφημιστικά σποτ. Η ιστορία αφορά μια παρέα νεαρών, που πάνε κατασκήνωση στην περιοχή του Κρίσταλ Λέικ, που εδώ και είκοσι χρόνια έχει ερημώσει μετά από κάποιους φρικιαστικούς φόνους. Ο μύθος λέει πως δολοφόνος ήταν μια πονεμένη μάνα, που ήθελε να πάρει εκδίκηση για τον πνιγμό του γιου της Τζέισον, που ήταν παιδί με ειδικές ανάγκες. Η πρώτη παρέα που φτάνει στην ειδυλλιακή λίμνη εξαφανίζεται ξαφνικά, ενώ μετά από δύο μήνες, φτάνει εκεί ο νεαρός Κλέι, αναζητώντας την αδερφή του.
Αν θεωρήσουμε πως για τους λάτρεις των θρίλερ η πρώτη ταινία, της δεκαετίας του ’80, είχε μια καλτ αξία, σίγουρα μετά από είκοσι χρόνια, το ριμέικ της είναι τελείως ανάξιο λόγου. Ανύπαρκτες ερμηνείες, αδιάφορο σενάριο, και τελικά, αν κάποιοι θεωρούν πως μπορούν να βλέπουν σπλάτερ ταινίες για χαβαλέ, η κακογουστιά αυτής της φτηνής παραγωγής ούτε γέλιο δεν μπορεί να προκαλέσει. Πολύ βία για το τίποτα. Ή μήπως, επιδιώκεται η εκτόνωση του κοινού, μέσα από μια εικονική εκδίκηση, όταν ωθείται να νιώσει ικανοποίηση στη θέα του άγρια δολοφονημένου ζευγαριού; Γιατί, μην ξεχνάμε, ότι λίγο πριν, το κοινό παρακολουθούσε τον νεαρό να κάνει θαλάσσιο σκι, με την καλλίγραμμη, πλην όμως οικτρά ανόητη φιλενάδα του, στο σκάφος του εύπορου μπαμπά, πράγματα πολύ μακρινά για τον μέσο θεατή. Αν πάλι καταλήγαμε, όπως αφήνεται να εννοηθεί, στο συμπέρασμα πως όλα αυτά συμβαίνουν ως αντίποινα για τον άδικο χαμό του Τζέισον, ενός λαϊκού παιδιού, τότε μάλλον βρισκόμαστε σε σύγχυση ανάμεσα στην έννοια του δικαίου και στη νοσηρότητα.
Ιφ. Καλ.   

Advertisements




Κριτική Κινηματογράφου

20 03 2009

Κριτική Ταινιών 19-3-09
Για την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Από το Νίκο Αντωνάκο

ΤΡΕΙΣ ΚΑΛΕΣ
ΠΕΝΤΕ ΜΕΤΡΙΕΣ ΕΩΣ ΚΑΚΕΣ

 Και αυτή η εβδομάδα έχει τρεις ενδιαφέρουσες ταινίες. Πρώτη έρχεται η ταινία του Πέρι Όγκντεν, «Το Κορίτσι ταξιδιώτης». Δεν μιλάμε για κινηματογράφο, μιλάμε για την ίδια τη ζωή. Ρεαλισμός και αλήθεια στο απόλυτο. Ακολουθεί η ταινία του Τόμας Μακάρθι, «The Visitor». Εδώ τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα. Ανάμεσα στα άλλα ζητήματα που βάζει η ταινία είναι και η μαρξιστική διαλεκτική σχέση θεωρίας και πράξης. Τρίτη, άλλα όχι αναγκαστικά και η τελευταία, έρχεται η ρώσικη ταινία του Νικολάϊ Λεμπέντεφ «Το Αστέρι». Η ταινία γυρίστηκε το 2002 και μιλάει για ένα αληθινό πολεμικό επεισόδιο που έγινε το 1944. Μιλάμε για δυο διαφορικούς κόσμους. Και μόνον αυτό το γεγονός, σαν μελέτη των εξελίξεων δηλαδή, αξίζει να δει κανείς την ταινία.  
 Η συνέχεια, βέβαια, είναι η γνωστή! Επιφανειακές κατασκοπευτικές περιπέτειες (The International» του Τομ Τίκβερ), άρρωστα «ψυχολογικά» θρίλερ, διανθισμένα, δήθεν, με «κοινωνική κριτική» (Άσε το Κακό να Μπει», του Σουηδού Τόμας Άλφρεντσον), και χαζές διαστημικές ιστορίες (Καταδίωξη στο Βουνό των Μαγισσών», του Άντι Φίκμαν).
 Και κλείνουμε με τα «δικά μας». Από τη μια έχουμε την τηλεοπτική κωμωδία (τι φάμπρικα και αυτή, τελευταία!) του Βασίλη Μυριανθόπουλου, «Σούλα Έλα Ξανά», μια νεαρή γυναίκα «ξεδιαλύνει» ανάμεσα σε τέσσερις άντρες, που τις έκαναν πρόταση γάμου, ποιον θα πάρει τελικά, και από την άλλη το άλλο άκρο, η υποτιθέμενης κουλτούρας, «Ο Αρσιβαρίστας & ο Άγγελος», της Ελένης Αλεξανδράκη, τόσο χαοτικά σκηνοθετημένη και τόσο κακοπαιγμένη που καταστρέφει τις όποιες καλές (αν υπάρχουν τέτοιες) προθέσεις. 

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ
Πέρι Όγκντεν

8-koritsi2

 Ο Πέρι Όγκντεν είχε την ευφυΐα -και τη συνείδηση- να μην «παρέμβει» πάνω στις εικόνες που κατέγραφε η μηχανή του, να μην δημιουργήσει συναισθηματισμούς, δράματα και μελό, να μην επιδιώξει πρόσθετες συγκινήσεις. Ήξερε πως τα πράγματα μιλάνε από μόνα τους και μιλάνε καλύτερα από τον όποιον δημιουργό! Αυτός, λοιπόν, στάθηκε πίσω από τη μηχανή του διακριτικά και άφησε τα πράγματα να μιλήσουν από μόνα τους, να μας διηγηθούν αυτά τα ίδια την ιστορία τους.
 Με την πρώτη ματιά ο θεατής βλέπει ένα 10χρονο κορίτσι να ψάχνει να βρει τον εαυτό του. Μια τέτοια αναζήτηση, από μόνη της, είναι πολύπλοκη και δύσκολη. Σκεφτείτε όταν αυτό το κορίτσι δεν ξεκινάει από μια «φυσιολογική» αφετηρία, δεν ανήκει στην «οργανωμένη» κοινωνία. Η δική της αφετηρία είναι το περιθώριο και η υποβάθμιση. Το ξεκίνημα της γίνεται από το χειρότερο σημείο. Από τα σκουπίδια της κοινωνίας. Αντιλαμβάνεστε πως είναι ακατόρθωτο να καλυφθεί το κενό, να φτάσει η μικρή στο νήμα. Μέχρι να βγει στην επιφάνεια και να αρχίσει να τρέχει οι άλλοι θα έχουν τερματίσει! Αυτή θα έχει χάσει τον πολύτιμο χρόνο της στα ναρκωτικά, στις μικροκλεψιές και στους μικροκαβγάδες.  
 Η 10χρονη Γουϊνι ζει, μαζί με τη παρατημένη από τον άντρας της μάνα της και τα αδέρφια της, σε ένα άθλιο τροχόσπιτο. Γύρω από το «σπίτι» τους παντού λάσπες και τεράστιοι αρουραίοι. Ωστόσο και εκεί δεν τους αφήνουν στην ησυχία τους! Κάθε τόσο, ανάλογα με τα οικονομικά συμφέροντα της περιοχής, ανάλογα με τα «σχέδια» των  ιδιοκτητών, αλλά και την «γενικότερη εικόνα» του χώρου, έρχεται η αστυνομία και τους αναγκάζει να μετακινηθούν. Και ενώ τους υπόσχονται ένα καλύτερο και πιο λειτουργικό χώρο τους ξεγελάνε και τους οδηγούνε σε ακόμα χειρότερο και ακόμα πιο υποβαθμισμένο. Τους καταχωνιάζουν όσο πιο μακριά γίνεται από τα μάτια της ευημερούσας κοινωνίας.
 Σίγουρα ο νους σας πάει στους τσιγγάνους. Αυτοί με τους οποίους ασχολείται η ταινία δεν είναι φυλετική μειονότητα, φυλετικά και αυτοί ανήκουν στη δική μας φυλή, στην «άρια»! (Και αυτό είναι μια ακόμα απόδειξη πως το φυλετικό, τελικά, είναι απλώς δικαιολογία.) Από παράδοση και για λόγους ιστορικούς, αλλά και γιατί ποτέ κανένας δεν ασχολήθηκε σοβαρά μαζί τους, αυτοί οι άνθρωποι, με τους οποίους ασχολείται η ταινία, εξακολουθούν ακόμα και σήμερα, να ζουν νομαδικά σαν τους τσιγγάνους. Οι Ιρλανδοί, σε αυτούς τους κυνηγημένους συμπατριώτες τους, τους έδωσαν ένα χαρακτηριστικό όνομα, τους ονομάζουν «Ταξιδιώτες».
 Το βαθύ ενδιαφέρον της ταινίας, ωστόσο, δεν βρίσκεται στην καθημερινότητα αυτών των ανθρώπων. Αυτή είναι γνωστή, τόσο γνωστή και συνηθισμένη που κανένας δεν μπαίνει στον κόπο να την αλλάξει. Το βαθύ ενδιαφέρον της ταινίας βρίσκεται στην υποκρισία της «οργανωμένης» κοινωνίας, στις αδυναμίες της αστικής κοινωνίας να λύσει τέτοιου -και τέτοιου- είδους προβλήματα. Είναι φανερό πως το καπιταλιστικό κράτος, όσο και αν θεωρείται πετυχημένο, όπως η Ιρλανδία, ας πούμε, την οποία προπαγανδίζουν σαν σύγχρονη Σουηδία, και δεν θέλει και δεν μπορεί να εξασφαλίσει στους κατοίκους της, σε όλους τους κατοίκους της, τα προφανή και τα απαραίτητα.
 Για τα μάτια του κόσμου, βέβαια, αλλά και για να προληφθούν βίαιες αντιδράσεις και για να κρατιέται η οργή κάτω από έλεγχο, η έξυπνη Ιρλανδία, και όχι μόνον αυτή, δημιούργησε ένα ολόκληρο κρατικό και «παρακρατικό» (οργανώσεις μη κυβερνητικές) μηχανισμό, για να «βοηθούν» τους αναξιοπαθούντες. Η ταινία, και σε αυτό το σημείο, ιδιαίτερα σε αυτό το σημείο, είναι άκρως αποκαλυπτική. Ακόμα και υπηρεσίες, και πολύ περισσότερο μεμονωμένα άτομα (γιατροί, δικηγόροι, κοινωνικοί λειτουργοί, απλοί πολίτες) που θέλουν να βοηθήσουν και τρέχουν κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους, σκοντάφτουν πάνω στην συνειδητή κρατική άρνηση και στη συνειδητή καπιταλιστική γραφειοκρατία. Μιλάμε για ολοκληρωτικό αδιέξοδο! (Αδιέξοδο, βέβαια, όταν κανείς ζητάει λύση προβλημάτων του καπιταλισμού, μέσα στον ίδιο τον καπιταλισμό!) 
 Η ταινία είναι τόσο απλή και τόσο κατανοητή που περισσεύει ο διαμεσολαβητικός κριτικός λόγος. Θέλω, ωστόσο να τονίσω τις καταπληκτικές ερμηνείες, από τους ερασιτέχνες κυρίως ηθοποιούς. Δεν «παίζουν» το «ρόλο» τους, τη ζωή τους δηλαδή, δεν αναπαριστάνουν την πραγματικότητά τους. Ερμηνεύουν τη ζωή τους, προχωρούν σε βάθος, δεν στέκονται στην επιφάνεια. Ο θεατής σε κανένα σημείο της ταινίας δεν θα κλάψει, παρ΄ ό,τι θα έπρεπε (αν υπήρχαν φθηνές προθέσεις) να λιώσει στο κλάμα. Κοντά στους θαυμάσιους ηθοποιούς, η εξαιρετική φωτογραφία και η, επίσης, εξαιρετική μουσική.
Παίζουν: Μπόνι Ο΄Βράϊαν, Γουίνι Μαγκχαμ, Πάντι Μάγκχαμ, Ρόζι Μάγκχαμ, Μπράϊαν Νρίγκναμ, κ,ά.

THE VISITOR
Τόμας Μακάρθι

The Visitor

  Η ταινία με την πρώτη ματιά δεν είναι καταγγελτική. Δεν λέει τα πράγματα κατ΄ ευθείαν με το όνομά τους. Διάλεξε ήπιους τόνους για να κάνει την κριτική της. Ωστόσο, κανένας δεν μπορεί να της χρεώσει αναποτελεσματικότητα. Ο θεατής, έστω και με «ανάλαφρο» τρόπο, θα φτάσει στα σωστά συμπεράσματα. Θα αντιληφθεί πως συχνά η θεωρία απέχει από την πράξη. Ο ολοκληρωμένος άνθρωπος, για να είναι ολοκληρωμένος και αποτελεσματικός, οφείλει να συνδυάζει τα δυο παραπάνω.
 Ένας καθηγητής πανεπιστημίου (οικονομολόγος) φτάνοντας κοντά στην αποστρατεία (κάπως αργά, ίσως), αντιλαμβάνεται πως δεν είναι ευτυχισμένος. Τα μαθήματά του (θεωρία) μιλάνε για τον τρίτο κόσμο. Η ζωή του (πράξη) πνίγεται μέσα στον μεσοαστισμό. Δυο διαφορετικά άτομα μέσα στο ίδιο κορμί. Πώς να είναι ευτυχισμένος; Τα μαθήματά του (θεωρία) παραμένουν αναπόδεικτα (πράξη). 
 Μέχρι να φτάσει σε ένα «τυχαίο» γεγονός, το οποίο και θα τον αλλάξει, έκανε κάποιες ανόητες και αναποτελεσματικές κινήσεις. Σπασμωδικές κινήσεις. Ακόμα και σε αυτή την προχωρημένη ηλικία, που τα δάχτυλα (και όχι μόνον αυτά) χάνουν την ευλυγισία τους, εκείνος προσπάθησε να μάθει πιάνο, θεωρώντας, ίσως, πως με αυτό τον τρόπο θα τιμούσε την πεθαμένη γυναίκα του. Φυσικά αποτυχία!
 Κάποια μέρα το πανεπιστήμιο τον αναγκάζει (αυτός δεν έχει καμία όρεξη για δουλειά) να πάει στη Νέα Υόρκη και να παρουσιάσει μια οικονομική εργασία για τον τρίτο κόσμο. Χωρίς να το καταλάβει το κοντέρ άρχισε να παίρνει γρήγορες -και σωστές- στροφές. Μόλις πατήσει το πόδι του στη Νέα Υόρκη και ανοίξει το εκεί σπίτι του ανακαλύπτει πως δυο άτομα του τρίτου κόσμου, ένας Σύριος και μια μαύρη, που μου διαφεύγει η χώρα προέλευσης (δεν έχει άλλωστε σημασία) έχουν κάνει, κατά κάποιον τρόπο, κατάληψη.
 Αν η ταινία συναντούσε τον καθηγητή μερικά χρόνια νωρίτερα, πριν ακόμα μπει στη διαδικασία να ανακαλύψει το πραγματικό νόημα της ζωής του, είναι σίγουρο, θα πέταγε έξω από το σπίτι του το ζευγάρι. Σίγουρο, επίσης, είναι πως θα φώναζε την αστυνομία για τα περαιτέρω. Σε αυτή τη φάση της ζωή του, όμως, έχει γίνει διαλεκτικός (και περίεργος). Ζητάει από το ζευγάρι να μείνει μαζί του (μέχρι να βολευτούν κάπου). Μάλιστα του το ζητάει επίμονα, σχεδόν παρακλητικά.
Το ζευγάρι μένει και σιγά-σιγά γεμίζει και το άλλο κομμάτι της ζωής του καθηγητή (η πράξη). Όλες οι οικονομικές θεωρίες του για τον τρίτο κόσμο, στην πράξη, βγαίνουν σκάρτες! Η ζωή (πραγματικότητα) είναι τελείως διαφορετική από αυτή που διδάσκει στο πανεπιστήμιο. Η «βοήθεια» των «πολιτισμένων» και οικονομικά ανεπτυγμένων χωρών, δεν είναι παρά μια απάτη. Η μεταχείριση αυτών των χωρών -και των ανθρώπων- είναι η χειρότερη. Ένα διαρκές κυνήγι (πέρα από την κλοπή των πρώτων υλών). Η Αμερικάνικη αστυνομία (αστυνομία χώρας που «βοηθάει» τον τρίτο κόσμο) συλλαμβάνει τον Σύριο λαθρομετανάστη και του συμπεριφέρεται σαν σκουπίδι. Ο καθηγητής, που δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που γίνεται, «αφού το παιδί είναι εξαιρετικός χαρακτήρας, αγαπάει τη φίλη του, σέβεται τη μητέρα του, νοιώθει υποχρέωση για τον καθηγητή (στον οποίο δίδαξε τύμπανο), για την Αμερική που τον φιλοξενεί», ξεσηκώνεται και αρχίζει μια εκστρατεία για να μην τον απελάσουν.  
Φυσικά μάντευε το αποτέλεσμα! Το κέδρος, ωστόσο, είναι πως σώθηκε ένας άνθρωπος. Ο καθηγητής! Η επαφή του με την πραγματικότητα, με την φασιστική συμπεριφορά της πατρίδας του, τον συνειδητοποιεί. Φυσικά, δεν φτάνει στα «άκρα». Παραμένει αστός (για την ώρα). Ένα δεύτερο «τυχαίο» γεγονός ίσως να τον πάει ένα ακόμα βήμα κοντύτερα στην αλήθεια.
Παίζουν: Ρίτσαρντ Τζένκις, Χάαζ Σλέϊμαν, Ντανάϊ Τζεκεσάϊ Γκουρίρα, Χιάμ Αμπάς, Πατρίτσια Κλάρσον.

ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ
Νικολάϊ Λεμπέντεφ

6-asteri

Βρισκόμαστε στα 1944, στο μέτωπο της Πολωνίας. Μια ομάδα νεαρών σοβιετικών ανιχνευτών παίρνει εντολή να διεισδύσει στις γραμμές των Γερμανών και με τον ασύρματο να στείλει χρήσιμες πληροφορίες. Στην ίδια αποστολή, δυο προηγούμενες ομάδες αποδεκατίστηκαν. Είναι σχεδόν βέβαιο πως και αυτή η ομάδα θα έχει το ίδιο τέλος. Ωστόσο το πατριωτικό χρέος ξεπληρώνεται με θυσίες. Οι νεαροί ανιχνευτές θα χορέψουν και αυτοί το δικό τους χορό.
«Το Αστέρι», πέρα από το καθαρά κινηματογραφικό ενδιαφέρον του, το οποίο δεν είναι καθόλου αμελητέο, το αντίθετο μάλιστα, παρουσιάζει και ένα ειδικό πολιτικό ενδιαφέρον. Η ταινία γυρίστηκε το 2002, από τη νέα τάξη πραγμάτων της Ρωσίας, από το πασίγνωστο στούντιο «Μόσφιλμ», το οποίο είχε θριαμβεύσει στα παραγωγικά χρόνια του σοσιαλισμού, και αναφέρεται σε ένα αληθινό πολεμικό επεισόδιο στη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Και εκεί, ακριβώς, βρίσκεται το πολιτικό ενδιαφέρον. Στο γεγονός, δηλαδή, πως η σημερινή καπιταλιστική Ρωσία γυρίζει μια ταινία που αναφέρεται στα χρόνια του σοσιαλισμού, ενώ, παράλληλα, κάνει ό,τι μπορεί για να συκοφαντήσει το σοσιαλισμό.
Οι δηλώσεις, δε, του σκηνοθέτη της ταινίας, έρχονται και περιπλέκουν ακόμα περισσότερο τα πράγματα. «Την τελευταία δεκαετία έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι δεν καταλάβαμε ποιος κέρδισε τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο», δηλώνει. «Στην Ευρώπη μαθαίνουν πως τον κέρδισαν οι Αμερικάνοι. Στη σημερινή Ρωσία η νεολαία επηρεασμένη από τις αμερικάνικες ταινίες που κατακλύζουν την αγορά μας, έχει μπερδευτεί, με αποτέλεσμα να αγνοεί το έργο των πατεράδων τους και τη μεγάλη νίκη».
Αποκαθιστά η ταινία τα πράγματα; Μερικώς! Ο κορμός της είναι ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, οι θετικοί ήρωες, οι γεμάτες σεβασμό και αγάπη ανθρώπινες σχέσεις, ο αλτρουϊσμός, η αλληλεγγύη, ο πατριωτισμός. Μέχρις εκεί, όμως! Σε καμία στιγμή δεν μας λέει τίνος πολιτικού συστήματος ήταν αυτοί οι άνθρωποι, που είχαν αυτές τις συμπεριφορές. Σχεδόν αποσιωπάται η σοσιαλιστική πατρίδα και ο ρόλος του κομμουνιστικού κόμματος της ΕΣΣΔ στην καθοδήγηση αυτού του πολέμου.  
Αυτή η αποσιώπηση είναι μέσα στα γενικά σχέδια της σημερινής πολιτικής ηγεσίας της Ρωσίας ή στους συμβιβασμούς που υποχρεώθηκε να κάνει ο σκηνοθέτης για να γυρίσει την ταινία του; Αυτό θα το μάθουμε στην άλλη ζωή. Εκείνο, ωστόσο, που βγάζει η ίδια η ταινία, και ξεπερνάει τις όποιες ενδεχόμενες σκοπιμότητες, είναι ένας βαθύς ανθρωπισμός, μια αυταπάρνηση, μια απέραντη τρυφερότητα, μια μεγάλη διάθεση θυσίας. Είναι πολλές στιγμές μέσα στην ταινία που αυθόρμητα σχηματίζεις την εντύπωση ότι παρακολουθείς μια παλιά σοβιετική ταινία, στην οποία ο έρωτας είναι έρωτας όμορφος και ολοκληρωμένος, η αυταπάρνηση των στρατιωτών στο ακέραιο. Η ταινία, λοιπόν, είναι θετική.
Παίζουν: Ιγκόρ Πετρένκο, Εκατερίνα Βουλιτσένκο, Αλεξέϊ Πανίν, Αρτέμ Σεμακίν, κ.ά.

THE INTERNATIONAL
Τομ Τίκβερ

Layout 5

 Ένας ακέραιος πράκτορας της Ιντερπόλ και μια ακεραία βοηθός εισαγγελέας του Μανχάταν, έχουν μυριστεί ότι μια πολυεθνική τράπεζα έχει ανοίξει πολλές και διάφορες σκοτεινές δοσοληψίες με πολλές και διάφορες κυβερνήσεις του κόσμου (δεν έγινε καμία αναφορά στη δική μας κυβέρνηση). Ο πράκτορας και η βοηθός εισαγγελέα θα πάρουν το ζήτημα τελείως προσωπικά. Θα ριχτούν με τα μούτρα στη δουλειά για να πιάσουν τους τραπεζίτες και να τους οδηγήσουν στη δικαιοσύνη.
 Θα μου πείτε γίνονται αυτά τα πράγματα στη ζωή; Και θα σας πω, πως αυτά τα πράγματα δεν γίνονται (πιστευτά) ούτε στον κινηματογράφο. Έστω και αν υποστηρίζονται από μια μεγάλη παραγωγή, από ένα καλό (στο είδος) σκηνοθέτη και από πειστικούς ηθοποιούς. Εμένα το μόνο πράγμα που μου έμεινε από την ταινία ήταν μερικές σκηνές δράσης πολύ καλά γυρισμένες, όπως η σκηνή στην γκαλερί μοντέρνας τέχνης, όπου δεν έμεινε κολυμπηθρόξυλο! Τίποτα άλλο.
Παίζουν: Κλάϊβ Όουεν, Ναόμι Γουότς, Αρμίν Μίλερ-Σταλ, Μπράϊαν Ο΄Μπερν.

παιζονται ακομα

• «Άσε το Κακό να Μπει», του Σουηδού Τόμας Άλφρεντσον. 3-kako2

Η ταινία έχει αποσπάσει του κόσμου τα βραβεία από δευτερεύοντα φεστιβάλ, τα περισσότερα, δυστυχώς, από τους κριτικούς. Πράγματι, το «Άσε το Κακό να Μπει», μπορεί να ξεγελάσει ή να εντυπωσιάσει! Έχει άψογη σκηνοθεσία, σπάνιας πλαστικότητας κάδρα, εξαιρετικούς φωτισμούς, πολύ καλή ατμόσφαιρα. Το περιεχόμενο; Αφήστε το καλύτερα! Ένα άρρωστο θρίλερ του κερατά στο οποίο μάλιστα παίζουν -και δολοφονούν και δολοφονούνται- παιδιά!
 Εάν θεωρείται τέχνη ένα δεκάχρονο κορίτσι -και δεν ήταν το μόνο- να πηδάει πάνω σε ανθρώπους και να τους ρίχνει κάτω για να τους πιει το αίμα. Ή να βλέπεις έναν τύπο να κρεμάει ανάποδα ένα άλλο παιδί, να του σχίζει την καρωτίδα και να μαζεύει σε ένα γουβά το αίμα του (για να το πιει, ίσως, με το πρωινό του)! Τότε δικαίως το βράβευσαν οι κριτικοί και συγχαρητήρια.
Παίζουν: Κάρε Χάντεμπραντ, Λίνα Λεάντερσον, Περ Ράγκναρ, Χάνρικ Νταχλ, κ.ά.

• «Καταδίωξη στο Βουνό των Μαγισσών», του Άντι Φίκμαν». RACE TO WITCH MOUNTAIN

Το κεντρικό θέμα της ταινίας έχει γυριστεί σε δυο συνέχειες στη δεκαετία του ΄70. Η τρίτη εκδοχή, η σημερινή, υποστηρίζεται και από σύγχρονη τεχνολογία. Και γίνεται, πράγματι, μια χορταστική περιπέτεια για παιδιά (δεν κυριολεκτώ, δεν φταίνε σε τίποτα τα παιδιά).
Δυο παιδιά από το διάστημα συνεργάζονται με Αμερικάνο ταξιτζή και σώζουν τον κόσμο! Μην ξαφνιάζεστε. Η ταινία είναι «επιστημονικής» φαντασίας.
Παίζουν: Ντουέϊν Τζόνσον, Άννα-Σοφία Ρομπ, Αλεξάντερ Λούντβιγκ, Κάρλα Γκουτζίνο, κ.ά.

οι ελληνικες

• «Ο ΑΡΣΙΒΑΡΙΣΤΑΣ & Ο ΑΓΓΕΛΟΣ», της Ελένης Αλεξανδράκη.

5-arsivaristas

Δεν φτάνει ούτε ο Παπαδιαμάντης, ούτε η Νισύρια Καρπαθάκη, ούτε η Γαλλίδα Τιβέλ, ούτε, ακόμα, οι καλές προθέσεις της σκηνοθέτιδας, για να γίνει μια καλή, άντε υποφερτή, ταινία. Θέλει όλα αυτά (τα κείμενα) μαζί με τις αγνές προθέσεις της σκηνοθέτιδας, να γίνουν ένα ενιαίο σενάριο, να ξέρει ο κόσμος τι παρακολουθεί. Στη συνέχεια να υπάρξει μια ενιαία σκηνοθετική ματιά. Και τρίτον -μέγιστο σε πολλές περιπτώσεις- οι ηθοποιοί να μην «απαγγέλουν» σαν ερασιτέχνες, έστω και αν παριστάνουν τους ερασιτέχνες. Στον αρσιβαρίστα δεν διακρίθηκε, στην πραγματικότητα δεν διασώθηκε, ούτε ένας ηθοποιός.
 Έτσι, για να μην παρεξηγηθούμε, θυμίζουμε πως ερασιτέχνες ηθοποιοί παίζουν και στην ταινία του Πέρι Όγκντεν, «Το Κορίτσι Ταξιδιώτης». Εκείνοι οι ερασιτέχνες ηθοποιοί χώθηκαν μέσα στο ρόλο τους και ήταν αληθινοί. Στην ταινία της Αλεξανδράκη κανένας δεν πίστεψε ή δεν κατάλαβε τι έκανε, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα χάος. Ένας χάος που κατάστρεψε κάθε καλή πρόθεση.
Παίζουν: Λυδία Κονιόρδου, Αγλαϊα Παπά, Ασπασία Κράλλη, Γιωργής Τσαμπουράκης, Ερμής Μαλκότσης, κ.ά. καθώς και κάτοικοι της Νισύρου.  

•  «Σούλα Έλα Ξανά», του Βασίλη Μυριανθόπουλου.

6-soyla

Δεν είδα την ταινία, δεν θα εκφέρω γνώμη, παρ΄ ό,τι έχω τις «πληροφορίες» μου και γνωρίζω! Θα αφήσω την ίδια την ταινία να σας συστηθεί: Η Σούλα Σαρημπουγιούκη, λοιπόν,  φοράει Σανέλ νούμερο 19 από τα δεκαπέντε της. Είναι τριάντα ετών, πια, ανεξάρτητη και κατά του γάμου.  Σήμερα έχει γενέθλια και πρέπει να πάρει τις αποφάσεις της. Υπάρχουν τέσσερις υποψήφιοι γαμπροί, παλαιοί έρωτες της Σούλας. Η τύχη, ωστόσο, έχει άλλα σχέδια.
 Συγκρίνεται το θέμα της, για τη φόρμα δεν γίνεται συζήτηση, με την ελληνική πραγματικότητα και βγάλτε τα συμπεράσματά σας. Δική σας η ευθύνη.
Παίζουν: Ζέτα Μακρηπούλια, Μίνα Αδαμάκη, Σόφη Ζανίνου, Μιχάλης Μαρίνος, Μάνος Γαβράς, κ.ά.





Κριτική Κινηματογράφου

12 03 2009

Κριτική Ταινιών 12-3-09
Για την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Από το Νίκο Αντωνάκο

ΤΡΕΙΣ ΠΟΛΥ ΚΑΛΕΣ
ΚΑΙ ΤΡΕΙΣ ΠΟΛΥ ΚΑΚΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ!

 To «Παγωμένο Ποτάμι», της Κόρτνεϊ Χαντ, που παρακολουθεί τη ζωή μιας παρατημένης γυναίκας, η οποία φτάνει στα άκρα για να θρέψει τα παιδιά της, είναι ο απόλυτος κινηματογραφικός ρεαλισμός. Δυστυχώς, η δημιουργός της δεν άντεξε το βάρος της απόλυτης αλήθειας και υπέκυψε σε «γλυκό» φινάλε!  Πάντως είναι μια θαυμάσια ταινία. 
 Η ταινία του Γιαπωνέζου Γιοτζίρο Τακίτα, «Departures», που κέρδισε το Όσκαρ ξένης ταινίας στην πρόσφατη απονομή των Όσκαρ, είναι μια θαυμάσια άσκηση κινηματογραφικού ύφους και ένα υψηλό μάθημα σκηνοθεσίας (και ανθρωπιάς). Η ιεροτελεστία και ο σεβασμός στο νεκρό ανακουφίζει, τελικά, τον πόνο του χαμού. Ποιότητα και σκέψη για ένα θέμα ταμπού. Το θάνατο!   
 Εξαιρετική αισθητική και ιδιαίτερα προσεχτική σκηνοθετική ματιά διαθέτει και το δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου, «Τη Νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα Συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη». Μια φαντασιακή συνάντηση δυο φανταστικών ποιητών! Λείπει, ωστόσο, το περιβάλλον, ο χώρος και ο χρόνος, η πηγή έμπνευσης των ποιητών.   
 Μετά τα τρία μικρά αριστουργήματα ξαναπέφτουμε στο φασισμό της εικόνας, στο ιδεολογικό χάος και στις μετριότητες! «Watchmen», του Ζακ Σνάϊντερ. Μια φασιστική αερολογία, με τη μορφή του κόμικ, που σε εξαντλεί (162΄!). «Κοίτα τι Έγινε», του Μπάρι Λέβινσον. Πολλοί και καλοί ηθοποιοί σε μια αδιάφορη δραματική, υποτίθεται, ταινία. Το Χόλυγουντ και τα καθημερινά προβλήματα των ανθρώπων του, υποτίθεται! Οι «Δύο Έρωτες», του Τζέϊμς Γκρέϊ είναι, επίσης, αδιάφορη και κουραστική ταινία. Νεαρός άντρας, που αντιδρά σαν παιδί (τελείως αψυχολόγητα) μας ταλαιπωρεί με τους ανούσιους έρωτές του.

ΠΑΓΩΜΕΝΟ ΠΟΤΑΜΙ
Κόρτνεϊ Χαντ 
 

5-blog-potami

 Στις μέρες μας σε όλο τον «πολιτισμένο» κόσμο, και φυσικά και στον τόπο μας, πολύς λόγος γίνεται για την εγκληματικότητα και τους εγκληματίες! Για την αύξηση της εγκληματικότητας και για την σκληρότητα των σημερινών εγκληματιών. Στο «Παγωμένο Ποτάμι» ο θεατής θα πάρει μερικές χρήσιμες απαντήσεις. Και θα διαπιστώσει, τελικά, πώς -και πόσο- η εγκληματικότητα και η σκληρότητα των εγκληματιών είναι άρρηκτα δεμένα με την ταξική κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε. Όσο περισσότερα και μεγαλύτερα είναι τα «άλυτα» προβλήματα, τόσο περισσότερο αναπτύσσεται το έγκλημα και τόσο σκληρότερο γίνεται. 
 Ένα λαϊκό ζευγάρι με δυο παιδιά. Ο πατέρας σε κάποια φάση της σκληρής ζωής του καταφεύγει στο τζόγο, ελπίζοντας να «του βγει» και να απελευθερωθεί από τα αβάσταχτα βάρη. Το λούκι, ωστόσο, μέσα στο οποίο μπήκε, αντί να τον ανακουφίσει, όπως ήλπιζε, τον φόρτωσε, όπως είναι φυσικό, με μεγαλύτερο άγχος και τον οδήγησε σε μεγαλύτερο αδιέξοδο. Μια μέρα, μην έχοντας, πια, άλλες ελπίδες, έχοντας ολοκληρωτικά ηττηθεί, τους εγκαταλείπει όλους και φεύγει…
 Η μάνα, μια θαυμάσια μάνα (Α΄ βραβείο ερμηνείας), ούτε διανοείται να φύγει (παρ΄ ό,τι όλα την  οδηγούν στο δρόμο που χάραξε ο άντρας της). Όχι μόνο θα μείνει, αλλά θα αγωνιστεί για να μη λείψει τίποτα από τα παιδιά της. Το μεγαλύτερο (15 χρόνων) θέλει να δουλέψει για να βοηθήσει. Εκείνη του απαγορεύει κάθε σκέψη. Ξέρει πως τα γράμματα είναι, ίσως, κάποια απάντηση. Διατάζει, λοιπόν: εσύ σχολείο και τον μικρότερο αδερφό σου, και εγώ τα υπόλοιπα!
 Τα υπόλοιπα, όμως, σε μια άγρια ταξικά κοινωνία, στα σύνορα ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και στον Καναδά, στην άθλια αμερικάνικη επαρχία, όπου κυριαρχεί και βασιλεύει το καπιταλιστικό «ο σώζων εαυτόν σωθείτω», όπου οι διάφορες «κρίσεις» φορτώνονται άδικα πάνω στους εργαζόμενους, όπου η ανεργία και το φθηνό μεροκάματο επιβάλλεται με το ζόρι και με την αστυνομία, όπου ο συνδικαλισμός και η οργάνωση της εργατικής τάξης είναι παντελώς άγνωστα, είναι πάρα πολλά για έναν άνθρωπο και μάλιστα για μια γυναίκα! Και κάθε μέρα προστίθενται καινούρια. Η μάνα σαν τρελή δίνει τις μάχες της. Κάποια στιγμή, κυνηγημένη από θεούς και δαίμονες, χωρίς ούτε καν να το καταλάβει, βρίσκεται με ένα μικρό μάτσο λεφτά στα χέρια της. Λεφτά που, αμέσως, λύνουν άκρως επείγουσες ανάγκες (έσωσε το τροχόσπιτο στο οποίο ζούνε από κατάσχεση)!
 Τα λεφτά, βέβαια, δεν πέφτουν ποτέ από τα δέντρα. Το μεροκάματο όταν -και αν το έχεις- μόλις και φτάνει για συντήρηση (δεν εξοφλείται το χρέος για το σπίτι). Η μάνα, η οποία δουλεύει ωρομίσθια και τα χρήματα είναι ελάχιστα, χωρίς καν να το καταλάβει βρίσκεται να μεταφέρει στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου της λαθρομετανάστες. Μόλις συνειδητοποιεί την πράξη της υποχωρεί και θέλει να φύγει. Οι δανειστές και οι υποχρεώσεις ίδιες κάργιες και φίδια είναι έτοιμα να την κατασπαράξουν. Υπόσχεται στον εαυτό της να παραμείνει μέχρι να τους εξοφλήσει και να εξασφαλίσει στα παιδιά της ένα ανθρώπινο παρόν (για το μέλλον δεν τίθεται καν θέμα)! Και, χωρίς και αυτή να το καταλάβει, όπως και ο άντρας της, άλλωστε, πέφτει σε βαθύτερο λούκι. Αντί να σώσει τα παιδιά της τα βάζει σε μεγαλύτερες δοκιμασίες.
 Ωμός ρεαλισμός, ωμή αλήθεια. Από μια πρωτοεμφανιζόμενη σκηνοθέτιδα. Η οποία, όμως, δυστυχώς, δεν άντεξε! Αντί να αφήσει την αλήθεια να ολοκληρώσει το έργο της παρενέβη η ίδια και έδωσε «αισιόδοξο» και «ελπιδοφόρο» φινάλε! Το οποίο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί, κάτω, όμως, από προϋποθέσεις (που δεν υπήρχαν στην ταινία). Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός με τους θετικούς ήρωες είναι μια… μέθοδος η οποία στηρίζεται σε άλλες αναλύσεις. Δίπλα στη μάνα της ταινίας, εξαιρετική ερμηνεία της Μελίσσα Λίο, δεν υπήρχε τίποτα που να συνηγορεί στη νίκη της. Τα «λαχεία» και οι «από μηχανής θεοί» δεν είναι πασπαρτού για να χωρούν σε όλες τις τραγωδίες. Εδώ, στη δική της περίπτωση, απαιτείτο η οριστική ρήξη. Ή ολοκληρωτική παράδοση στο έγκλημα ή επανάσταση…
 Παρ΄ όλα αυτά η ταινία βογκάει! Ο θεατής βογκάει! Σε αυτή την απελπισμένη συμφωνική κραυγή που βγαίνει στην οθόνη, πρώτο βιολί είναι η εξαιρετική σκηνοθεσία, δεύτερο η θαυμάσια κλειστοφοβική φωτογραφία, κρουστά είναι τα απέραντα χιονισμένα και κρύα (παγωμένα) τοπία, τσέλο οι άριστες πρώτες  ερμηνείες, κορνέτες τα δεύτερα και τα τρίτα πρόσωπα, φλάουτα η μητρότητα (η οποία τονίζεται σε αρκετές περιπτώσεις στην ταινία)…    
 Πηγαίνετε να τη δείτε! Τις όποιες ελλείψεις της συμπληρώστε τις εσείς. Ο θεατής δε είναι παθητικός δέκτης. Με τις γνώσεις του και τις ευαισθησίες του ολοκληρώνει τα κενά, που από ατολμία ή από άγνοια παρουσιάζονται. Εκεί που έχει δυσκολίες είναι όταν υπάρχουν σκοπιμότητες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, θέλω να πιστεύω, πως έχουμε πολιτικές και ιδεολογικές ελλείψεις και όχι σκοπιμότητες!
Παίζουν: Μελίσσα Λίο, Μίστι Άπχαμ, Τσάρλι ΜακΝτέρμοτ, Μαρκ Μπουν Τζούνιορ, Μίκαελ Ο΄Κίφ, κ.ά.

DEPARTURES
Γιοτζίρο Τακίτα

1-blog-departures-2

Από τα πρώτα της χρόνια η ανθρώπινη σκέψη απασχολήθηκε με το θάνατο. Από τα πρώτα του βήματα ο ανθρώπινος πολιτισμός απασχολήθηκε με τη συμπεριφορά της ανθρώπινης κοινωνίας απέναντι στο νεκρό. Όλες οι ιστορικές περίοδοι, ανάλογα με την πολιτιστική στάθμη τους, που ήταν αποτέλεσμα πολλών παραγόντων, τίμησαν τους νεκρούς τους (με τις δικές τους, ξεχωριστές, τελετές). Αυτό το μαρτυρούν οι ναοί, τα μνημεία, τα ποιήματα, τα τραγούδια, τα μοιρολόγια, οι τελετουργίες της ταφής, κλπ.
 Οι Ιάπωνες, βέβαια, λαός πειθαρχημένος και τελετουργικός, λαός με σεβασμό στις παραδόσεις του, γεμάτος αξίες και λεπτές συμπεριφορές εκτός από περιόδους decadence (απολυταρχίες, φεουδαρχίες, φασισμούς, μονοπωλιακό καπιταλισμό,  κλπ), που επικράτησαν και επικρατούν άγρια ένστικτα, έδειξε και δείχνει μεγάλο σεβασμό στο νεκρό. Το ίδιο κάνει και η ταινία του πολύ καλού γιαπωνέζου δημιουργού Γιοτζίρο Τακίτα. Ανάγει την ταφή (το κάψιμο της σωρού για την ακρίβεια) σε μια εξαιρετικής αισθητικής μυσταγωγία. 
 Μια ορχήστρα διαλύεται (για οικονομικούς λόγους). Ένας νεαρός τσελίστας, παντρεμένος με μια τρυφερή νεαρή γυναίκα που τον υπεραγαπάει, βρίσκεται χωρίς δουλειά. Για να τα φέρουν βόλτα γυρίζουν στην επαρχία, όπου υπάρχει το πατρικό σπίτι (και δεν θα πληρώνουν νοίκι). Εκεί ο νεαρός τσελίστας, που έρχεται σε επαφή με το παρελθόν του και ανακαλύπτει παλιές και νέες αξίες, βρίσκει μια δουλειά που «κανένας δεν θέλει να κάνει». Προσλαμβάνεται να πλένει, να καθαρίζει σωστότερα, νεκρούς! Να τους ετοιμάζει για το «μεγάλο ταξίδι».
 Και ο ίδιος στην αρχή αντιδρά. Κρύβει από τη γυναίκα του τι δουλειά κάνει. Δεν έχει, ακόμα, αποχτήσει συνείδηση της αποστολής του. Ντρέπεται! Ο άνθρωπος, όμως, που τον προσέλαβε, και τον μαθαίνει τη «δουλειά», είναι ένας καλλιτέχνης! Ένας φιλοσοφημένος καλλιτέχνης και άνθρωπος που σέβεται το έργο του. Το κοινωνικό έργο του. Έτσι η δουλειά του παίρνει άλλες διαστάσεις. Τα χέρια του χαϊδεύουν, αποδίδουν τιμές, βγάζουν συναισθήματα. Ο κόπος του είναι κοινωνικά ωφέλιμος. Όπως όλες οι εργασίες, άλλωστε. Ιδιαίτερα οι «δύσκολες» εργασίες. Αυτές που απαιτούν αφοσίωση.
 Ο Τσελίστας σιγά-σιγά ανακαλύπτει το καινούριο ταλέντο του. Βλέπει ότι και εδώ έχει να κάνει με νότες, με κινήσεις που βγάζουν ήχους και μουσικές. Και εδώ είναι χρήσιμος και προσφέρει σεβασμό και συγκίνηση. Τα χέρια του, πια, χαϊδεύουν τα άψυχα κορμιά με την ίδια τρυφερότητα και ευαισθησία που χάιδευαν τις χορδές του τσέλου. Οι πράξεις του, το αποτέλεσμα της προσφοράς του, ο σεβασμός στο νεκρό είναι το ίδιο μεγάλος, όσο και οι μελωδίες που έπαιζε. Και τώρα παθιάζεται με αυτό που κάνει. Παθιάζεται τόσο πολύ που δεν διστάζει να χωρίσει με τη γυναίκα, την οποία αγαπάει, αφού εκείνη δεν μπορεί να κατανοήσει την ευχαρίστηση που παίρνει και δίνει καθαρίζοντας νεκρούς, φτιάχνοντάς τους όμορφους, έτσι που να μην προκαλούν τρόμο και να μένουν, για πάντα, ελκυστικοί στη μνήμη των συγγενών.
 Μπορεί να είναι και αλληγορική η ταινία (ο καθένας αρπάζει από την τέχνη ό,τι αυτός έχει ανάγκη)! Όμως, και ρεαλιστικά να δει κάποιος τις «Αναχωρήσεις», δεν είναι λίγα τα κέρδη που έχει να αποκομίσει. Οι ανθρώπινες δραστηριότητες, όταν και αν αξιολογηθούν σωστά, χωρίς εμπορευματικά και άλλα παρόμοια κριτήρια, έχουν πάντα την αξία τους και το μέγεθός τους. Η προσφορά του καθένα, όταν είναι ανιδιοτελής και αποδίδει σεβασμό, είναι πάντα ένα έργο τέχνης.     
 Όμως, πέρα από το θέμα, το οποίο είναι πρωτότυπο και, σχεδόν, μοναδικό, η ταινία παραδίδει και μαθήματα υψηλής σκηνοθεσίας! Είναι τέτοια η ψιλοβελονιά του Ιάπωνα δημιουργού που ο θεατής, από κάποιο σημείο και μετά, παύει να σοκάρεται από την ιστορία που παρακολουθεί και αφοσιώνεται στην αφήγηση. Σοφές θέσεις μηχανής, εξαιρετικά κάδρα, σπάνιοι χρόνοι στις εναλλαγές των πλάνων, πολύ ευαίσθητες ερμηνείες, προπαντός του «δασκάλου», «ήσυχες» μουσικές, πολύ καλή φωτογραφία, μοναδική ατμόσφαιρα. Είναι υπερβολή, αλλά είναι αλήθεια, δεν υπάρχουν ψεγάδια στην αφήγηση.
Παίζουν: Μασαχίρο Μοτόκι, Ριγιόκο Χιροσούϊ, Τσουτόμου Γιαμαζάκι, Κιμίκο Γιό, κ.ά.

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ Ο ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΒΑΦΗ.
Στέλιου Χαραλαμπόπουλου

6-blog-kabafis

 Εξαιρετική σύλληψη! Δυο μεγάλοι ποιητές, ο δικός μας Κωνσταντίνος Καβάφης και ο Πορτογάλος Φερνάντο Πεσσόα, δικός μας, επίσης (γιατί όχι;), δυο ποιητές με κοινές πηγές έμπνευσης και κοινές ιδιαιτερότητες, οι οποίοι, ενώ έζησαν την ίδια χρονική περίοδο και είχαν τις ίδιες ανησυχίες, δεν έτυχε ποτέ να ανταμώσουν προσωπικά ή, έστω, δι΄ αλληλογραφίας! Η ποίησή τους, όμως, η οποία δεν έχει γεωγραφικούς περιορισμούς και είναι απλωμένη στις θάλασσες και στις απέραντες εκτάσεις του ανθρώπινου μυαλού και των ανθρώπινων συναισθημάτων, και ερήμην των ίδιων των ποιητών, είχε ανταμώσει πολλές, μα πάρα πολλές φορές! Είναι τόσο οικείες και τόσο φιλικές (αισθητικά και θεματολογικά) μεταξύ τους.
 Την παράληψη της ιστορίας να γνωρίσει τον έναν ποιητή στον άλλον, ήρθε να διορθώσει ο δημιουργός του δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ, «Τη Νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα Συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη», Στέλιος Χαραλαμπόπουλος. Ο καλός Έλληνας δημιουργός «ψάχνοντας» μια άλλη ιστορία, την ιστορία του Βασίλη Καπόπουλου, συνάντησε στις σημειώσεις του λαϊκού αυτού Αρκάδα μετάσταση στην Αμερική, τα ονόματα των δυο μεγάλων ποιητών. Πάνω σε αυτή την «αναφορά» χτίστηκε η κινηματογραφική (ποιητική αδεία) συνάντηση.
 Και οι τρεις (Καβάφης, Πεσσόα, Καπόπουλος), ταξίδευαν, δήθεν, με το υπερωκεάνιο «Σατούρνια» (Ποσειδών) για τον Νέο Κόσμο (Αμερική). Ο Καπόπουλος, ο οποίος δεν ήξερε ποιους «διευκόλυνε» να γνωριστούνε, ήταν η αφορμή της συνάντησης. Από σύμπτωση γνώρισε ξεχωριστά τους δυο ποιητές. Σε κάποια φάση ανέλαβε τις συστάσεις (και κράταγε ημερολόγιο).
 Μέχρις εδώ όλα ήταν και λειτούργησαν άψογα στην ταινία. Η αισθητική της, δεν είναι υπερβολή, αγγίζει την αισθητική των ποιητών. Η σκηνοθεσία είναι και αυτή εμπνευσμένη. Εκεί που πάσχει η ταινία, και πάσχει πράγματι, είναι στην ιδεολογία! Παραθέτει κάποια ποιήματα των ποιητών και με αυτές τις φτωχές αναφορές προσπαθεί να δώσει το στίγμα -και τις αγωνίες- των δυο μεγάλων τσουρουφλισμένων και, εν πολλοίς, τραγικών ποιητών. Ο κινηματογράφος δεν αρέσκεται στα λόγια. Η δική του γλώσσα είναι η εικόνα. Η οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, έλειπε! Πουθενά ο θεατής δεν ήρθε σε επαφή με τις πηγές έμπνευσης. Πουθενά δεν υπήρχε εικόνα του χρόνου και του τόπου. Και ήταν τόσο γιομάτες από Εικόνες οι αρχές του περασμένου αιώνα. Και ήταν τόσο «κινηματογραφικές» οι πηγές των ποιητών.
 Η συνάντηση, λοιπόν, ήταν πολύ κατώτερη της αξίας και των ενδιαφερόντων των δυο πονεμένων ποιητών! Οι κουβέντες τους, και η ρακί που ήπιανε χαριεντιζόμενοι, δεν φτάνουν για να δημιουργηθεί ο πόνος που τους ενώνει! Δεν φτάνει για να γνωρίσει ο θεατής, ακόμα και ο μυημένος, τη βαθιά σκέψη και το «ξεχωριστό» των δυο μεγάλων αντρών. Η συνάντηση ήταν τόσο πεζή, που, σε καμία περίπτωση, δεν αντανακλά την πνευματικότητα και τις αγωνίες των δυο μεγάλων δημιουργών. 
Παίζουν: Μάκης Αρβανιτάκης (Καβάφης), Δημήτρης Οικονομίδης (Πεσσόοα), Όθων Μεταξάς

παιζονται ακομα

1. «Watchmen», του Ζακ Σνάϊντερ. Watchmen

Ό,τι και όποια δικαιολογία και να μου προβάλλουν, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να εκτιμήσω το «καλλιτεχνικό»
αυτό έργο! Επειδή πρόκειται για κόμικ, δεν σημαίνει πως πρέπει να είναι και ανόητο! Και πολύ περισσότερο, κρυπτοφασιστικό!
 Εντάξει η γραφή, έστω και με τη βοήθεια των κομπιούτερς, είναι αρκετά εντυπωσιακή! Από τεχνικό ενδιαφέρον μπορεί να απασχοληθώ για κάποιο διάστημα, παρακολουθώντας τις τεχνικές «επιτεύξεις», οι οποίες, τελικά, δεν είναι και τίποτα ιδιαίτερο. Η ταινία, όμως, διαρκεί 162΄ ολόκληρα λεπτά. Και, πιστέψτε με, μετά την πρώτη ώρα, για να καλμάρεις τα νεύρα σου, αρχίζεις να κόβεις βόλτες στους διαδρόμους.
 Κάποιοι γερασμένοι και συνταξιούχοι υπερήρωες, οι οποίο διαθέτουν «υπερφυσικές» δυνάμεις, αποφασίζουν να (ξανά)αναλάβουν δράση για να σώσουν τη γη που κινδυνεύει από τα ατομικά όπλα των σοβιετικών και την εγκληματικότητα των μεγάλων δυτικών πόλεων! Παρ΄ ό,τι υπερήρωες δεν μπορούν να αποφύγουν τα προσωπικά! Έτσι τη μια πλακώνονται μεταξύ τους και την άλλη σώζουν την ανθρωπότητα! Καλημέρα και έφεξε!
Παίζουν: Τζέφρι Ντιν Μόργκαν, Μάλιν Άκερμαν, Μάθιου Γκουντ, Κάρλα Γκουτζίνο, κ.ά.

2. «Κοίτα τι Έγινε», του Μπάρι Λέβινσον. 4-blog-egine

Όσο και να κοιτάξεις, δεν θα δεις τίποτα, γιατί δεν έγινε τίποτα! Ο Σον Πεν και ο Μπρους Γουίλις, που παίζουν
τους εαυτούς τους, συμμετέχοντας σε μια ψιλοαρπαχτή, στην οποία το κεντρικό πρόσωπο είναι ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, προσπαθούν, δήθεν, να μας διασκεδάσουν με τις αγωνίες και τις καθημερινότητες των χολιγουντιανών! 
 Αν δεν σεβόμουν τα ονόματα των πρωταγωνιστών θα μίλαγα ανοιχτά για απάτη! Μια απάτη που αποσκοπεί στο εισιτήριο (τόσα ονόματα μαζεμένα, είναι ιδανικός ντελάλης για το ταμείο). Στην πράξη, βέβαια, δεν γίνεται τίποτα! Ένας παραγωγός ταινιών, ενώ αγωνίζεται να πείσει τα στούντιο για τις ταινίες που παράγει και να «καλμάρει» τους σκηνοθέτες του για τις αλλαγές που απαιτεί στη δομή των ταινιών, έχει και τα προσωπικά του να τον απασχολούν (διατροφές με παλιές γυναίκες, έρωτες με τις καινούριες). Και, λοιπόν! «Και εμείς ερωτευτήκαμε, αλλά δεν… τρελλαθήκαμε» κιόλας, ούτε μας έκαναν και ταινία!
Παίζουν (ακόμα): Κάθριν Κίνερ, Κρίστεν Στίουαρτ, Στάνλεϊ Τούτσι, Τζον Τορτουρο,  Μάϊκλ Γουίνκοτ.

3. Δύο Έρωτες, του Τζέϊμς Γκρέϊ. 3-blog-erotes1

Ένα παιδοβούβαλο, ο καλός ηθοποιός Χοακίν Φίνιξ, άτομο, χωρίς ιδιαίτερο λόγο ψυχικά ταραγμένο, μετά από «πονηρό»
προξενιό των γονιών του, γνωρίζει μια απρόσωπη νοστιμούλα (Βανέσα Σο) και όλα δείχνουν ότι η γνωριμία θα έχει «ευτυχή κατάληξη». Ξαφνικά, όμως, μπαίνει στη ζωή του μια ξανθιά, όνομα και πράμα, η οποία είναι σπιτωμένη από παντρεμένο (Ελίας Κοτέας) και τους χαλάει τα σχέδια.
Στο τέλος, βέβαια, όπως γίνεται σε όλες τις ανόητες ταινίες, τα πράγματα θα επανέλθουν στους κανονικούς ρυθμούς. Η καλή κοπέλα θα κερδίσει τον καλό νέο και η ξανθιά θα πάρει τον συμπατριώτη μας Ελίας Κοτέας ο οποίος χώρισε, επιτέλους, τη γυναίκα του!  Έλεος, κύριοι!
Παίζουν (ακόμα): Γκουίνεθ Πάλτροου. Ιζαμπέλα Ροσελίνι.





Κριτική Κινηματογράφου

5 03 2009

Κριτική Ταινιών 5-3-09
Για την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Από το Νίκο Αντωνάκο

ΕΛΛΑΣ-ΤΟΥΡΚΙΑ-ΙΝΔΙΑ
ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΕΣ ΜΥΡΟΥΔΙΕΣ ΣΤΙΣ ΟΘΟΝΕΣ!

 Ενδιαφέρουσα εβδομάδα! Πρώτον, γιατί φέρνει μαζί της την πολυβραβευμένη (8 Όσκαρ, 4 χρυσές σφαίρες, 7 βραβεία BAFTA, κ.ά.), τρυφερή αμερικανοβρετανική ταινία του Ντάνι Μπόϊλ, «Slumdog Millionaire». Πρόκειται για μια πρωτότυπη, αλλά αντιφατική ταινία, με πολύ φαντασία, χιούμορ και πόνο. Δεν ξέρω, βέβαια, αν αξίζει όλα αυτά τα βραβεία και το θόρυβο που ξεσήκωσε, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία!
 Δεύτερον, γιατί φέρνει μαζί της τρεις αξιοπρεπέστατες ελληνικές ταινίες: α) «Σκλάβοι στα Δεσμά τους», του Τώνη Λυκουρέση. Η ταινία είναι φορτωμένη με 10 κρατικά βραβεία ποιότητας και, με πολύ γνώση και σεβασμό, μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το ομότιτλο κοινωνικό (σοσιαλιστικό) μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη. β) «Ισοβίτες», του Θόδωρου Μαραγκού. Μια σύγχρονη κοινωνική κωμωδία όπου περισσότερο πονάς παρά γελάς! γ) «Η Εαρινή Σύναξις των Αγροφυλάκων», του Δήμου Αβδελιώτη (επανέκδοσή -γυρίστηκε το 1999). Πρόκειται για ένα λυρικό λαϊκό κινηματογραφικό αφήγημα.
 Τρίτον, γιατί φέρνει μαζί της την πολύ όμορφη τούρκικη ταινία (ελληνοτουρκική παραγωγή) του Ρεχά Ερντέμ, «Μοναδική μου Ηλιαχτίδα». Η Τουρκία, απ΄ όπου και αν την δεις -και να την πιάσεις-, σε πληγώνει! Και, ωστόσο, κόντρα στα υπαρκτά και ανύπαρκτα ζητήματα που μπαίνουν ανάμεσά μας, μας είναι, αυτή και τα προβλήματά της, τόσο οικεία.
 Τέλος έχουμε και την… παραφωνία της εβδομάδας. Μιλάμε για την αδιάφορη και πληκτική φιλοζωϊκή ταινία του Ντέϊβιντ Φράνκελ, «Μάρλεϊ. Ένας Μεγάλος Μπελάς». Ο Μάρλεϊ είναι ένα σκυλί που κάνει διάφορα… χαριτωμένα και εμείς, υποτίθεται, χαζεύουμε!

SLUMDOG MILLIONAIRE
Ντάνι Μπόϊλ

1-blog-slumdog
 
Ο τίτλος στα Ελληνικά θα διαβάζονταν σαν ο «Ρακένδυτος Εκατομμυριούχος», ας πούμε! Πράγματι ο κορμός της ταινίας είναι ένας δεκαοχτάχρονος φτωχοδιάβολος, ο οποίος, σε κάποια στιγμή της τόσο μικρής και άθλιας ζωής του βρέθηκε, ξαφνικά και αναπάντεχα, να «αγωνίζεται» για όλη την πεινασμένη και πληγωμένη Ινδία, η οποία στο πρόσωπό του έβλεπε τον εξαθλιωμένο εαυτό της! Τον εαυτό της που πιστεύει, λαθεμένα, βέβαια, πως μόνον ένα «θαύμα» μπορεί να την σώσει από την πείνα, τις αρρώστιες, τα κυνηγητά και τους φόβους, να την ξεκολλήσει από τις λάσπες που ζει. Ένα «θαύμα», κάτι ακατόρθωτο δηλαδή! Μια τύχη! Ο πρώτος λαχνός του λαχείου ή κάτι παρόμοιο!
Ο μικρός Τζαμάλ Μαλίκ, ο κεντρικός ήρωας της ταινίας, αυτός ο πεινασμένος και αγράμματος σκελετός, ο πονηρός και γεμάτος εμπειρίες, χωρίς βάθος γνώσεων βέβαια, έφτασε έξω από την πόρτα της επιτυχίας. Μπροστά στο «θαύμα»! Μια τελευταία σωστή απάντηση στο τηλεπαιχνίδι που συμμετέχει, παρόμοιο με τα δικά μας άθλια και αποπροσανατολιστικά τηλεπαιχνίδια, και αντίο φτώχεια, αντίο κυνηγητά από την αστυνομία. Μια τελευταία σωστή απάντηση, στο πιο «επιτυχημένο» τηλεπαιχνίδι της Ινδίας, και καλημέρα έρωτα, καλημέρα ζωή! Το όνειρο του κάθε άμυαλου και αποπροσανατολισμένου φτωχού διαβόλου, δηλαδή! Των εκατομμυρίων ρακένδυτων ανθρώπων, που ποντάρουν στον τζόγο (και στο «θεό»), ελπίζοντας να κερδίσουν για να αλλάξει η ζωή τους!
 Τι είναι, τελικά, ο «Ρακένδυτος Εκατομμυριούχος»; Είναι κωμωδία, είναι μελό, είναι δράμα; Είναι όλα αυτά και άλλα πράγματα μαζί! Για όσους, βέβαια, έχουν καθαρά μάτια, η ταινία προσφέρει αρκετά σχόλια και αρκετές αναφορές. Κάθε πλάνο της θα μπορούσε να εκληφθεί και σαν καταγγελία. Αφού αυτός ο πανέμορφος λαός βρίσκεται διαρκώς στο στόχαστρο. Στο στόχαστρο της εκμετάλλευσης, των απειλών, των προκαταλήψεων, της θρησκείας, της αστυνομίας, αλλά και των ίδιων των σπλάχνων της, αφού δικά τους κομμάτια αρπάζουν τα κορίτσια και τα κάνουν πόρνες, τα αγόρια και τα κάνουν πάσης φύσης βαποράκια. Αυτό το καθημερινό κυνήγι τους αναγκάζει από τα γεννοφάσκια τους να σκαρφίζονται χιλιάδες διαολιές για να επιβιώσουν! Δεν είναι ζωή αυτή, αυτή είναι κόλαση.
 Αυτή την κόλαση ο ταλαντούχος και πολυβραβευμένος βρετανός σκηνοθέτης και παραγωγός Ντάνι Μπόϊλ, την κόλαση που την είδε, την διαπίστωσε και την αναγνώρισε, δεν θέλησε να την κάνει ρεαλιστική! Να την κάνει επαναστατική. Δεν θέλησε να την ερευνήσει και να την ερμηνεύσει. Δεν αναζήτησε τις αιτίες για τα φαινόμενα και τις συμπεριφορές! Δεν αναρωτήθηκε γιατί ο κόσμος πιστεύει πως μόνον το «θαύμα» μπορεί να τον σώσει! Ποιες λογικές τον σπρώχνουν στο τζόγο και στις ψεύτικες ελπίδες, αντί στον αγώνα, που είναι και ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος και δρόμος! (Τότε, βέβαια, θα μιλάγαμε για άλλη ταινία!)  
 Ο Ντάνι Μπόϊλ, για δικούς του λόγους, για λόγους που εμείς μπορούμε, φυσικά, να υποψιαστούμε (τα 8 Όσκαρ που κέρδισε η ταινία δεν είναι άσχετα με τις υποψίες μας), προτίμησε να πιάσει τη μπαγκέτα του λαϊκού σουρεαλισμού, ας ονομάσουμε έτσι τη γραφή του, ο οποίος λαϊκός σουρεαλισμός, τουλάχιστον στο πρώτο επίπεδο και όταν επιπροσθέτως και αποπροσανατολιστικά συνοδεύεται με «άφθονο» χιούμορ, με «λαϊκές» μουσικές, με χορούς, με έρωτες και χρώματα, όταν τελικά γίνεται ελαφρό μιούζικαλ δηλαδή, δεν πληγώνει, αφού υπάρχει η διέξοδος της υπερβολής και του γέλιου, έστω και αν μπροστά του διαδραματίζονται τραγωδίες,! Με αυτά τα εργαλεία ο βρετανός σκηνοθέτης μας διηγήθηκε την πράγματι πρωτότυπη ιστορία του (η οποία στηρίζεται στο βιβλίο «Q&A» του Βίκας Σουάραπ).
Όποιος από τους θεατές, βέβαια, έχει την ικανότητα και μπορεί να διαβάσει …σουρεαλιστικές εικόνες και μπορεί να αποκωδικοποιήσει τα μηνύματά τους, πολλά από τα οποία ξεπερνάνε και τους δημιουργούς τους, τότε η ταινία θα λειτουργήσει θετικά. Οι υπόλοιποι θεατές, αυτοί δηλαδή που διαβάζουν μόνον τα πρώτα επίπεδα, η μεγάλη μάζα των θεατών με άλλα λόγια, αναγκαστικά θα περιοριστούν σε μια τρυφερή, θλιμμένη και, εν πολλοίς, απαισιόδοξη ταινία. Απαισιόδοξη, παρ΄ όλο το Happy end που διαθέτει, αφού, ένας ο «εκατομμυριούχος», δισεκατομμύρια οι πεινασμένοι!
 Τι είναι, τελικά, ο «Ρακένδυτος Εκατομμυριούχος»; Είναι μια «ευκαιρία», για τους διαβασμένους θεατές. Και είναι, επίσης, μια μικρότερη «ευκαιρία», για τους λιγότερο διαβασμένους θεατές. Και οι δυο κερδίζουν! Κερδίζουν γιατί τα πρόσωπα των ηθοποιών, κυρίως των παιδιών, το τοπίο, ο πόνος που βγάζει η πληγωμένη Ινδία, η φτώχεια και οι προκαταλήψεις που διαπερνάνε το κορμί και το μυαλό της μεγάλης αυτής χώρας, ξεπερνάνε τις όποιες σκοπιμότητες των ταλαντούχων, τίμιων ή λιγότερο τίμιων δημιουργών! Είναι σα να βλέπεις ένα «τουριστικό» ντοκιμαντέρ το οποίο, όμως, για να εντυπωσιάσει και να τραβήξει τουρίστες, δείχνει όλες τις αγριότητες του ανθρώπινου τοπίου στο οποίο μας ξεναγεί. Χωρίς, έστω, να είναι στις προθέσεις του, θέλει δεν θέλει, γίνεται αποκαλυπτικό! «Πλαγίως», λοιπόν, εμείς μπορούμε να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας. 
Παίζουν: Ντεβ Πατέλ, Φρέϊντα Πίντο, Ανίλ Καπόρ, Μαντχαρ Μιττάλ, Τανάϊ Σχέντα, κ.ά.       

ΣΚΛΑΒΟΙ ΣΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΟΥΣ
Τώνης Λυκουρέσης

6-blog-desma

 Είναι πολύ ευχάριστο, και σχεδόν έκπληξη, με όλη αυτή την τηλεοπτική αντιγραφή, όλον αυτόν τον χυδαίο εμπορικό συρφετό των τελευταίων χρόνων, να έχεις μπροστά σου μια άρτια ελληνική ταινία η οποία, μάλιστα, να πραγματεύεται και ένα σοβαρό κοινωνικό και πολιτικό θέμα. Η ταινία του Τώνη Λυκουρέση, «Σκλάβοι στα Δεσμά τους», είναι, ακριβώς, μια τέτοια ταινία! Είναι καλοκατασκευασμένη, σκηνοθετικά προσεγμένη στις λεπτομέρειες, άκρως ικανοποιητική σαν παραγωγή. Έχει δοθεί μεγάλη προσοχή στο χώρο και στο χρόνο, στα ντεκόρ, στα κοστούμια, στις ερμηνείες και στις συμπεριφορές. Ακόμα και στην εκφορά του λόγου. Και, πάνω απ΄ όλα, σεβάστηκε το θέμα της, που είναι η πτώση της φεουδαρχίας και η άνοδος της αστικής τάξης στον τόπο μας (Κέρκυρα).
 Οι «Σκλάβοι στα Δεσμά τους», είναι μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του ομότιτλου κοινωνικού (σοσιαλιστικού) μυθιστορήματος του Κωνσταντίνου Θεοτόκη. Ενός βιβλίου που σημάδεψε τα ελληνικά γράμματα, αφού είναι από τα πρώτα που γνώρισαν λογοτεχνικά στον έλληνα αναγνώστη τις καινούριες ιδέες, τις ιδέες του σοσιαλισμού των αρχών του περασμένου αιώνα. Ο συγγραφέας του βιβλίου έμεινε στην ιστορία σαν ο πατέρας του κοινωνικού (σοσιαλιστικού) μυθιστορήματος. Αυτός πρώτος πέρασε στο λογοτεχνικό προσκήνιο τις λαϊκές μάζες…
 Ο Τώνης Λυκουρέσης εκτιμώντας βαθύτατα τον μεγάλο Έλληνα διανοητή, ο οποίος, δυστυχώς, έζησε πολύ λίγο, μόλις 51 χρόνια (1872-1923), έκλεισε τα μάτια στις σειρήνες του εντυπωσιασμού και εστίασε με σεμνότητα πάνω στα μηνύματα του συγγραφέα. Προσπάθησε, δε, να μείνει τόσο πιστός στο μυθιστόρημα που, κατά κάποιο τρόπο, έβλαψε το δικό του έργο. Το οποίο, για να μην λοξοδρομήσει από το βιβλίο, δεν αυτονομήθηκε. Σε αρκετές στιγμές, μάλιστα, μοιάζει σα να εμποδίζεται να πετάξει!
 Πράγματι, το «ελάττωμα» της ταινίας είναι η πιστότητα στο συγγραφέα. Ο Λυκουρέσης δεν έλαβε υπόψη το χρόνο που πέρασε, δεν ήθελε ή δεν τόλμησε να «ερμηνεύσει» τον Θεοτόκη, όπως θα έπρεπε να κάνει. Να τον «χρησιμοποιήσει», δηλαδή, σαν αφετηρία και πάνω του να οικοδομήσει και να «εξηγήσει» αυτή τη μεγάλη κοινωνική μεταβολή (πέρασμα από τη φεουδαρχία στην αστική δημοκρατία) που πραγματεύεται, με τον τρόπο του (στο χρόνο του), το βιβλίο. Στάθηκε και αυτός, όπως ο συγγραφέας, στις «προσωπικές» ιστορίες και μέσα από αυτές προσπάθησε να μιλήσει για το γενικό. Το «προσωπικό», δε, είναι τόσο έντονο και τόσο δραματικό στην ταινία, όπως και στο βιβλίο άλλωστε, που κοστίζει στο πολιτικό (γενικό). Ο θεατής παγιδεύεται από το προσωπικό δράμα και δυσκολεύεται να κάνει τους συσχετισμούς, για τους οποίους, άλλωστε, δεν υπάρχουν πολλές νύξεις στην ταινία.
 Βέβαια, ο καθένας γνωρίζει, πως στον τόπο μας δεν υπάρχει παρελθόν και πείρα σε τέτοιου είδους κινηματογράφο. Δεν είμαστε Ιταλία, για παράδειγμα, δεν πέρασε από τον τόπο μας κάποιος Βισκόντι, και με αυτή την έννοια, ο Λυκουρέσης, περπάτησε σε σχεδόν άγνωστα μονοπάτια. (Κάποιες αραιές περιπτώσεις «ιστορικών» ταινιών, όταν δεν ήταν για τα πανηγύρια, που ήταν οι περισσότερες, είχαν και αυτές τα ίδια «προβλήματα» με την ταινία του Λυκουρέση). Αυτή η ανασφάλεια έκανε τον καλό επτανήσιο δημιουργό, ας πούμε, συντηρητικό!
 Τα παραπάνω δεν ακυρώνουν σε τίποτα την ποιότητα του έργου. Οι παρατηρήσεις μου είναι προσθετικές. Εγώ παρακολούθησα με ενδιαφέρον και σεβασμό την ταινία. Σημείωσα την καλή φωτογραφία, ιδιαίτερα στα εσωτερικά, του Παναγιώτη Σαλαπάτα, τα κοστούμια του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, τη μουσική του Μίνου Μάτσα το μοντάζ του πολύ καλού πάντοτε άλλωστε Γιώργου Τριανταφύλλου. Και, βέβαια, τις πολύ καλές ερμηνείες όλων σχεδόν των ηθοποιών, με προεξέχουσα αυτή του Γιάννη Φέρτη.
Παίζουν: Γιάννης Φέρτης, Άκης Σακελαρίου, Δήμητρα Ματσούκα, Ρηνιώ Κυριαζή, Χρήστος Λούλης, Κωνσταντίνος Παπαχρόνης, Ειρήνη Ιγγλέση, κ.ά.           

ΙΣΟΒΙΤΕΣ
Θόδωρος Μαραγκός

3-blog-isobites

 Ο Θόδωρος Μαραγκός δεν σου «επιτρέπει» να πεις πολλά-πολλά γι΄ αυτόν και το έργο του! Ο γνωστός και παλιός, πια, σκηνοθέτης, διαθέτει έναν δικό του άμεσο λόγο, έναν γνήσιο λαϊκό λόγο, και αυτόν επέλεξε να κουβεντιάζει! Το ίδιο κάνει και στην καινούρια του ταινία «Ισοβίτες». Θέλεις δεν θέλεις τρέπει να συμφωνήσεις μαζί του! Η άλλη επιλογή, η ακύρωση, ούτε να σου περάσει για σκέψη! Ο Μαραγκός δεν προσπερνιέται! Έχει επιβάλει την παρουσία του! 
 Τίποτα στο έργο του Μαραγκού δεν είναι «περί διαγραμμάτων»! Ό,τι έχει να σου πει, σου το λέει κατάφατσα. Το ίδιο κάνει και στους «Ισοβίτες», στους οποίους παρακολουθεί με αγάπη, σεβασμό και πόνο δυο νεαρά λαϊκά άτομα (τους Ισοβίτες), τα οποία αγαπούν και μισούν τη ζωή ανάλογα με τις διακυμάνσεις της! Ο ένας αγωνίζεται για να γλυτώσει τη φυλακή και ο άλλος αγωνίζεται για να μπει στη φυλακή για να γλυτώσει αυτός από κείνη (τη ζωή)! 
 Καλά το καταλάβατε! Για ιλαροτραγωδία πρόκειται! Μια ιλαροτραγωδία γεμάτη ανθρωπιά και πόνο. Παράλληλα, όμως, όπως γίνεται με όλα τα γνήσια λαϊκά έργα, οι «Ισοβίτες» είναι μια αισιόδοξη ιλαροτραγωδία. Οι δυο κεντρικοί ήρωες, αφού περάσουν την «κρίση» τους, θα ισορροπήσουν και θα βρούνε στις καθημερινές  «λεπτομέρειες» -και στις καθημερινές δυσκολίες- το νόημα της ζωής. Και θα την ρουφήξουν μέχρι το μεδούλι!
    Δεν θέλω να μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες. Να πω, δηλαδή, πως αν ο Μαραγκός έδινε βάση και στην αισθητική, κλπ, κλπ. Είμαι, πια, πεπεισμένος ότι κατέληξε εδώ που κατέληξε από επιλογή και όχι από αδυναμία ή από άγνοια για έναν πιο «ποιοτικό» κινηματογράφο. Πολύ καλές ερμηνείες από τους δυο πρωταγωνιστές! Αλλά και από τη νεαρή συμπρωταγωνίστρια τους. 
Παίζουν: Βαγγέλης Μουρίκης, Τάκης Σπυριδάκης, Κατερίνα Δασκαλάκη, Στέφανος Ρίσκας, Ευαγγελία Μουμούρη, κ.ά.

Η ΕΑΡΙΝΗ ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ  ΑΓΡΟΦΥΛΑΚΩΝ
Δήμος Αβδελιώτης

2-blog-synaksi

 Η ταινία είναι επανέκδοση (γυρίστηκε το 1999). Τα δέκα χρόνια που πέρασαν από πάνω της όχι μόνον δεν τις έφεραν ρυτίδες, αλλά, θα έλεγε κανείς, την έκαναν πιο αναγκαία! Γιατί, στο μεταξύ, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, ο κινηματογράφος της πατρίδας μας, εκτός λίγων, δυστυχώς, εξαιρέσεων, κατρακυλάει καθημερινά σε έναν χυδαίο και εμπορικό κινηματογράφο, κινηματογράφο κατά παραγγελία, κινηματογράφο στεγνό, χωρίς καμία φαντασία και χωρίς χιούμορ!
 «Η Εαρινή Σύναξις Των Αγροφυλάκων», είναι, ακριβώς, το αντίθετο από τον φαστφούντ κινηματογράφο. Διαθέτει, πρώτα απ΄ όλα φαντασία! Διαθέτει πολύ καλό και λεπτό γούστο. Και, το μέγιστο, μυρίζει «ευωδιές του δεκαπενταύγουστου», που λέει ο ποιητής. Μυρίζει μια γνήσια και ζωντανή Ελλάδα. Μυρίζει δημοτική ποίηση, λαϊκές ζωγραφιές του Θεόφιλου!
 Μην ασχοληθείτε με το θέμα. Αυτό είναι η αφορμή. Ένα «καταραμένο» και «μονόχνωτο» χωριό όπου κανένας αγροφύλακας δεν μπορεί να στεριώσει. Πάνω σε αυτόν το απλό και ελάχιστο καμβά ξετυλίγεται όλη ο ομορφιά της φύσης, του έρωτα, των ανθρώπινων σχέσεων. Όλα αυτά σε πλήρη αρμονία. Χωρίς ποτέ να ξεπέφτουν σε λαϊκισμούς και φολκλόρ. Και πίσω τους να τα στηρίζει και να τα αναδείχνει η θαυμάσια ρομαντική μουσική του Βιβάλντι (τέσσερις εποχές).
 «Η Εαρινή Σύναξις Των Αγροφυλάκων», διαθέτει μια μοναδικότητα! Είναι μοναδική! Όσο και να προσπαθώ, δεν μπορώ να φέρω στο μυαλό μου μια παρόμοια ελληνική ταινία (και ξένη θα έλεγα)! Οι αντιρρήσεις που ακούγονται, και είναι και δικές μου αντιρρήσεις, για τη διάρκειά της (180΄), περνάνε σε δεύτερη μοίρα. Είναι τόση και τέτοια η ομορφιά που εισπράττει ο θεατής, που το αντίτιμο, η πολύτιμη ώρα του, είναι το ελάχιστο που καταβάλει!
Παίζουν: Αγγελική Μαλάντη, Άγγελος Παντελάρας, Τάκης Αγορής, Γιάννης Τσουμπαριώτης, κ.ά.  

ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΜΟΥ ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ
Ρεχά Ερντέμ

5-blog-iliaxtida

 Η Τουρκία, τι κρίμα, είναι τόσο όμορφη χώρα για να περιλούζεται με τόσους αβάστακτους καημούς! Καημούς που φαίνονται στην ταινία και καημούς, από τους οποίους οι πιο πολλοί και οι πιο ανυπόφοροι, να βρίσκονται έξω από το κάδρο. Τους ακούμε, αλλά δεν τους βλέπουμε (επιλογή του σκηνοθέτη για να τους φανταστούμε σύμφωνα με τις εμπειρίες μας και τις γνώσεις μας).
 Έξω από το κάδρο, λοιπόν, μια Τουρκία γεμάτη βία και απειλές. Σειρήνες αστυνομικές, σειρήνες ασθενοφόρων, κρωγμοί πλοίων, σκυλιά να γαυγίζουν, πυροβολισμοί, πολλοί πυροβολισμοί. Και κάτι μουσικές να σου σκίζουν τα στήθια! Χειρότερες από τους πυροβολισμούς! Μέσα στο κάδρο, πάνω στην κατάλευκη οθόνη, μια μικρή κυνηγημένη ψυχούλα, μια μικρή κυνηγημένη ηλιαχτίδα, ένα 14χρονο κορίτσι που μεγαλώνει μέσα στην ασχήμια. Ο πατέρας ψιλοψαράς, ψιλονταβατζής και ψιλοκακοποιός. Ένα δυστυχισμένο ρεμάλι. Η μάνα άλλο ερείπιο αυτή! Έφυγε από τον μικροαπατεώνα, εγκαταλείποντας και τη μικρή ηλιαχτίδα, και ζει με ένοπλο αστυνομικό (γέννησε και άλλο παιδί μαζί του). Από τη μια παρανομία στην άλλη! Στο σπίτι, επίσης, υπάρχει και ο κατάκοιτος παππούς. Ένας ανυπόφορος και ανυπόληπτος μισοπεθαμένος άντρας!
 Το κορίτσι (η Τουρκία;) μεγαλώνει, όπως τα αγριολούλουδα, από μόνη της. Όλα γύρω της εχθρικά και έτοιμα να την χρησιμοποιήσουν και να την εκμεταλλευτούν! Ο παιδεραστής μπακάλης της γειτονιάς, η χοντρή γειτόνισσα, οι πουτάνες που μεταφέρει ο πατέρας της, τα αστυνομικά αυτοκίνητα που σκούζουν, οι πυροβολισμοί. Το κορίτσι σπαράζει και κανένας δεν ακούει τις κραυγές της. Κάθε τόσο πιάνει το στήθος της, γιατί δεν βγαίνει η στριμωγμένη ανάσα της (άσθμα).
 Η μικρή ηλιαχτίδα δεν έχει παρά δυο επιλογές (όπως ο καθένας μοναχικός άνθρωπος στη θέση της). Να πεθάνει ή να ζήσει! Αποφασίζει τη δεύτερη, παρ΄ όλο το κόστος! Αναγκάζεται, λοιπόν, σπρωγμένη από το συναίσθημα της αυτοσυντήρησης και την επιθυμία της να ζήσει, να σκληρύνει. Δεν βγαίνει πέρα η ζωή αλλιώς! Στο τέλος της ταινίας η μικρή Ηλιαχτίδα θα πάρει τα πράγματα, τα όποια πράγματα, καλά ή κακά, τη ζωή, τελικά, στα χέρια της. Και θα πολεμήσει.    
 Η ταινία είναι μια μικρή εσωτερική τραγωδία. Χωρίς μαλλιοτραβήγματα και μεγάλες κορώνες. Με μια πολύ καλή και στρωτή γραφή. Τα πρόσωπα είναι τόσο εκφραστικά, που από μόνα τους είναι μια μεγάλη πληγή. Μεγάλη πληγή είναι και ο Βόσπορος με την άγρια ομορφιά του. Και από πάνω του τα μαύρα απειλητικά σύννεφα. Η μεγαλύτερη πληγή, όμως, είναι τα τραγούδια της ταινίας. Είναι φανερό ότι χωρίς αυτά τα πονεμένα τραγούδια να απορροφάνε τον πόνο, δύσκολα θα επιβίωνε ο γειτονικός λαός. 
Παίζουν: Ελίτ Ισκάν, Ερντάλ Μπεσικτσόγλου, Λεβίον Γιλμάζ.

παιζεται επισης

1. Η κωμωδία, ο θεός να την κάνει κωμωδία, του Ντέϊβιντ Φράνκελ, «Μάρλεϊ. Ένας Ανυπόφορος Μπελάς». 4-blog-marlei

Ζευγάρι που δεν έκανε παιδιά αγόρασε σκύλο.
Μετά άρχισε να γεννάει και παιδιά και όλοι μαζί, παιδιά, σκυλί και γονείς, πέφτουν απάνω στον πολύτιμο χρόνο σας (115΄, παρακαλώ) και στο πορτοφόλι σας. Φυλαχτείτε!
Παίζουν (ας πούμε): Όουεν Ουίλσον, Τζένιφερ Άνιστον, Έρικ Ντέϊν, Άλαν Άρκιν, Καθλίν Τέρνερ.





Κριτική Κινηματογράφου

26 02 2009

Κριτική Ταινιών 26-2-09
Για την Εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Από το Νίκο Αντωνάκο

η ελλαδα… δραπετευει
ΠΟΛΛΕΣ ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ
ΛΙΓΕΣ ΟΙ ΚΑΛΕΣ!

Μάλλιασε η γλώσσα μας! Εννιά πρεμιέρες, και μάλιστα σε περίοδο ισχνών αγελάδων, είναι πολλές!  Ο φίλος του κινηματογράφου δεν έχει ούτε το χρόνο ούτε το χρήμα να παρακολουθήσει ούτε καν τις μισές! Τα κελεύσματα, όμως, των αμερικάνων «Big Brothers», που ελέγχουν την εγχώρια διανομή, άλλα επιτάσσουν. Πολλές ταινίες στις αίθουσες και αμέσως μετά DVD και όπου τσιμπήσει, και όπου τσιμπήσουμε τον πελάτη!
 
Μαζί με το θεατή, βέβαια, υποφέρει και ο σωστός κριτικός λόγος! Η αλόγιστη ποσότητα αναγκάζει τον κριτικό να γράφει τηλεγραφήματα αντί για αναλυτική και εμπεριστατωμένη κριτική που είναι υποχρεωμένος. Ταινίες, όπως οι πολύ καλές αντιστασιακές «Μέρες Θυμού», του Δανού Όλε Κρίστιαν Μάντσεν, για παράδειγμα, απαιτούν, μαζί με την κριτική, και ένα πλήρες ιστορικό πληροφοριακό σημείωμα. Η Δανία του β΄ παγκοσμίου πολέμου και η δανέζικη αντίσταση είναι αρκετά «μπερδεμένη» για τον απληροφόρητο, κυρίως νεαρό, θεατή! Αλλά και το «απλό» και πολύ «κατανοητό», «Gran Torino», του βετεράνου Κλιντ Ίστγουντ, απαιτεί τις δικές του εξηγήσεις. Βάζει τόσα ζητήματα ο θαυμάσιος Αμερικάνος Δημιουργός, που χρειάζεται «ψάξιμο» για να καταλήξεις!
 Οι παρατηρήσεις για τις δυο παραπάνω ταινίες ισχύουν και για το εξαιρετικά κινηματογραφημένο ψυχολογικό και υπαρξιακό «φιλμ νουάρ», «Μια Ιστορία με Θέμα την Αγάπη», του, επίσης Δανού, Όλε Μπόρνενταλ. Και αυτό βάζει ζητήματα που, χωρίς αμφιβολία, ξεφεύγουν από την απλή αστυνομική ταινία!
 Για τις τρεις ελληνικές ταινίες της εβδομάδας, «Μικρές Ελευθερίες», του Κώστα Ζάπα, «Γκίνες», του Αλέξη Καρδαρά και «Carousel», του Σταμάτη Τσαρουχά,  απαιτείται… δοκίμιο και όχι απλή κριτική! Όλες οι περιφερικές δορυφορικές κινηματογραφίες προσπαθούν με την ποιότητα και τη θεματολογία τους να επιβιώσουν και να επιβληθούν. Εμείς, ζώντας στον κόσμο μας, παρουσιάζουμε πρωτολειακά πειράματα (Ζάπας), τηλεοπτικές «μαύρες» κωμωδίες (Καρδαράς) επιφανειακά κοινωνικά δράματα (Τσαρουχάς)! Για τις δυο τελευταίες είναι συνυπεύθυνο και το ΕΚΚ και ελέγχεται για τις αστόχαστες επιλογές του, αν όχι, και το πιο πιθανό, τις σκόπιμες κατευθύνσεις του!
 Υπάρχει, επίσης, το αρκετά ενδιαφέρον (κυρίως για το σχέδιό του, τα χρώματά του και την έλλειψη βίας) καρτούν, «Η Ιστορία του Ντεσπερό», των  Σαμ Φελ & Ρομπ Στίβενχάνγκεν. Θεματολογικά, δυστυχώς, μια από τα ίδια: βασιλιάδες, πριγκίπισσες και ποντικάκια! 
 Οι… ανθρωπιστικές, και αρκετά καλών προθέσεων, «Επτά Ζωές», του Γκάμπριελ Μουτσίνο, δεν ξεφεύγουν από μια απλή ταινία! Ένοχος για το θάνατο της γυναίκας του βοηθάει αγνώστους για να εξιλεωθεί! Χαιρετίσματα! Μεταφυσική κωμωδία είναι η τελευταία ταινία της εβδομάδας: «Push, Το Επικίνδυνο Χάρισμα», του Πολ ΜακΓκίγκαν. Άνθρωποι που διαθέτουν το «χάρισμα» να προβλέπουν και να σχεδιάζουν  το μέλλον, να μετακινούν αντικείμενα, να ακούνε τις σκέψεις των άλλων… και να μην σκάει χείλη στην αίθουσα!

ΜΕΡΕΣ ΘΥΜΟΥ
Όλε Κρίστιαν Μάντσεν

7-blog-thimou

 Μπαίνοντας οι ναζί στις 9 Απριλίου του 1940 στην Κοπεγχάγη, δεν την βρήκαν άδεια, όπως την Αθήνα, ας πούμε! Πολλοί Δανοί χαιρέτισαν φασιστικά τους εισβολείς και παρέλασαν μαζί τους. Και εκείνοι ανταπέδωσαν! Άφησαν στη θέση της την εκλεγμένη δημοκρατικά δανέζικη αστική κυβέρνηση! Πολιτισμένα πράγματα, δηλαδή! 
 Από την πρώτη στιγμή της εισβολής, ωστόσο, ένα σημαντικό κομμάτι του δανέζικου λαού, με πρωτοπόρους τους κομμουνιστές (οι οποίοι άφησαν προσωρινά στην άκρη τις διαφορές τους και ενώθηκαν (ΒΟΡΑ), αντέδρασαν δυναμικά (έκδοση εφημερίδας, σαμποτάζ και άλλες δυναμικές ενέργειες). Ένα άλλο κομμάτι, οι αστοί δημοκράτες, πολλοί από τους οποίους πολέμησαν στη Φιλανδία εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, και αυτό έχει τη σημασία του, βγήκαν και αυτοί στην παρανομία! 

 Αυτοί οι τελευταίοι, με τους οποίους ασχολείται η ταινία (αντιστασιακή οργάνωση «Holger Danske»), συνδέθηκαν αμέσως με τη Μεγάλη Βρετανία, και συντόνισαν τις ενέργειές τους. Κάποιοι από αυτούς, όπως οι δυο πρωταγωνιστές της, ο «Flame» και ο «Citron» (ψευδώνυμα) με το θάρρος τους και τη δράση τους έγιναν λαϊκοί ήρωες.
 Η ταινία, και αυτό την κάνει ξεχωριστή, δεν παγιδεύεται από το όνομα των ηρώων ή από την αντιστασιακή συμμετοχή της Δανίας στον αντιναζιστικό πόλεμο, γενικά! Ψάχνει να βρει την αλήθεια για τις δυνάμεις που έδρασαν, και με τον τρόπο που έδρασαν, στη γερμανική κατοχή! Πολύ σοφά αφήνει στην άκρη τους κομμουνιστές (οι οποίοι, σύμφωνα με την ιστορική αλήθεια, αλλά και την ταινία, δεν ήταν μπλεγμένοι σε ίντριγκες αλλά πολεμούσαν αγνά τον φασίστα εχθρό και γι αυτό, τόσο η ιστορία όσο και η ταινία, έχουν  μόνον καλά λόγια να πουν), και καταπιάνεται με τις ενδο-αστικές πολιτικές πλεκτάνες, τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα της αστικής τάξης και τις εθνικές και διεθνείς συγκρούσεις για την εξουσία! Η ταινία, εξαιρώντας τους κομμουνιστές, καταλήγει, τελικά, πως η αντίσταση της αστικής τάξης της Δανίας ενάντια στο ναζισμό δεν ήταν και τόσο καθαρή! (Σας θυμίζει Ελλάδα, ίσως; Δίκαιο έχετε!)
 Ο πολύ καλός και πολύ δημιουργικός σκηνοθέτης Όλε Κρίστιαν Μάντσεν, με εξαιρετικό κινηματογραφικό τρόπο, με τη δράση του, με τις θαυμάσιες ερμηνείες των ηθοποιών του, με τις σωστά δραματουργικά επιλεγμένες γωνίες της μηχανής του, με τους πολύ καλούς φωτισμούς του, με τη λειτουργική μουσική και τους επίσης λειτουργικούς ήχους του, με την «αντιστασιακή» δραματική ατμόσφαιρα που δημιούργησε, με το εντεινόμενο «μυστήριο», μας μπάζει δυναμικά σε έναν κόσμο που, με λίγες εξαιρέσεις, όπως οι δύο κεντρικοί ήρωες, μπάζει! Στο τέλος η ταινία, και μαζί της και ο θεατής, θα καταλήξουν πως η αστική τάξη, τελικά, είναι ενιαία και έχει ενιαίες συμπεριφορές και αντιδράσεις! Κάποιες φορές, βέβαια, κάποιοι αστοί αναγκάζονται να καταφύγουν σε σκληρότερα μέτρα (ναζισμός, επιθετικοί πόλεμοι, Βιετνάμ, Ιράκ, κλπ) και κάποιοι άλλοι να τους εναντιώνονται! Στόχος και σκοπός και των δυο πλευρών είναι η εξουσία και οι απολαβές της! Το πρόσχημα, βέβαια, εξαρτάται από τις περιστάσεις!
 Κανένας δεν πρέπει να αρκεστεί στο πρώτο επίπεδο της ταινίας, που είναι η δράση, οι παλικαρισμοί και οι ατομικές-προσωπικές συγκρούσεις των ηρώων. Στοιχεία άφθονα στην ταινία. Ο καλός Δανός σκηνοθέτης, είναι φανερό, σε άλλα έχει το μυαλό και εκεί θέλει να κατευθύνει το θεατή του. Στην ανάλγητη στάση και δράση της δανέζικης αστικής τάξης, ακόμα και σε κρίσιμες εθνικές στιγμές, για τη νομή της εξουσίας! Με αυτή την έννοια η ταινία είναι άκρως τολμηρή, κριτική και διδακτική!
Παίζουν: Θούρε Λίντχαρντ, Μαντς Μίκελσεν, Στίνε Στένγκαντε, Πέτερ Μίγκιντ, κ.ά.

GRAN TORINO
Κλιντ Ίστγουντ

2-blog-gran-torino

 Ο 78χρονος σήμερα Κλιντ Ίστγουντ (γεννήθηκε στις 31 Μαΐου του 1930) με τη δουλειά του, η οποία ξεπερνάει τα πενήντα χρόνια (από το 1970 σκηνοθετεί, προηγουμένως εργαζόταν μόνον σαν ηθοποιός), έχει καταφέρει να αποσπάσει τον παγκόσμιο σεβασμό! Ο παλιός καουμπόη του Σέρτζιο Λεόνε, σιγά-σιγά, μεθοδικά,  δημιουργικά, έβαλε τη δική του σφραγίδα στον παγκόσμιο  κινηματογράφο. Σήμερα το όνομά του είναι μια εγγύηση! Ο θεατής μπαίνει άφοβα και με δημιουργική προσμονή στις ταινίες του! Ταινίες οι οποίες, παρ΄ όλο τον πολιτικό συντηρητισμό του δημιουργού τους, σύμφωνα με δικές του δηλώσεις, και κόντρα σε αυτόν τον συντηρητισμό, είναι καθαρά προοδευτικά κινηματογραφικά έργα! 
 Δεν μας παίρνει ο χώρος να απαριθμήσουμε τα βραβεία του και τις επιτυχίες του! Πάντως, πολύ μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες φέρουν  την υπογραφή του (Γράμματα από την Ίβο Ζίμα, Μίλιον Ντόλαρ Μπέϊμπυ, Οι Γέφυρες του Μάντισον, κ΄.α). Το «Gran Torino» είναι η τελευταία του δημιουργία. Μια ευαίσθητη «χειροποίητη», για τα αμερικάνικα -και τα δικά του- μέτρα ταινία!
Η ιστορία είναι πολύ απλή, όπως και η κινηματογράφηση, επίσης! Ένας βετεράνος της Κορέας, ο οποίος σκότωνε ότι κουνιόταν στην ασιατική χώρα το 1952, «γιατί έτσι τον διέταζαν», στο τέλος του βίου του βλέπει όλους αυτούς που πολέμαγε, τους εχθρούς του δηλαδή, να έχουν περικυκλώσει το σπίτι του, στην ίδια του την πατρίδα! Όλοι αυτοί οι σχιστομάτηδες, τους οποίους σκότωνε χωρίς να τους γνωρίζει, έχουν στήσει τα σπίτια τους δίπλα στο δικό του. Στην πραγματικότητα τον έχουν περικυκλώσει! Κάποιο πρωί διαπιστώνει πως είναι ο τελευταίος Αμερικάνος κάτοικος της περιοχής και το σπίτι του το μόνο σπίτι στο οποίο κυματίζει η Αμερικανική σημαία! Παντού γύρω του ασιάτες! Ο Εφιάλτης του! 
 Ο βετεράνος αν εξακολουθούσε να ήταν ακόμα γερός, νέος και ανώριμος, ίσως να μην έφτανε ποτέ στις διαπιστώσεις που έφτασε. Ότι, δηλαδή, είχε πολλά περισσότερα να πει -και να κάνει- με αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι είναι τρυφεροί και ευγενικοί, από την ίδια του την οικογένειά του, τα παιδιά του και τις νύφες του, από τους συμπατριώτες του, τελικά. Στο τέλος της ταινίας, και της ζωής του, δεν θα διστάσει να θυσιαστεί για εκείνους. Για εκείνους που σκότωνε και μισούσε άκριτα!
 Ναι, πράγματι, η τελευταία ταινία του Κλιντ Ίστγουντ κρυπτο-θρησκευτίζει! Ο ίδιος γίνεται ένας είδος Χριστού που σταυρώνεται για τη σωτηρία του κόσμου (των κατατρεγμένων ασιατών). Μάλιστα το τελικό μήνυμα της ταινίας είναι κάτω τα όπλα (ο πόλεμος). Ωστόσο, δεν έχουμε να κάνουμε με ένα χαζό έργο! Ο Κλιντ Ίστγουντ έχει, πια, αποκτήσει κριτική ματιά και έχει αποφασίσει να μη διστάζει να πει την αλήθεια του! Έτσι, μέχρι να φτάσουμε στο ειρηνόφιλο και θρησκευτικό φινάλε, το οποίο είναι σίγουρα μια (ηλικιακή;) υποχώρηση, ο Ίστγουντ δεν άφησε τίποτα στο απυρόβλητο και ασχολίαστο. Από την κριτική του δεν γλύτωσε το δολοφονικό Αμερικάνικο κράτος (το οποίο σπέρνει το φυλετικό μίσος και δολοφονεί χωρίς έλεος). Δεν γλύτωσε ούτε η εκκλησία (με την άγνοιά της και την υποκρισία της). Δεν γλύτωσε ούτε η οικογένεια (ένας θεσμός που, φαίνεται, στις αναπτυγμένες χώρες έχει φάει τα ψωμιά του).
 Σίγουρα δεν έχουμε να κάνουμε με μεγάλη ταινία! Τη «ζημιά» της, όμως, την κάνει! Αναγκάζει, ειδικά τους Αμερικανούς, να κοιτάξουν πίσω τους, να κοιτάξουν δίπλα τους, να κοιτάξουν μπροστά τους! Το τράβηγμα του πιστολιού σε καμία περίπτωση δεν είναι λύση! Το μαρτυράμε οι εκατόμβες των νεκρών, αλλά και η αναποτελεσματικότητα της βίας.
Παίζουν: Κλιντ Ίστγουντ, Μπι Βανγκ, Άνεϊ Χερ, Κρίστοφερ Κάρλεϊ, κ.ά. 

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ
Όλε Μπόρνενταλ

8-blog-istoria1

 Σίγουρα δεν έχουμε να κάνουμε με κλασική αστυνομική ταινία. Δεν υπάρχει δολοφόνος και κόσμος να κυνηγάει τη σύλληψή του. Το «Μια Ιστορία με Θέμα την Αγάπη», κλείνει περισσότερο στο «φιλμ νουάρ», τουλάχιστον αισθητικά. Δεν έχει συνέχεια στην αφήγηση, η φωτογραφία του είναι πλούσια σε φωτοσκιάσεις, οι θέσεις της μηχανής είναι μια συνεχής έκπληξη, κλπ., κλπ. Στιγμές-στιγμές, και λόγω… συγγενικής κουλτούρας (η ταινία είναι δανέζικη), πλησιάζει τον γερμανικό εξπρεσιονισμό.
 Ανέφερα τα παραπάνω… κολακευτικά, για να σας «παρασύρω» να δείτε την ταινία, παρ΄ ότι δεν συγκεντρώνει όλες εκείνες τις προϋποθέσεις που θα την έκαναν ξεχωριστή! Ωστόσο, μας αφορά (έμμεσα)! Το θέμα της δεν είναι από αυτά που θα μας γέμιζε το μάτι και θα μας χόρταινε. Ένας άντρας, παντρεμένος, με δυο παιδιά, που με την πρώτη ματιά δείχνει ευτυχισμένος, με ένα «τσακ» ανακαλύπτει τα κενά του! Κάτω από τραγικές συνθήκες (αυτοκινητιστικό ατύχημα) γνωρίζει μια γυναίκα που θα τον αναστατώσει. Στην αρχή από «περιέργεια» (και από την ανάγκη να δει «τι κρύβεται πίσω από την πόρτα»), στη συνέχεια γιατί μυρίστηκε πάθος (που του έλειπε), της παραδίδεται! Σιγά-σιγά δένεται μαζί της, εισχωρεί στο «εσωτερικό» της,  και, τέλος, πληρώνει για την τόλμη του! Μια προσωπική υπαρξιακή ιστορία, η οποία, όπως είναι φυσικό, δημιουργεί θύτες και θύματα, ευτυχισμένους και δυστυχισμένους! Μια, ας πούμε, πολύ δραματική ιστορία! 
 Ωστόσο, αυτή η προσωπική, υπαρξιακή, πολύ δραματική, έστω, ιστορία, έχει μια τρομερή γοητεία, που σε αναγκάζει να μην μπορείς να της γυρίσεις την πλάτη! Η αξία αυτού του «συνηθισμένου» θέματος που διαπραγματεύεται βρίσκεται στον κινηματογραφικό χειρισμό του! Ο Δανός σκηνοθέτης Όλε Μπόρνενταλ κάνει επίδειξη τεχνικής και αισθητικής. Αυτή την απλή ιστορία την κινηματογραφεί με τέτοιο τρόπο που την κάνει να μοιάζει,  αισθητικά και θεματολογικά,  με τις θαυμάσιες ιστορίες του Κάφκα. Στα χέρια του πανέξυπνου και ταλαντούχο αυτού ανθρώπου, το «απλό» αυτό θέμα, γίνεται ένα αξιοπρόσεκτο κινηματογραφικό έργο. Ο θεατής από κάποιο σημείο και μετά μοιάζει να αδιαφορεί για την ιστορία. Δείχνει να τον έχει κερδίσει η εικόνα και η αισθητική! Στο τέλος της ταινίας, ωστόσο, θα επανέλθει στην ιστορία από την οποία, στην ουσία, ποτέ δεν απομακρύνθηκε, και θα βγάλει και αυτός τα δικά του (χρήσιμα) συμπεράσματα.
Παίζουν:  Άντρες Γ. Βέρθχελσεν, Ρεμπέκα Χέμσε, Νικολάϊ Λίε Κας, Σαρλότ Φικχ, Μπέτζαν Κούκικ.

Η ΕΛΛΑΔΑ… ΔΡΑΠΕΤΕΥΕΙ!

 Τρεις νέες ελληνικές ταινίες την ίδια εβδομάδα στις αίθουσες, οι οποίες στενάζουν κάτω από τον αμερικάνικο πολιτιστικό ιμπεριαλισμό, θα ήταν, αν οι ταινίες θα ανταποκρίνονταν στοιχειωδώς, μια περήφανη εθνική πολιτιστική νίκη! Δυστυχώς η ποσότητα, κόντρα στη γνωστή φιλοσοφική άποψη, περί ποσότητας και ποιότητας, αυτή τη φορά, και αυτή τη φορά θα έλεγα, ήταν  άσφαιρη. Και οι τρεις ταινίες πυροβολούν (με άσφαιρα πυρά) στο αέρα! 
 Η ταινία του Σταμάτη Τσαρουχά, «Carousel»,1-blog-carousel

ενώ διαθέτει ένα ενδιαφέρον κοινωνικό θέμα, το βιασμό μιας νέας γυναίκας από τον πατριό της και τις επιπτώσεις στον ψυχισμό της, και στη συνέχεια της ζωής της (στηρίζεται στο ομότιτλο βιβλίο της Σοφίας Σωτηρίου, η οποία έγραψε και το σενάριο), δυστυχώς, δεν ευτύχισε στη μεταφορά του στον κινηματογράφο (ούτε σεναριακά). Ο έμπειρος, θα έλεγα, σκηνοθέτης (το «Carousel» είναι η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του), δεν κατάφερε, ούτε μια στιγμή, να μας «μαγέψει»! Ήταν όλα τόσα κλασικά κακοφτιαγμένα, και κακοπαιγμένα, που σε εξουδετέρωναν και σε αποστασιοποιούσαν! Ούτε μια στιγμή δεν συνέλαβα τον εαυτό μου να πονάει.   
 Ο Κώστας Ζάπας, με τις «Μικρές Ελευθερίες» του 9-blog-mikres1

, προσπαθεί, με πολύ κοντινά πλάνα, με εγκεφαλική σύλληψη του θέματος, και με γυμνά ταλαιπωρημένα κορμιά, να μας… ξεγελάσει. Επί 82 ολόκληρα λεπτά ακούμε κραυγές και βλέπουμε όλες τις λεπτομέρειες των κορμιών των ηθοποιών (μαζί και τα γενετήσια όργανά τους) αλλά ιστορία δεν βλέπουμε! Και δεν βλέπουμε ιστορία, γιατί δεν υπάρχει! Στη θέση της ιστορίας, λοιπόν, έχουμε μικρούς και ερασιτεχνικούς αυτοσχεδιασμούς. Από τους οποίους, αν διαθέτεις μαντικές ικανότητες, μπορείς να συμπεράνεις ότι στην οθόνη διαδραματίζονται εκπορνεύσεις (πατέρας εκπορνεύει την κόρη του και προσπαθεί να κάνει πόρνο και το γιό του), αιμομιξίες (κόρη και γιός), βία, και πολλοί εμετοί! Ο Κώστας Ζάπας, ωστόσο, διαθέτει κινηματογραφική ματιά, η οποία, φυσικά, σκορπάει στον άνεμο, αφού ο ίδιος, φαίνεται, ζει στον κόσμο του! 
 Χειρότερη και από τις δυο παραπάνω είναι η ταινία του Αλέξη Καρδαρά, «Γκίνες». 4-blog-gines

Αντικειμενικά είναι η πιο… επαγγελματική! Ο σκηνοθέτης έχει καταχτήσει τους (εμπορικούς) κανόνες! Το θέμα της, ωστόσο, δεν φτάνει ούτε για την τηλεόραση (την οποία αντιγράφει). Νεαρός ψάχνει θησαυρό και μέχρι να τον βρει προλαβαίνει να ερωτευτεί, ενώ γύρω του η οθόνη γεμίζει (από ατυχήματα και όχι από εγκλήματα) πτώματα. Μια «μαύρη» κωμωδία, που δεν βγάζει γέλιο! Και δεν βγάζει γέλιο, γιατί χάνεται ανάμεσα στην περιπέτεια και στην κωμωδία. Και δεν βγάζει γέλιο, επίσης, γιατί είναι μια τετριμμένη ιστορία που ερμηνεύεται (και από καλούς ηθοποιούς, μάλιστα, Αντώνη Καφετζόπουλο, Άκης Σακελαρίου, Στέλιος Μάϊνας, π.χ.) με πολύ τετριμμένο, κακό και τηλεοπτικό τρόπο!  

παιζονται ακομα

 Λυπούμαστε που, λόγω χώρου, θα αδικήσουμε τις τρεις τελευταίες ταινίες. Σίγουρα άξιζαν κάποιες καλύτερης (πιο εμπεριστατωμένης) μεταχείρισης (τουλάχιστον οι δυο πρώτες). Μην ψέγεστε εμάς! Την οργή σας πρέπει να την εισπράξουν  τα γραφεία διανομής με την αλόγιστη… διανομή τους! Γιατί και οι τρεις (τουλάχιστον οι δυο πρώτες), πέρα από τις όποιες αντιρρήσεις, έχουν αρκετές αρετές!

Η ταινία του Γκάμπριελ Μουτσίνο, «Επτά Ζωές», 5-blog-zoes1

για παράδειγμα, διαθέτει ένα θαυμάσιο θέμα, που αν είχε αναπτυχθεί καταλλήλως, θα είχαμε να κάνουμε με μια «μεγάλη» ταινία! Αλλά και έτσι όπως κινηματογραφήθηκε εξακολουθεί να βγάζει συγκίνηση. Αφήστε που όλοι οι πρωταγωνιστές είναι μαύροι (και πανέμορφοι). Η ταινία είναι, ίσως, η πρώτη «κατάμαυρη» ταινία! Ο Μπεν νοιώθοντας ένοχος για το χαμό της γυναίκας του (αυτοκινητιστικό δυστύχημα) αποφασίζει να γίνει… Καραμουτζούνης! Επιλέγει επτά αγνώστους ανθρώπους και κάνει τα αδύνατα δυνατά να βελτιώσει τη ζωή τους! Και,.. ποιητική αδεία, τα καταφέρνει! Ο αλτρουισμό του, δε, φτάνει μέχρι… η συνέχεια επί της οθόνης! Το μήνυμα της ταινίας είναι πως οι άνθρωποι μπορούν να γίνουν ευτυχισμένοι (αν «κάποιος» τους λύσει τα προβλήματα)!

Αρκετά καλό είναι και το καρτούν των Σαμ Φελ & Ρομπ Στιβενχάγκεν «Η Ιστορία του Ντεσπερό». 6-blog-despero

Πρώτον, γιατί δεν έχει βία! Δεύτερον, γιατί διαθέτει πολύ καλό σκίτσο (ιδιαίτερα στις φυσιογνωμίες και στη ζωγραφική)! Το μειονέκτημά του, η Αχίλλειος πτέρνα του, είναι το πεπαλαιωμένο θέμα του! Στο βασίλειο Ντορ πεθαίνει η βασίλισσα. Ο βασιλιάς και η πριγκίπισσα πέφτουν σε βαθιά μελαγχολία! Και τότε γεννιέται ένα γενναίο ποντικάκι, ο Ντεσπερό! Η συνέχεια, και εδώ,.. επί της οθόνης! Απλώς, αν μου επιτρέπεται, μια παρατήρηση! Τα παιδιά, πια, τα ξέρουν όλα! Αν δεν έχουμε τίποτα καινούριο να τους πούμε, μη τα ξαναγυρίζουμε ολοταχώς πίσω στο παρελθόν! Καμία ανάγκη, πια, δεν επιβάλλει βασιλικές ιστορίες! Ας τελειώνουμε με αυτόν τον ξεπερασμένο θεσμό! Και μην μου πείτε, «εντάξει αδερφέ, για ταινία πρόκειται», γιατί θα σας απαντήσω, «αφού πρόκειται για ταινία, γιατί δεν αναφέρεστε στον… Σπάρτακο, σας πούμε»!

 Όλα τα λεφτά του ψιλοθρίλερ, της ψιλοπεριπέτειας, του ψιλοβιντεογκέϊμ,  του Πολ ΜακΓκίγκαν, «Push, Το Επικίνδυνο Χάρισμα»,  3-blog-push

είναι η μικρή παιδί-θαύμα πρωταγωνίστρια (που σχεδόν μεγάλωσε πια) Ντακότα Φάνινγκ. Η μικρή διαθέτει ικανότητες να μετακινεί αντικείμενα, να διαβάζει τις σκέψεις των άλλων, να βλέπει το μέλλον! Από εκεί πέρα, χάος! Η ταινία μπερδεύεται ανάμεσα στο σοβαρό και στο αστείο. Τελικά, χωρίς ταυτότητα περνάει στην αδιαφορία! Σας βεβαιώνω δεν θα χάσετε τίποτα αν δεν την δείτε! Αντίθετα θα κερδίσετε και χρόνο και χρήμα! Ο γνωστός για τις μεταφυσικές εκπομπές, κύριος Χαρδαβέλας είναι, σας βεβαιώνω, πιο… επιστημονικός!





Κριτική Κινηματογράφου

19 02 2009

Κριτική Ταινιών 19-2-09
Για την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Από το Νίκο Αντωνάκο

αληθειες και ψεματα                     
REVOLUCION ΚΑΙ IMITATION ΤΑΙΝΙΕΣ 

Η περιπέτεια της εβδομάδας και η πιο μεγάλη παραγωγή είναι, το δίχως άλλο, η ταινία του Μράϊαν Σίγκερ, «Επιχείρηση Βαλκυρία». Η τελευταία απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ από Γερμανούς αξιωματικούς! «Σοβαρή» ταινία, χωρίς, όμως, να προχωράει βαθύτερα από μια χορταστική περιπέτεια.
 Ο πολυδιαφημιζόμενος «Παράδεισος Στη Δύση», του Κώστα Γαβρά δεν δικαιώνει ούτε το θέμα της (Μετανάστευση), ούτε το κόστος της (μόνο τα χρήματα του υπουργείου πολιτισμού έφταναν για την τσουρούτικη παραγωγή της). Αλήθεια, με ποιο σκεπτικό το ΥΠΠΟ χρηματοδότησε την ταινία και μάλιστα χωρίς να περάσει από τις διαδικασίες (ΕΚΚ) που περνάμε όλες οι άλλες ταινίες (πλην Αγγελόπουλου, επίσης, ο οποίος, σε τελευταία ανάλυση όμως, παρουσιάζει όγκο δουλειάς).
 Η καθαρά πολιτική ταινία της εβδομάδας είναι, δικαιολογημένα, η «Revolucion» του Σαρλ Γκεβραί. Πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ που αφορά στη Βενεζουέλα, στον Τσάβες και στις επαναστατικές και ανατρεπτικές απόπειρες στη Λατινική Αερική. Η ταινία προβληματίζει και γεμίζει με σκέψεις (θετικές και αρνητικές) τον θεατή.
 Η συνέχεια, βέβαια, είναι «τι έχεις Γιάννη τι είχα πάντα». «Η Ρέϊτσελ Παντρεύεται», του Τζόναθαν Ντέμι παριστάνει την ανήσυχη (η μηχανή στο χέρι) και τη μοντέρνα, όμως παρ΄ όλα αυτά, κινείται στη γνωστή αμερικάνικη συνταγή: συναίσθημα, ρομαντισμός, χιούμορ και… οικογένεια! Στην ίδια κατεύθυνση, αλλά με πολύ πιο σαθρά υλικά, κινείται και η ταινία του Κεν Κουάπις, «Απλώς δεν σε γουστάρω». Οι ερωτικές και οι διαπροσωπικές σχέσεις των νέων ιδωμένες, βέβαια, με παραμορφωτικό φίλτρο (ωραιοποιημένες και απολιτίκ).   
  Ο «Αγέννητος», καλύτερα να μην είχε γεννηθεί ούτε και σαν ταινία! Καλύτερα να τον είχε πνίξει ο ομφάλιος λώρος της δίδυμης αδελφής του μέσα στην κοιλιά της μάνας τους (έτσι λέει το στόρι της ταινίας) και στο μυαλό(;) του σεναριογράφου και σκηνοθέτη της ταινίας (Ντέϊβιντ Γκόγιερ). Άγριο θρίλερ. Θρίλερ, και αυτό άγριο και του κερατά, είναι και το «My Bloody Valentine 3D», του Πατρίκ Λισιέ. Αιμοσταγής δολοφόνος επιστρέφει μετά δέκα χρόνια στον τόπο του εγκλήματος και αρχίζει να ξανασκοτώνει με τον ίδιο τρόπο (για να το εμπεδώσουμε καλύτερα, ενδεχομένως).

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΒΑΛΚΥΡΙΑ
Μπράϊαν Σίνγκερ

5-blog-valkiries

 Η «Επιχείρηση Βαλκυρία» ήταν ένα εναλλακτικό σχέδιο που είχαν καταστρώσει οι ναζί σε περίπτωση που τα πράγματα θα πήγαιναν στραβά, και ο Χίτλερ, η κυβέρνησή του και το επιτελείο του θα αδυνατούσαν να εκτελέσουν τις υποχρεώσεις τους. Το σχέδιο «Βαλκυρία» προέβλεπε την ανάληψη της εξουσία από «επίλεκτους» αξιωματικούς του στρατού, οι οποίοι θα έσωναν τη Γερμανία και το ναζισμό, αφού ο Χίτλερ και το επιτελείο του δεν θα μπορούσαν να παίξουν το ρόλο τους.
Ο 36χρονος ταγματάρχης Κλάους Σενκ φον Στάουφενμπεργκ, ήρωας του πολέμου και σημαδεμένος από αυτόν (ανάμεσα στα άλλα είχε χάσει και το ένα του μάτι), αντιλαμβανόμενος ότι η καταστροφή της Γερμανίας από τους συμμάχους θα ήταν ολοκληρωτική, αφού ο πόλεμος έγερνε φανερά, πια, προς ατιμωτική και ολοκληρωτική ήττα της Γερμανίας (1944), προσπάθησε να περισώσει ό,τι μπορούσε να περισωθεί. Επιθυμία και σκοπός, του ίδιου και των συνεργατών του (στρατιωτικών και πολιτικών), ήταν ένας τίμιος συμβιβασμός με τους συμμάχους!
Ο Χίτλερ, βέβαια, και το στενό επιτελείο του, δεν ήθελαν να ακούσουν τίποτα και ποτέ περί συμβιβασμού. Η «τρέλα» και ο ναζιστικός φανατισμός τούς εμπόδιζε να δούνε την πραγματικότητα. Για να σωθεί, λοιπόν, η Γερμανία, για να σταματήσουν οι καταστροφές και τα χιλιάδες καθημερινά θύματα από τις βόμβες των συμμαχικών αεροπλάνων, έπρεπε πρώτα να φύγει από τη μέση ο Χίτλερ. Την αποστολή αυτή ανέλαβε ο ίδιος ο Κλάους Σενκ φον Στάουφενμπεργκ. Πίσω του άφησε τους συνεργάτες του οι οποίοι αμέσως μετά τη δολοφονία θα έβαζαν σε εφαρμογή το έτοιμο σχέδιο «Βαλκυρία» και θα αναλάμβαναν την εξουσία (και στη συνέχεια θα σταματούσαν τον πόλεμο).   
Στις 20 Ιουλίου του 1944 ο ταγματάρχης Κλάους Σενκ φον Στάουφενμπεργκ, σε μια μεγάλη σύσκεψη της ανώτατης διοίκησης του στρατού, η οποία έγινε στη γνωστή «φωλιά του κούκου» και στην οποία προήδρευσε ο Χίτλερ, τοποθέτησε κάτω από το τραπέζι της συνεδρίασης έναν χαρτοφύλακα με μια μεγάλη βόμβα. Αμέσως μετά την τοποθέτηση αποχώρησε διακριτικά. Βγαίνοντας έξω από το χώρο της συνεδρίασης άκουσε το θόρυβο και είδε τις φλόγες της έκρηξης. Μετά από αυτό το «σημάδι» δίνει εντολή στους συνεργάτες του να προχωρήσουν στην «Επιχείρηση Βαλκυρία». Πράγματι, για κάποιες ώρες, η Γερμανία πέρασε σε πιο «λογικά» χέρια. Δυστυχώς, όμως, ο Χίτλερ είχε σωθεί (με μερικούς μώλωπες μόνο).
Το τι ακολούθησε εύκολα μπορεί κανείς να συμπεράνει! Τις αμέσως επόμενες ώρες πάνω από 200 άτομα, ανάμεσά τους και ο ταγματάρχης Κλάους Σενκ φον Στάουφενμπεργκ, εκτελέστηκαν με πολύ συνοπτικές διαδικασίες και πάνω από 700 άλλα άτομα κλείστηκαν στις φυλακές. (Οι εκτελέσεις και οι φυλακίσεις συμπεριλάμβαναν και αθώα μέλη των οικογενειών των «συνωμοτών».) Ο Χίτλερ για μια ακόμα φορά σώθηκε ως «εκ θαύματος», για μια ακόμα φορά θριάμβευσε, για μια ακόμα φορά εκμεταλλεύτηκε μια ακόμα απόπειρα εναντίον του, από τις δεκάδες που έγιναν σε βάρος του.
 Η παραπάνω αληθινή και άκρως κινηματογραφική ιστορία, όπως όλα τα πράγματα άλλωστε, έχει πολλές οπτικές γωνιές. Ο Μπράϊαν Σίνγκερ και οι συνεργάτες του διάλεξαν την πιο ανώδυνη! Περιορίστηκαν απλώς στην καταγραφή των γεγονότων και απέφυγαν κάθε πολιτικό ή ιστορικό σχολιασμό. Ο θεατής, λοιπόν, θα παρακολουθήσει με μεγάλη αγωνία, είναι αλήθεια, την αλληλουχία των περιστατικών και, σίγουρα, θα συγκινηθεί με το θάρρος και τη θυσία του ταγματάρχη! Πίσω βέβαια από την οθόνη, και πίσω στην ιστορία η αλήθεια, οι πολιτικές και ηθικές δικαιολογίες, οι οικονομικές, οι πολιτικές και οι στρατιωτικές ίντριγκες, η ουσία των γεγονότων δηλαδή, θα περιμένουν… τον σκηνοθέτη τους! (Ο ταγματάρχης Κλάους Σενκ φον Στάουφενμπεργκ έχει αναγνωριστεί από την μεταπολεμική Δυτική Γερμανία ως αντιστασιακός ήρωας και αρκετοί δρόμοι φέρουν το όνομά του.)
 Κρίμα, λοιπόν, που μια ιστορία, και μάλιστα αληθινή ιστορία, αντί να γίνει μια ταινία σταθμός, μια ταινία γεμάτη σκέψη, μια ταινία που θα βοηθήσει να εξαχθούν  χρήσιμα συμπεράσματα, γίνεται μια ακόμα ανώδυνη πολεμική περιπέτεια. Μια περιπέτεια η οποία, για να είμαστε τίμιοι απέναντι της, σίγουρα θα ικανοποιήσει κάθε θεατή που δεν έχει απαιτήσεις, που δεν νοιάζεται για την «ουσία των πραγμάτων». Η «Επιχείρηση Βαλκυρία», είναι χορταστική και κρατάει όλους τους γνωστούς, για παρόμοιες ταινίες, κινηματογραφικούς κανόνες. Έχει εντυπωσιακά ντεκόρ, άψογες πολεμικές σκηνές, αμείωτη δράση, αγωνία, όμορφους και δυναμικούς ηθοποιούς, συναίσθημα, έρωτα, κλπ.
Παίζουν: Τομ Κρουζ, Κένεθ Μπράνα, Μπιλ Νάϊ, Καρίς Βαν Χάουτεν, Τομ Γουίλινσον, Τέρες Σταμπ.

ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΣΤΗ ΔΥΣΗ
Κώστας Γαβράς

7-blog-gavras

 Όσοι, έστω και στοιχειωδώς, γνωρίζουν το έργο του Κώστα Γαβρά, το οποίο βέβαια δεν αποτελεί σταθμό στην παγκόσμια κινηματογραφία αλλά, σίγουρα, και παρά την ιδεολογική ασυνέπειά του, έχει μια σοβαρή θέση στην παγκόσμια 7η τέχνη, θα εκπλαγούν! Όσοι γνωρίζουν τις ταινίες του Κώστα Γαβρά, οι οποίες, χωρίς βέβαια να έχουν αναστατώσει τον κόσμο, έχουν, τουλάχιστον κάποιες από αυτές, σταθεί αφορμή για σοβαρούς συλλογισμούς και σοβαρές σκέψεις, θα απορήσουν. Ο Έλληνας δημιουργός, που ζει και εργάζεται στη Γαλλία, θεωρείται, χωρίς αμφιβολία, καλός και σοβαρός κινηματογραφιστής. Δυστυχώς με την τελευταία του ταινία, για εμπορικούς και ιδεολογικούς λόγους, κυρίως για ιδεολογικούς, εκποίησε όλη αυτή τη γενική εκτίμηση. Δεν κράτησε ούτε καν τα προσχήματα. Λειτούργησε σαν επαρχιώτης κοσμοπολίτης, που προσπαθεί να αποδείξει ότι έγινε παριζιάνος! 
 Ο «Παράδεισος στη Δύση», δυστυχώς και περιέργως, δεν έχει καμία σχέση με το προηγούμενο έργο του Κώστα Γαβρά. Ακόμα και αισθητικά. Στον «Παράδεισο στη Δύση» δεν έχουμε μια αποτυχημένη απόπειρα (στον καθένα θα μπορούσε να συμβεί). Έχουμε μια προαποφασισμένη πρόχειρη και κακή εμπορική ταινία (κάτι στο οποίο δεν μας είχε συνηθίσει ο Κώστας Γαβράς). Στον «Παράδεισό» του βασιλεύει η προχειρότητα. Οι χώροι, αν εξαιρέσεις ένα-δυο γαλλικά τοπία, στην πορεία του κεντρικού ήρωα μετανάστη για το Παρίσι, είναι όλοι πρόχειρα και χωρίς καλλιτεχνική δικαιολογία επιλεγμένοι, τα κοστούμια μοιάζουν να αγοράστηκαν από τη «λαϊκή», οι θέσεις της μηχανής μοιάζουν να προέκυψαν από τύχη και σύμπτωση, η αλληλουχία και ο χρόνος των πλάνων, η μουσική και οι ήχοι, οι ερμηνείες, όλα τα στοιχεία τέλος πάντων που συνθέτουν μια ταινία, μοιάζουν να έπεσαν από τον ουρανό!  
Εκεί, όμως, που δεν μπορεί να υπάρξει καμία «συγχώρηση» και δεν χωρεί  καμία δικαιολογία είναι στη μεταχείριση του θέματος της ταινίας. Ο Κώστας Γαβράς, με τους ηπιότερους χαρακτηρισμούς, ασέλγησε πάνω στους μετανάστες. Σε αυτή την πρωτόγνωρη βιβλική μετακίνηση πεινασμένου και κυνηγημένου πληθυσμού. Είναι αδύνατο να δεχτώ, ότι, καλλιτέχνης και εκ προοιμίου ευαίσθητος άνθρωπος,  έτσι έχει καταλάβει το Πρόβλημα των ημερών μας! Ότι το μόνο που τον συγκίνησε από αυτή την ανθρώπινη καταιγίδα, ήταν η «χαριτωμένη» και άκρως επιφανειακή περιπέτεια, ενός όμορφου και χωρίς μεγάλη ηθική αντίσταση νέου. Ο οποίος, ανάμεσα στα άλλα, εκπορνεύονταν με ευκολία χυδαίας πουτάνας, για να επιβιώσει. Τέτοια γνώμη έχει για τους μετανάστες; Σύμφωνα με δήλωσή του ήταν και αυτός μετανάστης. Αυτά του έμειναν από τη δική του περιπέτεια; Να μη γνωρίζει, τάχα, ο Κώστας Γαβράς, ότι πάνω από 12.000 άτομα έχουν χάσει τη ζωή τους, άλλος πυροβολήθηκε, άλλος πνίγηκε, άλλος πέθανε μέσα στα χιόνια από το κρύο και από την πείνα, στην προσπάθειά τους να περάσουν τα σύνορα; Να μη γνωρίζει, τάχα, τα στρατόπεδα εγκλεισμού τους; Όπου 4.000 άτομα ζούνε και πεθαίνουν σε χώρο που δεν χωράει ούτε πεντακόσιους (Πάτρα). Δεν παρακολούθησε, τάχα μου, από την τηλεόραση έστω, το ξεσήκωμα στα προάστια του Παρισιού; Δεν θέλω να συνεχίσω…
Η στάση του καθένα μας απέναντι στα προβλήματα του καιρού του μας καθορίζει. Το «ήμουν και εγώ μετανάστης», μπορεί να πουλάει, δεν είναι όμως άλλοθι! Το τι ήσουν χτες, δεν σε αθωώνει, γι΄ αυτό που είσαι σήμερα. Θεωρώ συνυπεύθυνη την ελληνική κυβέρνηση, στο σύνολό της, η οποία μέσω του ΥΠΠΟ, της ΕΡΤ, του ΕΚΚ και του ΕΟΤ, πλαγίως και χωρίς να τηρήσει τις νόμιμες διαδικασίες, συν-χρηματοδότησε την ταινία. Κανένας δεν έμαθε πόσα και πώς έλαβε τα χρήματα ο «Παράδεισος». Ο Κώστας Γαβράς, βέβαια, κύριος σε τέτοια ζητήματα,  ανταπέδωσε. Προσποιήθηκε τον πρόεδρο μιας σικέ επιτροπής, μακριά από τους καλλιτεχνικούς φορείς, εκπόνησης νόμου για τον Κινηματογράφο. (Αμειβόμενος και εδώ; Μυρίζει σκάνδαλο; Ψάξτε το!). Το ζήτημα της μετανάστευσης, για να επανέλθουμε στο θέμα μας,  δεν είναι για παιχνίδια και οικονομικές συναλλαγές! Ούτε χωράει στις τουριστικές διαφημίσεις! Καλά τους έκανε ο Γαβράς και τους εξέθεσε! Δεν έδειξε καθόλου Ελλάδα στην ταινία του!     
Παίζουν: Ρικάρντο Σκαμάρσιο, Τζούλια Κόλχερ, Ντίνα Μιχαϊλίδη, Ιεροκλής Μιχαϊλίδης, Ουλρίχ Τουκούρ, κ.ά. 

REVOLUCIΟN
Σαρλ Γκεβραί

2-blog-revolucion

 Μακάρι να μπορούσα να κράταγα μόνο τον ενθουσιασμό από την ταινία. Μακάρι να μπορούσα να τραγουδούγα και εγώ και να χόρευα, όπως έκανε και κάνει ο λαός της Βενεζουέλας, πιστεύοντας ότι χτίζει το σοσιαλισμό με τον Τσάβες. Μακάρι να έχουν έτσι τα πράγματα! Εγώ, όμως, την ίδια στιγμή που χαιρόμουν, βλέποντας τον κόσμο να τραγουδάει, να πιστεύει, να ελπίζει και να χαίρεται, την ίδια στιγμή ανησυχούσα. Άλλο πράγμα να φτάσεις στην εξουσία και άλλο να την κατακτήσεις και πολύ περισσότερο να την κρατήσεις! Το παράδειγμα της Χιλής είναι ακόμα τόσο νωπό στο μυαλό μου!
Πριν πολλά χρόνια, θυμάμαι, ενθουσιασμένος είχα γράψει ένα στίχο για τον ηγέτη των ανταρτών Ρίο Μπράβο. Η Βενεζουέλα, δεν είναι καθόλου καινούρια υπόθεση. Δεν εμφανίστηκε σήμερα στο αγωνιστικό προσκήνιο. Έχει μακρόχρονους εθνικοαπελευθερωτικούς και επαναστατικούς αγώνες στην πλάτη της. Ο Σιμόν Μπολιβάρ στο Καράκας γεννήθηκε! Η Βενεζουέλα ήταν μια από τις χώρες που σημάδεψαν τον Μπολιβαριανό αγώνα για ανεξαρτησία (Βενεζουέλα, Κολομβία,  Περού, Εκουαδόρ, Παναμάς).
Αυτό που συμβαίνει σήμερα στη Βενεζουέλα, σίγουρα, είναι συνέχεια αυτών των αγώνων. Αλήθεια, τι συμβαίνει σήμερα στη Βενεζουέλα; Είναι αυτό που συμβαίνει εκεί επανάσταση; Με τυπικούς και ουσιαστικούς λόγους, σίγουρα δεν είναι! Και, ωστόσο, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε, πως μια σειρά από καθημερινά γεγονότα, τραβάνε ή μοιάζουν να τραβάνε προς αυτή την κατεύθυνση (φτάνει, βέβαια, αυτά τα γεγονότα, είτε από τους «επαναστάτες», είτε από εξωτερικούς παράγοντες, Αμερική κλπ να μην αλλάξουν πορεία). Πρώτα έχουμε ένα λαό που αφυπνίζεται, που πιστεύει στον εαυτό του, και αυτό, σίγουρα, είναι στοιχείο επαναστατικό. Επίσης, έχουμε και μια σειρά από λαϊκές επιτυχίες, πλειοψηφία στη βουλή, κάποιες εθνικοποιήσεις, αλληλεγγύη και συνεργασία με άλλους αγωνιζόμενους λαούς π.χ. Κούβα, τρίξιμο των δοντιών στους ιμπεριαλιστές, κ.ά.!
 Καλά σημάδια όλα αυτά. Όμως, λείπει το κυριότερο! Λείπει η επαναστατική λαϊκή οργάνωση, ο επαναστατικός λαϊκός στρατός, η επαναστατική λαϊκή εξουσία και πάνω απ΄ όλα η επαναστατική συνείδηση! Μην ξεχνάμε πως δίπλα στην κυβέρνηση του Τσάβες, ο οποίος προσωπικά δείχνει συνεπαρμένος, το κεφάλαιο εξακολουθεί να κρατάει… το κεφάλαιο στα χέρια του. Σε κάποια στιγμή, σε κάποια φάση αυτή η συνύπαρξη θα πρέπει να πάρει τέλος. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι ποιος θα έχει το πάνω χέρι και τη δύναμη τη δεδομένη στιγμή. Εκεί βρίσκεται και η ανησυχία μου. Η οποία, με φιλοσοφικούς και επαναστατικούς όρους είναι, δυστυχώς, βάσιμη!  
 Ο Σαρλ Γκεβραί, που γύρισε το πορτρέτο του Τσάβες και της «επανάστασής» του, δεν απασχολείται με τις ανησυχίες μου. Είναι τόσο συνεπαρμένος με αυτό που συμβαίνει στη Βενεζουέλα, που δεν θέλει να βάλει άλλα ζητήματα. Έτσι η ταινία του έχει μια μονομέρεια. Όμως, παρ΄ όλα αυτά, είναι μια πολύ χρήσιμη ταινία, γιατί δίνει στον κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο «υλικό για το σπίτι». Αυτός, πάντως, συγκινήθηκε και σημείωσε πράξεις πρωτόγνωρες για λαϊκά κινήματα. Όπως, για παράδειγμα, το μοίρασμα από τον Τσάβες ενός εκατομ. βιβλίων του Μιγκέλ ντε Θερβάντες «Δον Κιχώτης».
 Ο σκηνοθέτης της ταινίας, ποιητική αδεία, παραλληλίζει τον Τσάβες με τον ρομαντικό ήρωα του Θερβάντες. Συνδετικός κρίκος στην εξέλιξη της ιστορίας του, είναι επαναστατικά συνθήματα και σκίτσα. Ο καθένας θα συμφωνήσει πως κάτι σοβαρό συμβαίνει στη Λατινική Αμερική που απαιτεί μελέτη. Η ταινία του  Σαρλ Γκεβραί συνεισφέρει προς αυτή την κατεύθυνση.

Η ΡΕΪΤΣΕΛ ΠΑΝΤΡΕΥΕΤΑΙ
Τζόναθαν Ντέμι

6-blog-reichel

Μια πανέμορφη νεαρή γυναίκα (Αν Χάθαγουεϊ) επιστρέφει στο σπίτι της ύστερα από πολλές περιπέτειες και πολλές πικρές εμπειρίες από τη ζωή της. Αφορμή της επιστροφής, αλλά και του ξεδιπλώματος των πικρών (και χαρούμενων ενίοτε) προσωπικών αναμνήσεων, στέκεται ο γάμος της αδερφής της Ράϊτσελ (Ρόζμαρι Ντεγουίτ). Συνοδοιπόροι στον πόνο, τις χαρές και τις αναμνήσεις των κοριτσιών, αλλά και των δικών τους δύσκολων αναταράξεων, όπως, επίσης, και των εξελίξεων, οι γονείς (Μπιλ Έργουϊν, Ντέμπρα Γουίνγκερ).
 Ενδιαφέρουσα, τρυφερή, πολύ συναισθηματική ταινία, χωρίς, βέβαια, ούτε μια στιγμή να βάζει το μαχαίρι «επί τον τύπον των ήλων». Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα σε καθαρά εμπορικές ταινίες, σε ταινίες που στοχεύουν στο συναίσθημα! Περιορίζεται, λοιπόν, στα «καθήκοντά» της (συναίσθημα), στους αρκετά έξυπνους διαλόγους και, κυρίως, στο πολύ καλό, έως εξαιρετικό, παίξιμο των ηθοποιών. Ενστάσεις υπάρχουν στο αργό ξετύλιγμα της ιστορίας, ιδιαίτερα εκεί προς το τέλος, και για την κατάχρηση που γίνεται, «η μηχανή στο χέρι», η οποία, από κάποιο σημείο και μετά, ζαλίζει, ακόμα και αυτούς που δεν ζαλίζονται!

ΑΠΛΩΣ ΔΕΝ ΣΕ ΓΟΥΣΤΑΡΕΙ
Κεν Κουάπις

4-blog-goustari1

Μια ακόμα ταινία για τη νεολαία! Εντάξει, μην το δέσετε κόμπο! Προσποιείται ότι αφορά στη νεολαία! Έρωτες, χιούμορ, μικρές προδοσίες και απογοητεύσεις, διαπροσωπικές σχέσεις, γάμος και τα… επακόλουθα! Ταινία που τα αλέθει όλα!
 Και εδώ, όπως και στη «Ρέϊτσελ», παίζουν όμορφοι και, γιατί όχι, και καλοί ηθοποιοί (γυναίκες και άντρες): Τζένιφερ Άνισον, Ντρου Μπάριμπορ, Σκαρλετ Γιόχανσον, Μπεν Άλφεκ, Τζένιφερ Κόνελι κ.α. Αγωνία όλων αυτών, τι σπατάλη νιάτων και ομορφιάς, αλλά και ταλέντου, σε κάποιες περιπτώσεις, για να ειπωθεί μια τόση ρηχή και αδιάφορη ιστορία. Για να μην αμφισβητήσετε αυτά που λέω, σας πληροφορώ ότι η ταινία στηρίζεται σε ιστορία που έγραψαν οι δημιουργοί του «Sex and the City»! Συνεννοηθήκαμε, ελπίζω!

δυο θριλερ
 
 Και τώρα η δόση της καθαρής και απροκάλυπτης βίας! Πρώτη μπουνιά -και σκληρή δόση- το καλογυρισμένο και καλοφωτισμένο, αλλά και κακόγουστο και αιματηρό θρίλερ του Πατρίκ Λισιέ, «My Bloody Valentine 3D». 1-blog-my-bloody-valantine-3d

Την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου πέντε ανθρακωρύχοι εγκαταλείπουν ετοιμοθάνατο έναν συνάδελφό τους στον πάτο ενός μεταλλείου, ενώ αργότερα -την ίδια μέρα- όλοι οι ριψάσπιδες δολοφονούνται αγρίως (καλά να πάθουν)! Έπειτα από δέκα χρόνια, ο υπεράνω πάσης υποψίας δολοφόνος των κοπανατζήδων, επιστρέφει διαπράττοντας φόνους ακριβώς με τον ίδιο τρόπο!
 Προσθέστε ότι η ταινία προβάλλεται με τη μέθοδο των τριών διαστάσεων (3D)! Αυτό, όπως αντιλαμβάνεστε, κάνει τα πράγματα ακόμα αγριότερα. Ιδανική περίπτωση, λοιπόν, για μαζόχες!
 Δεύτερη μπουνιά -και δεύτερη σκληρή δόση- στο στομάχι, το ίδιο και χειρότερα αποκρουστική και κακόγουστη από την πρώτη, ο «Αγέννητος», του Ντέϊβιντ Γκόγιερ. 3-blog-unborn

Εδώ τα πράγματα είναι, λέει, πιο… περίπλοκα! Δυο δίδυμα, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, παλεύουν μέσα στην κοιλιά της μάνας τους. Σε κάποια στιγμή ο ομφάλιος λώρος της κοπέλας πνίγει τον αδερφό της ο οποίος, όπως είναι φυσικό, δεν γεννιέται ποτέ!
 Ο πνιγμένος αδερφός γίνεται φάντασμα και απειλή και κυνηγάει την άτυχη αδερφή. Θέλει να την εξοντώσει, όπως τον εξόντωσε εκείνη στην κοιλιά της μάνας τους. Τι έχουν να δούνε ακόμα τα μάτια μας!





Κριτική Κινηματογράφου

12 02 2009

Κριτική Ταινιών 12-2-09
Για την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Από το Νίκο Αντωνάκο

μετα τη συκοφαντια η απελπισια
ΧΙΛΙΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΓΙΑ ΝΑ ΧΤΥΠΗΘΕΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Άλλη μια «χοντρή» ιδεολογικά κινηματογραφική εβδομάδα! Πρώτη, λόγω εντοπιότητας, αλλά και λόγω θέματος, «Η Σκόνη του Χρόνου», του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Άλλο ένα μνημόσυνο της «χαμένης» κόκκινης επανάστασης, άλλη μια απελπισμένη και μεροληπτική φωνή σε βάρος του κομμουνισμού και των κομμουνιστών. Όλα τελείωσαν, για τον Αγγελόπουλο, με την πτώση του τείχους του Βερολίνου! Τέτοια βεβαιότητα! (Στην προβολή ψαχνόμουν αν ήμουν ζωντανός ή αν είχα πεθάνει!)  
 Η ταινία του Έντουαρντ Ζουΐκ, «Εναντίωση», είναι μια ακόμα αληθινή ιστορία του β΄ Παγκοσμίου πολέμου που, για εισπρακτικούς και ιδεολογικούς λόγους, έγινε περιπέτεια. Μια περιπέτεια που δεν κρύβει -και αυτή- τον αντισοβιετισμό της. Η «Εναντίωση», βέβαια, μπροστά στο «Κατίν» του Βάϊντα είναι απλώς πταίσμα!
 Ενδιαφέρουσα, κυρίως για τις -από σπόντα- αποκαλύψεις της για το ρόλο των Μ.Μ.Ε., είναι η ταινία του Ρον Χάουαρντ, «FrostNixon, Η Αναμέτρηση». Ο δημοσιογράφος Ντέϊβιντ Φροστ «μονομαχεί» με τον πρόεδρο Ρίτσαρντ Νίξον, ύστερα από τρία χρόνια σιωπής (και από την παραίτησή του -μετά τις αποκαλύψεις για Γουότεργκέϊτ).
 Σκληρό το «Πορεύσου εν Ειρήνη», του δανεζοπαλαιστήνιου Ομάρ Σαργκαβί. Σηίτες και Σουνίτες σφάζονται για εκατοντάδες χρόνια. Ένας νέος άνθρωπος προσπαθεί να σπάσει αυτή την μακροχρόνια αιματηρή παράδοση!
 Τέλος έχουμε την αρκετά γελαστική 2η ταινία της καινούριας σειράς «Ροζ Πάνθηρας», σε σκηνοθεσία Χάραλντ Ζβαρτ αυτή, με πρωταγωνιστή τον Στιβ Μάρτιν στη θέση του ανεπανάληπτου Πήτερ Σέλερς. Μαζί του ένα μεγάλο επιτελείο γνωστών  ηθοποιών.       
 
ΣΚΟΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Θόδωρος Αγγελόπουλος

3-blog-skoni
 
 Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, αναμφισβήτητα, έχει προσφέρει στον παγκόσμιο κινηματογράφο μερικές ανεπανάληπτες, θαυμάσιες, μοναδικές εικόνες. Με την τελευταία του ταινία η πλούσια αυτή συνεισφορά του στην παγκόσμια 7η τέχνη πλουτίζει ακόμα περισσότερο.
 Οι εικόνες, γενικά όλες οι εικόνες, δεν είναι άδεια πουκάμισα. Ακόμα και οι καρποσταλικές μεταφέρουν μηνύματα και συναισθήματα, πόσο μάλλον οι εικόνες του Αγγελόπουλου, ο οποίος «κατηγορείται» για ιδιαίτερο «φόρτωμα» των πλάνων του. Και ενώ για τις εικόνες του, ακόμα και για τις πιο αδύνατες, υπάρχει σχεδόν γενική συμφωνία για την αισθητική τους, το περιεχόμενό τους, εκτός από κάποιες εξαιρέσεις, σήκωνε και σηκώνει πάντα διαφωνίες. Η άποψή του άξιου Έλληνα δημιουργού για τον κόσμο, και για τον κόσμο της αριστεράς ιδιαίτερα, είναι μεροληπτική, απαισιόδοξη και, εν κατακλείδι, κόντρα στην ιστορική αλήθεια. Δυστυχώς και η «Σκόνη του Χρόνου» ακολούθησε τις ίδιες συντεταγμένες!
 Και εδώ έχουμε τα γνωστά θολά (κυριολεκτικά και μεταφορικά) κινηματογραφικά τοπία. Παντού ομίχλη. Ούτε μια χαραμάδα γαλάζιου, μια σχισμή ουρανού, μια ελπίδα! Τίποτα! Τοπία χωρίς ορίζοντα. Και η ταινία, σκεφτείτε, μιλάει για τον περασμένο αιώνα. Για την ιστορία του περασμένου αιώνα. Για τον αιώνα που ο άνθρωπος και ο κομμουνισμός αναστάτωσε την ιστορία. Μόνο στο τελευταίο πλάνο της «Σκόνης» ο Αγγελόπουλος, κόντρα στην αφόρητη απελπισία των 125΄ λεπτών, ανοίγει μια μικρή πονηρή ροζ τρυπούλα για να ικανοποιήσει και το «περιθώριο», τους κομμουνιστές που τους έστειλε όλους, μαζί με την ιδεολογία τους, στο χρονοντούλαπο της ιστορίας!
 Δεν ικανοποιεί η τυχόν δικαιολογία που θα ακουστεί, ότι, τάχα, ο Αγγελόπουλος οδηγήθηκε στην απελπισία από πόνο! Η εξελικτική πορεία του κόσμου, η εξελικτική πορεία των κοινωνικών συστημάτων, γινόταν πάντα με την ίδια «μέθοδο». Μια απλή ματιά προς τα πίσω θα αποδείξει πως η ζωή προχωρούσε πάντα με νίκες και με ήττες! Και ο κομμουνισμός, δεν θα αποτελέσει εξαίρεση. Η ήττα, το προσωρινό πισωγύρισμα, δεν σημαίνει θάνατο, όπως παρουσιάζεται στην ταινία. Οι κομμουνιστές δεν είναι απλώς ζωντανοί, είναι και δραστήριοι, όπως πάντα! Ο κομμουνισμός δε, έχει, πια, περάσει στο DNA του ανθρώπου! Θα πάψει να υπάρχει αν και όταν πάψει να υπάρχει ο άνθρωπος.   
 Το θολό κινηματογραφικό τοπίο του Αγγελόπουλου, δεν είναι απλώς μια αισθητική παραξενιά, μια ρομαντική άποψη για τον κόσμο, μια καλλιτεχνική εμμονή του δημιουργού για όμορφα ποιητικά εικαστικά αποτελέσματα. Τα χρώματα, το άσπρο, το μαύρο…αποκαλύπτουν ψυχικές διαθέσεις. Διαθέσεις που προέρχονται από τα βάθη της «ψυχής» αυτού που τα επιλέγει. Και τα επιλέγει, ακριβώς, για να αποκαλύψει με αυτά τις ψυχικές διαθέσεις του, τα ιδεολογικά του πιστεύω και όχι απλώς για να εντυπωσιάσει. Στην περίπτωση του Αγγελόπουλου, άλλωστε, υπάρχει απόλυτη ταύτιση φόρμας και περιεχομένου. Θολή η φόρμα, θολό και το περιεχόμενο. 
 Είναι φανερό, λοιπόν, άλλωστε δεν το κρύβει και ο ίδιος, πως η γνώμη του για τον σημερινό κόσμο είναι όπως τα κινηματογραφικά τοπία του. Ο σημερινός κόσμος, σύμφωνα με τον Αγγελόπουλο, είναι κόσμος χωρίς μια χαραμάδα γαλάζιου, μια σχισμή ουρανού, μια ελπίδα. Κανένα φως στον ορίζοντα. Όλα έχουν ηττηθεί, όλα έχουν χαθεί! Απελπισία! Άθλια στον καπιταλισμό, άθλια και στον κομμουνισμό. Βουτιά στο ποτάμι, λοιπόν, όπως ο ιδεολόγος ήρωας της ταινίας του, μας προτείνει! Ο ίδιος, ωστόσο, γεννάει και μεγαλώνει παιδιά, γυρίζει ταινίες, ζητάει αναγνώριση, απαιτεί βραβεία, ανησυχεί όταν βήχει!
 Βέβαια, δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος δημιουργός, ο οποίος νοιώθει ηττημένος και ότι τα πάντα έχουν χαθεί. Και με αυτή την έννοια η κραυγή του για την χαμένη επανάσταση, ας πούμε, αν όλα αυτά τα εννοεί, είναι μια κραυγή τραγική. Εκείνο, όμως, που ενδιαφέρει εμάς, και την ιστορία, δεν είναι η απελπισμένη κραυγή του απελπισμένου καλλιτέχνη (χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν τον συμπονάμε). Εκείνο που ενδιαφέρει είναι αν η απελπισία του καλλιτέχνη είναι πραγματική ή κατασκευασμένη.
Δεν είναι δουλειά του κριτικού να παραδίδει μαθήματα ιστορίας. Όμως, όταν καλείται να κρίνει ιστορικά θέματα, καλλιτεχνικά έργα που βάζουν ιστορικά ζητήματα, οφείλει να δίνει ιστορικές απαντήσεις. Εγώ θα δεχτώ, γιατί δεν έχω λόγους και κυρίως αποδείξεις για το αντίθετο, πως ο Θόδωρος Αγγελόπουλος είναι, πράγματι, βαθιά πληγωμένος, όπως δηλώνει, βαθιά πονεμένος, που χάθηκε, κατ΄ αυτόν, και μάλιστα οριστικά η κόκκινη επανάσταση (αυτό διακηρύσσει στην τελευταία του ταινία «Η Σκόνη του Χρόνου). Η πραγματικότητα, όμως, η οποία δεν υποκύπτει σε συναισθηματισμούς, άλλα δηλώνει. Η κόκκινη επανάσταση δεν είναι μια φούσκα που φούσκωσε και κάποια στιγμή έσκασε. Η κόκκινη επανάσταση, για να θυμηθούμε τον ποιητή, έρχεται από πολύ μακριά και πάει πολύ μακριά. Για τον Οκτώβρη του 1917 εργάστηκαν εκατομμύρια άνθρωποι, για εκατομμύρια χρόνια. Η επανάσταση των προλετάριων δεν έγινε ξαφνικά και από θαύμα. Δεν έπεσε από τον ουρανό. Ήταν εξελικτικό βήμα μιας μακρόχρονης ανθρώπινης αγωνιστικής πορείας, που έχει τις ρίζες της στον πρωτο-άνθρωπο και τα κλαριά της στον μελλοντικό άνθρωπο.  
Αυτή η πορεία, αυτό το προτσές, δεν είναι ραβανί για να το κόβεις. Η κόκκινη επανάσταση ξεκίνησε και θα διανύσει, οπωσδήποτε, την νομοτελειακή πορεία της. Αυτά είναι πράγματα που τα ξέρουν ακόμα και οι εχθροί της. Όποιος έχει διαβάσει ιστορία, ακόμα και αυτή του σχολείου, θα γνωρίζει πως οι κοινωνικές αλλαγές δεν έγιναν ποτέ μια και έξω. Η πορεία του κόσμου έχει την ομορφιά, την ορμή και το μεγαλείο της σπειροειδούς κίνησης.
Αλλά, και αυτό δεν πρέπει να διαφεύγει, και καλό θα ήταν να το λάβει υπόψη του ο Θόδωρος Αγγελόπουλος για τις μελλοντικές δημιουργίες του, η κόκκινη επανάσταση δεν εκφράστηκε μόνο με τη δημιουργία του κράτους των σοβιέτ, το οποίο νομοτελειακά θα επανέλθει. (Αυτό το ξέρει πολύ καλά ο καπιταλισμός, γι΄ αυτό παίρνει όλα αυτά τα μέτρα που παίρνει.) Η κόκκινη επανάσταση πέρασε και εγκαταστάθηκε οριστικά στις ανθρώπινες συνειδήσεις ακόμα και τις πιο αδύνατες… Εκεί μέσα ανανεώνεται η λάβα της. Σήμερα ο εργαζόμενος κόσμος ξέρει πως μπορεί. Ξέρει πως το μέλλον τού ανήκει, γιατί δοκίμασε την έφοδο στον ουρανό. Δεν πήγε χαμένη η έφοδος στον ουρανό, όπως λαθεμένα προπαγανδίζει «Η Σκόνη του Χρόνου». Στον ουρανό οι προλετάριοι κάρφωσαν τη σημαία τους. 
  Δεν είναι αναχρονιστικοί και αιθεροβάμονες όσοι πιστεύουν, πως όχι μόνον δεν χάθηκε τίποτα, αλλά πως όλα τώρα αρχίζουν! Από καλύτερες θέσεις, αφού έχουν τη γνώση και την εμπειρία. Αφού μάθανε από τα λάθη τους. Η αισιοδοξία τους στηρίζεται σε ιστορικά δεδομένα. Αναχρονιστικοί είναι οι απαισιόδοξοι, που όταν όλα γύρω τους φωνάζουν «εδώ είμαστε» εκείνοι επιμένουν να φορούν τις μαύρες πλερέζες τους και να μυξοκλαίνε! Ο καλλιτέχνης έχει υποχρέωση να κοιτάζει και να προβάλλει αυτούς που δεν σήκωσαν τα χέρια, που δεν παραδόθηκαν. Αν ο Αγγελόπουλος έβαζε μπροστά στο φακό του αυτούς τους αγωνιστές, αυτή την επανάσταση, αυτούς που δεν παραδόθηκαν, το έργο του δεν θα μύριζε θάνατο. Θα μύριζε ιδρώτα, αίμα, ζωή. Θα ήταν αληθινό, ολοκληρωμένο, επιστημονικά ορθό, αντίθετο στην κυρίαρχη ιδεολογία, μακριά από «μεγάλες» πρεμιέρες, από χαϊδέματα της μεγαλοαστικής τάξης και από υπουργικές στηρίξεις.  
Τελικά, επειδή θεωρώ πως πολύ το κουράσαμε, όποιος πιστεύει ότι η ιστορία της ανθρωπότητας τελείωσε, ότι η πορεία του κόσμου σταμάτησε οριστικά, για να είναι τίμιος και σύμφωνος με τις πεποιθήσεις του, δεν έχει παρά να ακολουθήσει το παράδειγμα του Τζάκομπ της ταινίας. Να βγάλει μια δυνατή κραυγή και να βουτήξει στο Ρήνο ή όπου αλλού έχει νερά θολωμένα. Δεν έχει νόημα 125 ολόκληρα λεπτά να χτυπιέσαι στο κλάμα για τη χαμένη Ελένη (επανάσταση) και στο τέλος, για να τα έχεις με όλους καλά, να την βάζεις να τρέχει σε σλόου μόσιον (αργή κίνηση) και μάλιστα μπροστά από την πύλη του Βρανδεμβούργου! Ή πέθανε η επανάσταση ή δεν πέθανε. Δεν γίνονται και τα δύο.
Παίζουν: Γουίλεμ Νταφόε, Μπρούνο Γκανζ, Μισέλ Πικολί, Ιρέν Ζακόμπ, Ρένη Πιττακή, Κώστας Αποστολίδης, κ.ά.  

FROST-NIXON Η ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ
Ρον Χάουαρντ

1-blog-frostnixon

 Εάν δεν παρασυρθείτε από τη μονομαχία, από τις ικανότητες του προέδρου ή του δημοσιογράφου, και κοιτάξετε λίγο πίσω από αυτά που συμβαίνουν σε πρώτο πλάνο στην οθόνη, τότε θα δείτε πως το κυνήγι του χρήματος και της δόξας, θεμέλια του καπιταλισμού και τα δύο, δεν έχουν κανόνες. Ο θάνατός σου η ζωή μου!
 Η ταινία δεν νοιάζεται για το περιεχόμενο της Αναμέτρησης, το οποίο κανένας δεν αναζητάει: ποιος και γιατί γεννάει τα Γουότεργκέϊτ, για παράδειγμα, και όχι ποιος τα εκτελεί. Συνειδητά στέκεται στην ίδια την Αναμέτρηση, στην επιφάνεια των πραγμάτων. Ο θεατής, ωστόσο, μπορεί να φτάσει σε μια σοβαρή διαπίστωση, η οποία προκύπτει, δε επιζητείται: τα ΜΜΕ, λέει η διαπίστωση, είναι ένα εργοστάσιο που αρέσκεται στις συγκρούσεις, γιατί αυτές τραβάνε το ενδιαφέρον του κοινού, το οποίο ενδιαφέρον στη συνέχεια, «τραβάει» διαφημίσεις!      
 Οι «αντίπαλοι», ο δημοσιογράφος Φροστ και ο πρόεδρος Νίξον, που μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερού, αφού και οι δύο θεό τους έχουν το κέρδος, έλαβαν μέρος σε μια μονομαχία έχοντας πάνω στο τραπέζι ή κάτω από το τραπέζι σωστότερα, το χρήμα. Πίσω από αυτούς τα επιτελεία τους, αλλά και οι τηλεοπτικοί σταθμοί, αυτοί περισσότερο από τον καθένα, ένας στρατός ολόκληρος, είχαν τις δικές τους απολαβές! Τελικά η Αναμέτρηση τους έκανε όλους πλουσιότερους! Και το κοινό «διασκέδασε»! Και αυτό κερδισμένο βγήκε! Ο καπιταλισμός και ο κυνισμός θριαμβεύει! Η αλήθεια; Αυτή μπορεί να περιμένει! (Κάθε ομοιότητα με τη δική μας τηλεοπτική πραγματικότητα είναι τελείως συμπτωματική!)
 Βέβαια, για να φτάσει το χρήμα στην τσέπη χύθηκε αίμα! Δεν βγαίνει χωρίς ψυχικές και ηθικές απώλειες το άτιμο! Όμως, μόλις γεμίσει ο λογαριασμός της τράπεζας, όλες οι πληγές, και με τη βοήθεια του χρόνου φυσικά, κλείνουν! Τα χτυπήματα των αντιπάλων, άλλωστε, ήταν μεν ισχυρά, για να πείθουν, αλλά ποτέ δεν ήταν θανατηφόρα. Οι αντίπαλοι δεν πάλευαν για την αλήθεια, η οποία απαιτεί οριστικές λύσεις και οριστικούς νικητές ή ηττημένους. Οι αντίπαλοι πάλευαν για ακροαματικότητες, οι οποίες εξασφαλίζονται με εντυπωσιακούς καυγάδες και θορυβώδεις αποπροσανατολισμούς. Δεν χρειάζεται να ανατραπεί το σύστημα!  (Καθημερινό φαινόμενο και στη δική μας t.v.)
  Με το τέλος της Αναμέτρησης οι δυο μονομάχοι χωρίζουν σαν φίλοι! Όπως οι μποξέρ σε σικέ αγώνα! Και οι δυο υπήρξαν και θύτες και θύματα. Και επιπλέον έχουν  και τον ίδιο  θεό. Το κέρδος! Αυτά για να ξέρουμε τι βλέπουμε στην τηλεόραση!
Παίζουν: Φρανκ Λανγκέλα, Μάϊκλ Σιν, Κέβιν Μπέϊκον, Όλιβερ Πλατ, Σαμ Ρόκγουελ, Ρεμπεκα Χολ.
 
ΕΝΑΝΤΙΩΣΗ
Έντουαρντ Ζουΐκ

2-blog-ebraioi

Με το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου οι κάτοικοι κάποιων χωριών της Λευκορωσίας βλέπουν να ξεφυτρώνουν μέσα από τα γύρω δάση σαν φαντάσματα μια χιλιάδα και περισσότερα άτομα (1200 ακριβώς). Ήταν όλα, βέβαια, ταλαιπωρημένα και φοβισμένα. Αμέσως έγινε γνωστό πως πρόκειται για Εβραίους που επέζησαν από το κυνήγι των ναζί δίνοντας μάχες μαζί τους, αλλά, κυρίως, αποφεύγοντάς τους και  καταφεύγοντας όλο και πιο βαθύτερα μέσα στα δάση. Πρόκειται, φυσικά, για μια οδύσσεια, αφού οι άνθρωποι αυτοί είχαν να πολεμήσουν, πέρα από τους ναζί, με το κρύο, τα χιόνια και με την πείνα. Τον περισσότερο καιρό τον πέρασαν μέσα σε λαγούμια και άλλες κρυψώνες! Ένας πολύ μεγάλος αριθμός από τους κυνηγημένους ομοφύλους τους δεν μπόρεσε να αντέξει τις κακουχίες και πέθαιναν στα δάση.
Αυτή η πέρα για πέρα αληθινή και συγκλονιστική ιστορία είχε την ατυχία να πέσει σε λάθος χέρια! Αντί να αποτελέσει υλικό για μια συγκλονιστική ταινία, γεμάτη συναισθήματα και προβληματισμούς, στάθηκε η αφορμή για μια ακόμα επική πολεμική περιπέτεια. Κύριο στοιχείο της οποίας είναι ο φθηνός εντυπωσιασμός, το εισιτήριο  και, επίσης, δυστυχώς, ο χωρίς λόγο και αιτία χυδαίος αντισοβιετισμός! (Για να μην ξεχνιόμαστε, μέρες που είναι και για να μην θεωρούμαστε υπερβολικοί!) 
 Αρχηγοί αυτής της πολύ ενδιαφέρουσας ιστορικά επιχείρησης ήταν τρία αδέλφια (Εβραίοι Λευκορώσοι). Ο ένας από τους τρεις, μάλιστα, για κάποιο διάστημα, συνδέθηκε με τους Ρώσους και τους Λευκορώσους αντάρτες και πολέμησε μαζί τους τούς Γερμανούς. Οι τρεις αυτοί άντρες, οι αδελφοί Μπιέλσκι, επέδειξαν ηρωισμό και έπρεπε, για να διασώσουν τους ομόφυλους συμπατριώτες τους, να νικήσουν πέρα από τους Γερμανούς και τις εβραϊκές προκαταλήψεις! Προκαταλήψεις που έχουν να κάνουν με την καθημερινότητα, αλλά και με την άρνηση του συνόλου σχεδόν των Εβραίων να εναντιωθούν ένοπλα (τότε)  στους απηνείς κυνηγούς τους! Τώρα χτυπάνε άοπλους και παιδιά!
Παίζουν: Ντάνιελ Γκρεγκ, Λιβ Σράϊμπερ, Τζέϊμι Μπελ, Αλέξα Ντάβαλος, Μια Γουασίκοφσκα, κ.ά.   

ΠΟΡΕΥΣΟΥ ΕΝ ΕΙΡΗΝΗ
Ομάρ Σαργκαβί.

5-blog-eirini

Η ταινία, φυσικά, δεν ασχολείται με το κύριο, αλλά με το επί μέρους! Ασχολείται με τα «εσωτερικά» ζητήματα που έχουν να επιλύσουν οι Άραβες και όχι με το γενικό (Αμερική, Ισραήλ, κλπ.). Ασχολείται με την μεταξύ τους μακροχρόνια έχθρα η οποία, άλλοτε έχει θρησκευτικά αίτια και άλλοτε άλλων ειδών προκαταλήψεις, το ίδιο αναχρονιστικές και το ίδιο επικίνδυνες.
 Το «Πορεύσου εν Ειρήνη», είναι μια πολύ σκληρή και ρεαλιστική ταινία η οποία παρακολουθεί με σκληρό και ρεαλιστικό τρόπο (τρομερά εκφραστικές όλες οι φάτσες των ηθοποιών και πολύ δυνατές οι σκηνές των συγκρούσεων) τη μάχη που δίνει ένας άραβας μετανάστης στη Δανία να κόψει τη συνέχεια της μακρόχρονης θρησκευτικής σφαγής ανάμεσα στους Σηίτες και στους Σουνίτες! Αυτός αρνείται να συνεχίσει αυτόν τον παρανοϊκό αιματηρό χορό και μάλιστα σε ουδέτερο έδαφος (Δανία). Για τη στάση του αυτή, βέβαια, έρχεται αντιμέτωπος με εχθρούς και φίλους.  
 Το τίμημα, που καλείται να πληρώσει ο νεαρός ειρηνόφιλος και αρνητής της αδελφοκτονίας μετανάστης, είναι πολύ βαρύ. Ο ίδιος αποφασίζει να το πληρώσει μέχρι το τέλος. Το ζητούμενο, ωστόσο, είναι το τι θα κάνει ο θεατής. Προπαντός ο Άραβας θεατής! (Ωραίες σκηνές, ωραία πλάνα, θαυμάσια μουσική επένδυση.)
Παίζουν: Νταρ Σαλίμ, Κχαλίντ Αλ Σουμπεϊχί, Μουνίρ Σαργκαβί, Ελίας Αλ Σουμπεχί, Αμίρα Χελένε, κ,ά.

Ο ΡΟΖ ΠΑΝΘΗΡΑΣ
Χάραλντ Ζβαρτ.

4-blog-klouzo

Εάν η επιθυμία σου είναι απλώς ένα κάποιο χαμόγελο, εντάξει γέλιο, θα εκπληρωθεί! Έστω και με αρκετές ανοχές από μέρος σου! Γιατί η ταινία, στιγμές-στιγμές, διαθέτει «καταιγιστική δράση» και τα γκαγκς διαδέχονται το ένα το άλλο! Αλλά και γιατί, μην το ξεχνάμε αυτό, έχουν επιστρατευτεί αστραφτεροί και καλοί, θα έλεγε κανείς, ηθοποιοί!
Ωστόσο, όλη αυτή η σχεδόν καλή κινηματογραφική προσπάθεια, αναμφισβήτητα πολύ καλύτερη από την πρώτη ταινία,  έχει έναν μεγάλο απόντα εχθρό, τον Πίτερ Σέλερς! Κάποιοι θεατές, ανάμεσά τους και εγώ, δεν μπορούν να φανταστούν τον επιθεωρητή Κλουζώ, χωρίς εκείνον! Όπως δεν μπορούν να φανταστούν τον Τζέϊμς Μποντ, χωρίς τον Σον Κόνερι. Οι δυο αυτοί ηθοποιοί, και κάποια άλλοι σε κάποιους άλλους ρόλους, ήταν ανεπανάληπτοι. Ό,τι και να κάνουν οι διάδοχοι θα συντρίβονται από την σύγκριση!
Το στόρι της ταινίας, το γνωστό! Ο γκαφατζής, αλλά τελικά αποτελεσματικός επιθεωρητής Κλουζώ, κόντρα σε όλες τις ενδείξεις και κόντρα σε όλες τις λογικές, καταφέρνει, για μια ακόμα φορά, να βγει νικητής! Το μοναδικό και πανάκριβο κλεμμένο διαμάντι «Μαύρος Πάνθηρας» θα περιέλθει, τελικά, στα χέρια του! Και ας σημειωθεί πως για τον ίδιο σκοπό είχε συγκροτηθεί από πολλές διαφορετικές χώρες η dream team (ομάδα όνειρο) πρωτοκλασάτων ντετέκτιβ. Αυτός, όμως…
Εάν το γραφείο διανομής είχε την υπομονή (και δεν του το ζητούσαν τα «μεγάλα αφεντικά») και έβγαζε την ταινία καλοκαίρι μπορεί και να σημείωνε εισπρακτική επιτυχία. Γιατί είναι ταινία που συνοδεύεται με γρανίτα! Έτσι σκέτη που βγαίνει καταχείμωνα στις αίθουσες δεν εγγυούμαι τίποτα!
Παίζουν: Στιβ Μάρτιν, Ζαν Ρενό, Άφρεντ Μολίνα, Άντι Γκαρσία, Λίλι Τόμλιν, ‘Εμιλι Μόρτιμερ, κ.ά.